Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 3

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Στο Μπραν, οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν ως συνήθως, παρά το κρύο και το χιόνι. Ο Καφενές άνοιξε κανονικά, οι άντρες και τα μεγαλύτερα αγόρια τους πήγαν στα χωράφια για όσες δουλειές μπορούσαν να κάνουν, ενώ οι γυναίκες έμειναν κατά βάση εντός των οικιών τους. Πριν η καμπάνα σημάνει εννιά, είχε περάσει και ο διανομέας της εφημερίδας του Μπρασώφ, της Gazeta Transilvaniei, που άφησε ένα αντίτυπο στο καφενείο, αλλά ο Λουσιάν Μαρτινέσκου που έριξε πρώτος μια ματιά σε όλα τα νέα, όπως πάντα, δε βρήκε κάποια είδηση που να τον ενδιαφέρει άμεσα -το πιο σοβαρό θέμα ήταν οι γενικές επιστρατεύσεις του Βασιλείου της Ελλάδας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που, όπως έδειχναν τα πράγματα, οδηγούνταν σε πόλεμο- και παράτησε την εφημερίδα πάνω στον πάγκο, βλέποντας μερικούς γέροντες να εμφανίζονται στην πόρτα.

  Ήταν μια απέλπιδα προσπάθεια των κατοίκων να αναχαιτίσουν έστω και λίγο τη δυστυχία που απειλούσε να εξαπλωθεί και να μονιμοποιηθεί στο Μπραν. Δεν ξεχνούσαν τον τρόμο, μιας και το κάστρο έστεκε ακόμα στον κοντινό λόφο, στη διαδρομή ανάμεσα στο χωριό και την πόλη του Μπρασώφ, και τους υπενθύμιζε τους κακόφημους θρύλους που περιέβαλαν τα τείχη και τους πυργίσκους του. Ένιωθαν τη νεφελώδη παρουσία του και ανατρίχιαζαν σαν γάτες που μυρίζουν τον κίνδυνο και το τρίχωμά τους γίνεται φουντωτό.

  Απλά δεν το κοιτούσαν. Όταν στρέφονταν προς το μέρος του, κατέβαζαν το κεφάλι και προχωρούσαν, μέχρι κάποιο σπίτι ή άλλο κτίσμα να το εξαφανίσει για μερικά μέτρα. Απελπιστική λύση, αλλά ήταν η μόνη που μπόρεσαν να σκεφτούν. Μόνο τα παιδιά το κοιτούσαν πού και πού, μη γνωρίζοντας ότι έπρεπε να το φοβούνται. Άλλωστε, έτσι όπως ορθωνόταν ψηλά, πάνω από το δάσος, έκανε μερικά από τα τέκνα του Μπραν να σκέφτονται ότι μπορεί και να άγγιζε τον ουρανό.

  Κάτι που επίσης βοηθούσε στη μερική λησμονιά της Κόμισσας και της καταραμένης κατοικίας της ήταν και το γεγονός ότι το προηγούμενο βράδυ ήταν ήρεμο. Δεν είχε ακουστεί κανένα γάβγισμα. Είχαν καταφέρει να κοιμηθούν όλοι γαλήνια, ενώ δεν έλειπε ούτε ένας από τους εναπομείναντες κατοίκους, με τους δρόμους του χωριού να σφύζουν από ζωή κοντά στο μεσημέρι.

  Μόνο κάποιοι που πέρασαν έξω από το σπίτι των Τσομπάνου είδαν να μπαινοβγαίνει κόσμος, τη στιγμή που ο κήπος είχε γεμίσει με σκυλιά. Αναγνώρισαν και τους ανθρώπους και τα ζώα και αναπόφευκτα σκέφτηκαν πως είχαν ταχθεί με το μέρος των πιο πλούσιων ανθρώπων του Μπραν. Άκουσαν από τα πάνω δωμάτια  χαρούμενες φωνές παιδιών, πολλών παιδιών, αγοριών και κοριτσιών. Είδαν γυναίκες να πηγαίνουν στην οικία τους, να παίρνουν μερικά πράγματα και να επιστρέφουν στους Τσομπάνου, τη στιγμή που οι ένοπλοι Ούγγροι, μαζί με τα αφεντικά τους, κουβάλησαν δύο δεμάτια στο κάρο που είχε φέρει ο ένας εκ των σωματοφυλάκων. Δεν ήξεραν τι κρυβόταν μέσα στα δεμάτια, αλλά κατάλαβαν πως ήταν κάτι πολύ σημαντικό και μάλλον δυσάρεστο, αν έκριναν από την έκφραση του Βέλκαν και του Ντράχοσλαβ. Δε φαντάζονταν ότι πατέρας και γιος πήγαιναν να θάψουν σε ένα χωράφι τους τα σκυλιά τους. Τέλος, είδαν μέλη του υπηρετικού προσωπικού να κρεμάνε σταυρούς και σκόρδα από την μέσα πλευρά της θυρών και των παραθύρων.

  Οι κάτοικοι του Μπραν που αντιλήφθηκαν όλα αυτά τα συζήτησαν αργότερα με τις οικογένειές τους. Χθες δεν είχαν καταφέρει να υποστηρίξουν τον Ντράχοσλαβ ή τον πατέρα Στεφάν. Αλλά σήμερα είχαν δει έστω τη μια πλευρά να δρα. Επίσης, όλοι γνώριζαν για τις νυχτερινές περιπολίες της ομάδας των Τσομπάνου και των λοιπών μελών της, κάτι που τι σήμαινε; Πως φρόντιζαν και για τους υπόλοιπους κατοίκους του Μπραν, χωρίς μάλιστα να περιμένουν από αυτούς να υποστηρίξουν την ομάδα τους. Πόσο μεγαλόψυχοι ήταν αυτοί οι Τσομπάνου!

  Κι ο πατήρ Στεφάν… πού ήταν; Δεν είχαν κανένα νεώτερο από αυτόν. Τι θα έκανε τελικά; Είχε σκοπό να τρέξει για το Μπραν και τους πιστούς του; Κι αν ναι, πώς; Και πότε; Η Κόμισσα καραδοκούσε στο κάστρο. Διψούσε για αίμα. Είχαν χαθεί ήδη δύο οικογένειες. Οι κάτοικοι που είχαν απομείνει κινδύνευαν. Τα βράδια κοιμούνταν, παρακαλώντας τον Ύψιστο να μην τους βρει το Κακό. Δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο.

  Και κάποιος έκανε κάτι. Για αυτούς. Δεν ήταν ο αγαπημένος τους ιερέας, αλλά ένας συγχωριανός τους που είχε ένα σχέδιο προστασίας και δράσης. Για το Μπραν. Γινόταν να μην σταθούν στο πλευρό του;

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

2 σκέψεις στο “Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 3”

  1. Τάκης Κομνηνός
    Τάκης Κομνηνός

    Γεια σας! Σας ευχαριστώ που το διαβάσατε και που είπατε την άποψή σας. Το συγκεκριμένο απόσπασμα στην τρίτη σελίδα είναι απλά ένας τρόπος για να προετοιμάσω το “έδαφος” ότι η κατάσταση θα κορυφωθεί. Θεώρησα ότι θα ήταν μια διαφορετική και ίσως και ενδιαφέρουσα ‘πινελιά’ στο κείμενο. Για τα υπόλοιπα αποσπάσματα, πρέπει να σκεφτούμε ότι βλέπουμε την άποψη/συμπεριφορά κλπ πολλών χαρακτήρων, δίνοντας όμως βάση σε ορισμένους. Οπότε, θα βγει και το κείμενο πιο εκτενές, απ’ ό,τι αν εστίαζα μονάχα σε δυο τρεις, για παράδειγμα. Θα λάβω υπ’ όψιν, όμως, το σχόλιό σας, για τα επόμενα κεφάλαια.

  2. Avatar
    Μαρία Παπαδογιαννάκη

    Με μεγάλο σεβασμό και αγάπη σε ένα συγγραφέα που εκτιμώ.
    Το κείμενο είναι πολύ φλύαρο και η τρίτη σελίδα εντελώς άχρηστη.
    Λυπάμαι πολύ αν είμαι απότομη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook