Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 3

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Όταν η καμπάνα σήμανε δύο το μεσημέρι, η χιονόπτωση είχε περιοριστεί, αλλά για τους περισσότερους ανθρώπους του μικρού χωριού της Τρανσυλβανίας δεν είχε και μεγάλη σημασία, αφού βρίσκονταν στα σπίτια τους και έτρωγαν. Είχαν ελέγξει τα ζωντανά τους και τα χωράφια τους, είχαν προμηθευτεί λίγο ψωμί, τσάι και καφέ από το καφενείο και είχαν κρεμάσει σκόρδα και σταυρούς στα παράθυρα και τις πόρτες -κατά τα πρότυπα των Τσομπάνου-, επικαλούμενοι επανειλημμένως τον Θεό. Οι μανάδες και οι γιαγιάδες, τέλος, είχαν φροντίσει το σπιτικό και τα παιδιά, τη στιγμή που μερικοί γέροντες είχαν πιει τον καφέ και τη βότκα τους στο μαγαζί του Μαρτινέσκου. Και τώρα, μπορούσαν να είναι όλοι μαζί και να απολαύσουν το γεύμα τους.

  Οι περισσότεροι. Όχι όλοι. Δύο οικογένειες του Μπραν δεν θα είχαν ποτέ ξανά αυτή την ευκαιρία. Η γνώση αυτή κυκλοφορούσε σαν φάντασμα στους χώρους κάθε κατοικίας, στοιχειώνοντας τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τα όνειρα των κατοίκων. Η μόνη τους παρηγοριά ήταν το ότι οι Μολντοβάνου και οι Μπενγκέσκου δεν είχαν μικρά παιδιά. Γιατί, αν είχαν, ο εφιάλτης των υπόλοιπων θα ήταν πολύ χειρότερος απ’ ό,τι τώρα.

  Η ομάδα που είχαν σχηματίσει οι Τσομπάνου είχε προσωρινά διασπαστεί. Από το προηγούμενο βράδυ, όπου είχαν δειπνήσει έντεκα οικογένειες μαζί, είχε φανεί ότι η πολυκοσμία ήταν ενοχλητική. Μπορεί να καταλάμβαναν όλα τα δωμάτια του μεγάλου σπιτιού, όμως και πάλι υπήρχε διάχυτη δυσφορία: συγκρατημένα χαμόγελα, κουβέντες που ολοκληρώνονταν πριν καν φτάσουν σε σημείο που να έχουν κάποιο νόημα, αναστεναγμοί και ματιές δυσαρέσκειας για το τελευταίο κομμάτι από το κρέας που το πήρε άλλος. Ήταν ένα δίωρο μαρτύριο το χθεσινοβραδινό γεύμα. Βέβαια, όλα αυτά ίσχυαν για τους ενήλικες, γιατί τα παιδιά, αν και έτρωγαν κλεισμένα στα πάνω δωμάτια, είχαν την καλύτερη δυνατή διάθεση: γελούσαν με το παραμικρό, έπαιζαν με τα παιχνίδια τους, αφήνοντας στην άκρη τα πιάτα, για να επιστρέψουν αργότερα για μια μπουκιά –κυρίως, επειδή εμφανιζόταν ανά τακτά διαστήματα μια από τις υπηρέτριες και έλεγχε και, αν δεν είχαν φάει, τα μάλωνε. Αργότερα, όσοι είχαν κοιμηθεί στο δάπεδο του ισογείου, δηλαδή όλοι εκτός των ιδιοκτητών, αν και δεν θα το παραδέχονταν φωναχτά, δεν ευχαριστήθηκαν ούτε ένα λεπτό ύπνου με όλες εκείνες τις μυρωδιές και τα ροχαλητά. Όταν ξύπνησαν το πρωί, αναγκάστηκαν να ανοίξουν τα παράθυρα για λίγη ώρα. Είχαν κάνει τεράστια υπομονή, ελπίζοντας ότι θα ήταν για μία και μόνο βραδιά.

  Αλλά, εφόσον τα πράγματα δεν είχαν έρθει όπως τα υπολόγιζαν, οι μεγάλοι τα είχαν κανονίσει και για σήμερα. Μέχρι τις έξι το απόγευμα, θα έμεναν χωριστά. Με το που θα έπεφτε η νύχτα, θα συγκεντρώνονταν πάραυτα στους Τσομπάνου. Όμως, όχι όλοι. Έπειτα από συμφωνία των δεκαεπτά οικογενειών -είχαν έρθει άλλοι έξι άνδρες, στο μεταξύ, και είχαν δηλώσει την προθυμία τους να ενταχθούν στην ομάδα-, οι ηλικιωμένοι συγγενείς θα παρέμεναν στα πατρικά τους. Δεν είχαν χρειαστεί περαιτέρω εξηγήσεις, οι λόγοι, αν και δυσάρεστοι, ήταν προφανείς και κατανοητοί. Σε περίπτωση, δε, που -ω μη γένοιτο- η υπόθεση τραβούσε κι άλλο, τότε γονείς και παιδιά θα περνούσαν τις νύχτες στην κατοικία των Ντράχοσλαβ και Βέλκαν. Τα πρωινά και μέχρι νωρίς το απόγευμα θα γυρνούσαν στα σπίτια τους, με τους άντρες να έχουν κατά νου ότι ανά πάσα ώρα θα έπρεπε να είναι σε ετοιμότητα.

  «Μην ανησυχείτε, κύριοι» είχε τονίσει ο Ντράχοσλαβ πριν χωρίσουν για μεσημέρι. «Θα ξεμπερδέψουμε σύντομα με τα φρικιά. Και θα είναι πιο απολαυστική μέρα πρώτα για εμάς και μετά για το Μπραν. Η γιορτή που θα κάνουμε όσο το κάστρο θα καίγεται δεν θα έχει προηγούμενο».

  Όλοι τον σέβονταν, αυτό ήταν δεδομένο, αλλά εκείνες τις ώρες που ο καιρός κάπως είχε γαληνεύσει, ο ηλικιωμένος Τσομπάνου είχε σωριαστεί στον καναπέ, νιώθοντας το κεφάλι του βαρύ σαν κανόνι. Στο τραπέζι μπροστά του, βρισκόταν ένα άδειο μπουκάλι βότκα -από το οποίο δεν είχε πιει κανένας άλλος- και το ποτήρι του. Είχε μεθύσει. Οι περισσότεροι από τους παρευρισκόμενους δεν καταλάβαιναν γιατί είχε φτάσει σε αυτό το σημείο ο Ντράχοσλαβ. Ναι, είχαν πεθάνει τα σκυλιά του. Τόσο πολύ τον είχε πάρει από κάτω; Όλοι έχαναν κατά καιρούς αγαπημένα τους ζώα, αλλά δεν μεθούσαν και από καημό. Θα βρίσκονταν άλλα, και μάλιστα από φίλους συγχωριανούς τους, χωρίς έξοδα. Και τώρα, ένας σκληρός άνθρωπος σαν τον Ντράχοσλαβ είχε καταπέσει για δύο σκυλιά;

  Παρ’ όλ’ αυτά, είχαν φύγει ενθουσιασμένοι για τις επόμενες τρεις με τέσσερις ώρες, οπότε και θα γυρνούσαν μετά των περισσότερων -ή και όλων- μελών  των οικογενειών τους. Άφησαν τους υπηρέτες να συνεχίσουν τις δουλειές, τα δύο κορίτσια να παίζουν, την Ιούλια και την Εμιλιάνα να ασχολούνται με τα πλεχτά τους και τον Βέλκαν με τους δύο σωματοφύλακες -οι άλλοι δύο είχαν πάει στον Καφενέ για κάνα δίωρο- να βλέπουν τον Ντράχοσλαβ να χάνεται από την πραγματικότητα, ταξιδεύοντας πολλά χρόνια πίσω, τότε που ήταν δεκαπέντε χρονών και ο πατέρας του του έλεγε τις ιστορίες για την Κόμισσα. Η οικογένειά τους υπήρχε στο Μπραν ακόμα και την εποχή που το κάστρο έσφυζε από κόσμο: τους ιδιοκτήτες, το υπηρετικό και στρατιωτικό προσωπικό. Απ’ όσα μάθαιναν οι ντόπιοι, σε εκείνο το κάστρο υπήρχε μια όμορφη Κόμισσα, η οποία όμως μαράζωνε στο πλευρό ενός άντρα που την απαξίωνε κάθε ώρα και στιγμή. Γονείς, πεθερικά, υπηρέτες, όλοι όσοι νοιάζονταν για το ζευγάρι περίμεναν με ανυπομονησία την είδηση της αναπόφευκτης εγκυμοσύνης –ο κόμης διέδιδε πως δεν «άφηνε σε χλωρό κλαρί» την γυναίκα του. Άπαξ και επέστρεφε στο κάστρο από το κυνήγι ή οπουδήποτε αλλού, την ήθελε στην κλίνη τους.

  Αλλά, έλεγε ο πατέρας του Ντράχοσλαβ, επαναλαμβάνοντας όσα είχε μάθει από το δικό του πατέρα, η Κόμισσα δεν καρποφόρησε. Ποτέ. Δηλαδή, απ’ όσο ξέραμε. Για πολλά χρόνια, δεν την είδαμε, ούτε ακούσαμε γι’ αυτήν. Κατέβαινε στο Μπραν, ξέρεις. Με συνοδεία, αλλά ερχόταν. Φυσικά και θα ερχόταν, γιε μου. Και ο λόγος δεν ήταν μόνο πως ήθελε να ξεφύγει για λίγο από τη φυλακή της. Σε αυτό το σημείο ο πατέρας του σταματούσε και χαμογελούσε με θλίψη. Γιατί είχε συνοδεία τον αγαπημένο της. Έναν στρατιώτη. Τον μοναδικό άνθρωπο που ήθελε να βλέπει, να ακούει, να αγκαλιάζει, να πεθάνει μαζί του. Μόνο να φανταστώ μπορώ για τον καημό της. Για τον καημό τους. Ήταν αμοιβαία η αγάπη, όπως πρέπει να είναι κάθε αγάπη. Αλλά ήταν και απαγορευμένη. Αυτή κόμισσα, αυτός στρατιώτης. Καταλαβαίνεις. Δεν μπορούσαν να είναι μαζί. Απαγορευόταν. Όμως, το επιδίωξαν. Αν και ήξεραν τι τους περίμενε, έτσι και μαθευόταν, το επιδίωξαν. Στοίχισε σε όλους αυτός ο έρωτας, Ντράχοσλαβ. Ο πατέρας του σταμάτησε ξανά. Απ’ όσο ξέρω, το Κακό που τριγυρνάει στο Μπραν ξεκίνησε με τον θάνατο ενός σκύλου. Εκείνο το άμοιρο ζώο ήταν το πρώτο θύμα. Δεν θα σου περιγράψω σε τι κατάσταση το βρήκαν τότε. Μου πήρε πολύ καιρό να κοιμηθώ ήρεμος, απ’ όταν το άκουσα για πρώτη φορά. Θα σου πω, όμως, σε ποιον ανήκε αυτό το ζώο.

  Ο Ντράχοσλαβ δεν τολμούσε να βγάλει μιλιά.

  Ήταν δικό μας, μικρέ. Απ’ όλα τα σκυλιά που υπήρχαν στο Μπραν, επέλεξε αυτό που ανήκε στην οικογένειά μας. Όχι τελείως άδικα, αν θες την άποψή μου. Ο προπάππους σου έκανε ένα μοιραίο λάθος και κάποιος θα έπρεπε να λογοδοτήσει. Κάποιος δικός του. Ένα αγαπημένο του πρόσωπο. Εκείνος ο σκύλος, ο Φέρκα, ήταν αυτός που βρέθηκε στο διάβα της. Γιατί εκείνη ερχόταν για άλλον, πιθανώς για την προγιαγιά σου ή κάποιο από τα παιδιά που είχε αποκτήσει με τον προπάππου σου. Ο Φέρκα. Το πρώτο θύμα της κατάρας του Μπραν. Αν και για πολλούς το πρώτο θύμα ήταν ο στρατιώτης, για εμάς, για τους Τσομπάνου, το πρώτο θύμα ήταν ο Φέρκα.

  Ο Ντράχοσλαβ είχε προσπαθήσει να αποβάλει από την ψυχή του τις δεισιδαιμονίες και να ξεχάσει τους μύθους που είχε ακούσει, αλλά δεν τα κατάφερε ποτέ. Κάθε φορά που πέθαινε σε νεαρή ηλικία ένα σκυλί της οικογενείας, οι Τσομπάνου τρομοκρατούνταν. Δεν είχε σημασία ο τρόπος που είχε πεθάνει, αλλά το ίδιο το γεγονός. Μετά την ταφή του, για πολύ καιρό, οι άντρες κυκλοφορούσαν ένοπλοι, ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά κλείνονταν στο σπίτι, το οποίο κάλυπταν με σταυρούς και σκόρδα. Ελπίζοντας. Παρακαλώντας τον Θεό, τότε που ακόμα και ο Ντράχοσλαβ πίστευε εμπράκτως. Δεν ήθελαν να πεθάνουν ή να βασανιστούν. Ή χειρότερα, να γίνουν… τέρατα.

  Γι’ αυτό, εκείνο το μεσημέρι του Φεβρουαρίου του 1897 ο Ντράχοσλαβ είχε μεθύσει. Γιατί είχε χάσει δύο σκυλιά. Εκ των οποίων, το ένα είχε το ίδιο όνομα με… με…

  Τον Φέρκα.

  Το πρώτο θύμα.

  Μέσα στην παραζάλη του, ο ηλικιωμένος απευθύνθηκε ξανά στον Θεό του πατέρα Στεφάν. Του ζήτησε βοήθεια. Να ευλογήσει τους άντρες και τα όπλα. Χρειάζονταν τη βοήθειά Του, αν και ο Ντράχοσλαβ ήταν αισιόδοξος. Σε αντίθεση με τους προγόνους του, αυτός και οι σύμμαχοί του είχαν και το ηθικό και τους ικανούς στρατιώτες και τον απαραίτητο εξοπλισμό. Είχαν πολλές ελπίδες απέναντι στους βρικόλακες.

  Έτσι πίστευε.

  Έτσι ήθελε να πιστεύει.

Την ίδια ώρα, ο πατήρ Στεφάν και η Ντανιέλα πιότερο κοιτούσαν τους Βλαντιμιρέσκου, παρά έτρωγαν. Το φαγητό ήταν εξαιρετικό και η ατμόσφαιρα στο σπίτι ζεστή, καθόλα οικεία και φιλική. Η οικογένεια της Στεφανία είχε ακούσει το αίτημα του ιερέα και της συζύγου του. Δεν το σκέφτηκαν ιδιαίτερα, συμφώνησαν αμέσως.

  «Μόνο που θα πάω κι εγώ στο Μπρασώφ, μαζί με τον Σάντου» είπε η Κορνέλια. «Μαζί θα δώσουμε τα γράμματα στους Ούγγρους».

  Ο Λούκα ζήτησε το λόγο για αυτό. Θα μπορούσε να πάει εκείνος, αντί της Κορνέλια.

  «Όχι, θα πάω εγώ. Εσύ πρέπει να είσαι εδώ και να προστατεύεις την κόρη μας και τον πατέρα Στεφάν με την Ντανιέλα».

  «Λούκα» είπε ο Στεφάν «δεν είναι κακή η ιδέα της συζύγου σου. Ο Σάντου είναι μεγάλος άντρας πια. Θα έχει μαζί ένα μουσκέτο και ένα μαχαίρι, για παν ενδεχόμενο. Η Στεφανία μπορεί να αναλάβει τα του σπιτιού, ενώ εσύ θα μπορείς να μας φυλάξεις σε περίπτωση που… έχουμε ανεπιθύμητες επισκέψεις. Είστε ευπρόσδεκτοι να κοιμηθείτε εδώ, στο σπίτι μας».

  Ο Λούκα κοίταξε την γυναίκα του και μετά τον γιο του. Τους εμπιστευόταν, εννοείται, αλλά για ένα τέτοιο ταξίδι… μέσα από το δάσος… περνώντας κάτω από τον λόφο του κάστρου… Θα προτιμούσε να ήταν κι αυτός μαζί τους. Ή ίσως μόνο αυτός.

  Αλλά κι ο πατήρ Στεφάν και η παπαδιά τι θα έκαναν; Αν χρειάζονταν βοήθεια, ποιον θα φώναζαν;

  Αναστέναξε. «Εντάξει. Εντάξει, ας γίνει έτσι».

  «Ωραία» σχολίασε η Ντανιέλα και μετά γύρισε προς την Στεφανία. «Καλή μου, όταν μπορέσεις, ειδοποίησε τους συγχωριανούς μας ότι αύριο θα μαζευτούμε στην εκκλησία, για να προσευχηθούμε. Αυτές τις δύσκολες ώρες πρέπει να παρακαλάμε τον Κύριο, να μας σώσει».

  «Μάλιστα, κυρία Οσμοκέσκου».

  «Μακάρι να μας βοηθήσει» είπε ο Λούκα. «Τώρα χρειαζόμαστε τον Θεό, την Παναγία, όλους τους αγίους. Να κρατήσουν μακριά τα τέρατα, πριν…»

  «Θα είναι δίπλα μας. Όπως πάντα» είπε ο Στεφάν, νιώθοντας άσχημα που διέκοψε τον πατέρα της Στεφανία. Αλλά, αν τον άφηνε, η συζήτηση θα έπαιρνε μια τροπή που δεν χρειαζόταν κανένας τους αυτή τη στιγμή.

  «Φυσικά» συμφώνησε η Ντανιέλα και συνέχισαν το γεύμα τους, σκεπτόμενοι την νύχτα και όσα θα έρχονταν μαζί της –Θεού θέλοντος, δεν θα ερχόταν τίποτα, πέραν από το επόμενο πρωί.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

2 σκέψεις στο “Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 3”

  1. Τάκης Κομνηνός
    Τάκης Κομνηνός

    Γεια σας! Σας ευχαριστώ που το διαβάσατε και που είπατε την άποψή σας. Το συγκεκριμένο απόσπασμα στην τρίτη σελίδα είναι απλά ένας τρόπος για να προετοιμάσω το “έδαφος” ότι η κατάσταση θα κορυφωθεί. Θεώρησα ότι θα ήταν μια διαφορετική και ίσως και ενδιαφέρουσα ‘πινελιά’ στο κείμενο. Για τα υπόλοιπα αποσπάσματα, πρέπει να σκεφτούμε ότι βλέπουμε την άποψη/συμπεριφορά κλπ πολλών χαρακτήρων, δίνοντας όμως βάση σε ορισμένους. Οπότε, θα βγει και το κείμενο πιο εκτενές, απ’ ό,τι αν εστίαζα μονάχα σε δυο τρεις, για παράδειγμα. Θα λάβω υπ’ όψιν, όμως, το σχόλιό σας, για τα επόμενα κεφάλαια.

  2. Avatar
    Μαρία Παπαδογιαννάκη

    Με μεγάλο σεβασμό και αγάπη σε ένα συγγραφέα που εκτιμώ.
    Το κείμενο είναι πολύ φλύαρο και η τρίτη σελίδα εντελώς άχρηστη.
    Λυπάμαι πολύ αν είμαι απότομη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *