Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 3

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα

Η περίπολος περνούσε τώρα έξω από το σπίτι των Τσομπάνου, στο οποίο επικρατούσε νεκρική σιγή, όπως και σε όλα τα άλλα. Μπροστά οι δύο Ούγγροι, πίσω οι δύο ντόπιοι. Οι δαυλοί και τα φανάρια που κρατούσαν έσπαγαν το σκοτάδι σε μικρή απόσταση από αυτούς, ενώ οι ίδιοι περπατούσαν κοντά-κοντά, γιατί η χιονόπτωση και η ομίχλη απειλούσαν να χωρίσουν την ομάδα, σαν πολλαπλές διχόνοιες που αποκαλύπτονται την ίδια στιγμή. Αν και οι πρώην στρατιωτικοί δεν το θεωρούσαν σημαντικό, ωστόσο κάθε φορά που έφταναν στο σπίτι κάποιου ντόπιου της ομάδας, κοντοστέκονταν, όσο εκείνος έριχνε μια ματιά στους ηλικιωμένους συγγενείς του. Έπειτα, συνέχιζαν το έργο τους στο ίδιο αργό τέμπο.

  Όπως και το προηγούμενο βράδυ, οι μεταξύ τους συζητήσεις ήταν μηδαμινές. Ούτε οι μεν, ούτε οι, απολάμβαναν την παρέα της άλλης πλευράς. Οι ντόπιοι σέβονταν τους Ούγγρους λόγω των ικανοτήτων τους στην τέχνη του πολέμου, αλλά ένιωθαν άβολα όσο ήταν κοντά τους. Αντιλαμβάνονταν την περιφρόνηση των άλλων, που θεωρούσαν τους εαυτούς τους υπεράνω όλων των κατοίκων του Μπραν. Ήταν απόμακροι όπως και τα αφεντικά τους –ειδικά ο Ντράχοσλαβ. Ωστόσο, ήταν χρήσιμοι σε αυτό τον ψυχοφθόρο αγώνα κι αυτό αρκούσε στους ντόπιους για να τους ανέχονται.

  Οι Ούγγροι, από τη μεριά τους, δεν είχαν αλλάξει ούτε στο ελάχιστο την συμπεριφορά ή την άποψή τους για τους γηγενείς. Τα νέα μέλη της ομάδας δεν αποτελούσαν εξαίρεση, ήταν ίδιοι με τους συγχωριανούς τους. Όμως, τους χρειάζονταν. Ακόμα κι αν δεν ήξεραν από μάχες, τους ήθελαν για υποστήριξη. Μερικές φορές, και οι άχρηστοι μπορούσαν να φανούν χρήσιμοι, οι Ούγγροι το ήξεραν αυτό.

  Με αυτές τις σκέψεις, λοιπόν, η μικρή μονάδα έστριψε δυτικά και μετά νότια, με σκοπό να ελέγξουν εκείνη την πλευρά των σπιτιών, καθώς και τα χωράφια με τα μαντριά και τους στάβλους που εκτείνονταν στα δεξιά τους. Πιο πέρα, ξεκινούσε το δάσος. Και ακόμα πιο μακριά, ο δρόμος και ο λόφος. Και το κάστρο. Αλλά η ορατότητα δεν έφτανε τόσο μακριά, οπότε μπορούσαν να παραστήσουν ότι δεν υπήρχε τίποτα πέραν από εκεί που έφτανε το μάτι –και αυτό έκαναν.

  Πλησιάζοντας το σπίτι του Μαρτινέσκου, του ιδιοκτήτη του Καφενέ, άκουσαν κάτι παράταιρο. Ένα θρόισμα στα αριστερά τους, σαν να ξύνει κανείς μια πέτρα. Οι Ούγγροι σταμάτησαν και οι ντόπιοι πέτρωσαν στη θέση τους. Οι πρώην στρατιωτικοί έβγαλαν τα Μάνλιντσερ, τα όπλισαν και τα κράτησαν με το ένα χέρι, όπως είχαν συνηθίσει από παλιότερα.

  «Ποιος είναι εκεί;» ρώτησε ένας Ούγγρος και κούνησε το φανάρι που είχε προς την μεριά του ήχου.

  Ο συνάδελφος του έκανε ένα βήμα μακριά από τον άλλο, για να μην υποστούν και οι δύο το οποιοδήποτε ενδεχόμενο χτύπημα, ενώ παράλληλα αναζητούσε κι αυτός τον πιθανό εχθρό.

  Οι ντόπιοι δεν άρπαξαν τα μουσκέτα που είχαν, ενώ ακολούθησαν το βηματισμό του δεύτερου Ούγγρου. Μακριά από το θρόισμα. Ας έβγαζαν άκρη οι «ειδικοί». Έτσι σκέφτηκαν.

  «Ποιος είναι εκεί;» ξαναρώτησε ο Ούγγρος. «Φανερώσου τώρα, γιατί θα πυροβολήσουμε».

  Καμιά απάντηση.

  Το σπίτι του Μαρτινέσκου, όσο διακρινόταν, ήταν άψυχο από κάθε φωτισμό.

  Ο Ούγγρος ήταν έτοιμος να πει στον συνάδελφό του να πάει να ρίξει μια ματιά πιο κοντά, όταν ακούσανε κι άλλο θρόισμα. Αυτή τη φορά, φάνηκε να έρχεται από πίσω τους. Στράφηκαν όλοι, με τους σωματοφύλακες να αγανακτούν με την απερισκεψία των ντόπιων, που όχι μόνο δεν είχαν τραβήξει τα όπλα τους, αλλά τώρα εμπόδιζαν και τους ίδιους από το να έχουν καθαρό οπτικό πεδίο.

  «Άκρη» διέταξαν με θυμό οι άντρες των Τσομπάνου και οι ντόπιοι παραμέρισαν. Ο δρόμος αποκαλύφτηκε. Απ’ όσο μπορούσαν να δουν, ήταν άδειος, πέραν από το χιόνι και την ομίχλη που αιωρούνταν. Κανένα φως, καμιά κίνηση, κανένα ύποπτο σημάδι.

  «Μα τι γίνεται πια;» ρώτησε ένας ντόπιος.

  «Μακάρι να ’ξερα» απάντησε ο άλλος.

  «Πρώτον, τα όπλα σας ανά χείρας. Τώρα» απάντησε ο ένας Ούγγρος.

  Οι ντόπιοι υπάκουσαν.

  «Δεύτερον. Συνεχίζουμε» απάντησε και ο άλλος Ούγγρος. «Αυτό γίν…»

  Τότε ακούστηκε ξανά το θρόισμα από το σπίτι του καφετζή και όλοι γύρισαν προς τα εκεί. Τέσσερα μακρύκαννα όπλα υψώθηκαν και σημάδεψαν τον αόρατο εχθρό, που πρέπει να κρυβόταν σε κάποια σκιώδη γωνία.

  «Βγες έξω. Φανερώσου, όποιος κι αν είσαι, αλλιώς θα πυροβολήσουμε».

  Καμιά απόκριση.

  Μόνο ένα ακόμα θρόισμα.

  Οι Ούγγροι αλληλοκοιτάχτηκαν για μια στιγμή και ο ένας ένευσε. Και άρχισε να απομακρύνεται με αργά βήματα, κινούμενος από δεξιά, για να μην είναι κοντά στο πεδίο βολής των άλλων τριών, αλλά και για να προλάβει να δει ή να συλλάβει ή να σκοτώσει όποιον προσπαθούσε να διαφύγει. Οι άλλοι τον ακολούθησαν, με το δεύτερο Ούγγρο να προχωράει ευθεία και τους δύο ντόπιους να σέρνονται στο κατόπι του και να νομίζουν ότι το κρύο είχε γίνει πιο τσουχτερό από πριν.

  Για μια στιγμή, ακούγονταν μόνο τα βαριά βήματα των αντρών, οι κοφτές ανάσες τους και ο αέρας που έγδερνε τα Καρπάθια.

  Έπειτα, μια κραυγή.

  Από τον Ούγγρο που είχε κινηθεί πρώτος.

  Και μετά μια κίνηση από αυτόν.

  Κι άλλη μία.

  Οι άλλοι τρεις του φώναξαν να τους πει τι συμβαίνει.

  Περίμεναν μερικά δευτερόλεπτα, έτοιμοι να βάλλουν με τα όπλα τους, ώσπου να τους πλησιάσει και να μπορέσουν να ησυχάσουν. Γιατί κρατούσε στη γροθιά του μια γάτα με άσπρο και μαύρο τρίχωμα. «Ιδού ο εχθρός» είπε με φανερό τον εκνευρισμό του. Είχε αρπάξει το ζωντανό από το σβέρκο, με τα μικρά σαν κλαράκια πόδια του να αιωρούνται και τα μάτια του να είναι μισόκλειστα. «Ήταν και δυο άλλες, αλλά εκείνες τις άφησα να φύγουν».

  Η γάτα νιαούρισε, σαν να ομολογούσε το παράπτωμά της.

  Οι ντόπιοι χαμογέλασαν.

  Ο άλλος Ούγγρος είπε «Θα το πάρεις μαζί σου; Ε; Άντε, πέτα το κάτω, το ηλίθιο, για να συνεχίσουμε».

  «Γιατί να μην το πάρω; Ξέρεις πόσο θα χαρούν τα σκυλιά αν την ρίξουμε στην αυλή;»

  «Τι; Όχι!» διαμαρτυρήθηκε ο ένας ντόπιος. «Θα την κατασπαράξουν».

  «Αλήθεια; Ούτε που το σκέφτηκα».

  «Άκουσε εδώ» πετάχτηκε ο άλλος ντόπιος «αρκετά με τις βλακείες σας. Θα μας συμπεριφέρεστε σωστά. Δεν θα μας υποτιμάτε, τ’ ακούς; Και τώρα άφησε κάτω τη γάτα».

  «Αλλιώς τι θα κάνεις, χωριάτη;» Ο Ούγγρος έσφιξε το δέρμα της γάτας. Εκείνη νιαούρισε από τον πόνο και προσπάθησε να χτυπήσει με τα νύχια της το χέρι του, αλλά δεν το μπόρεσε. «Ε; Τι θα κάνεις; Θες να φας καμιά αδέσποτη στο κεφάλι; Όχι ότι θα σου λείψει κιόλας».

  «Σκασμός!» πετάχτηκε ο συνάδελφός του. «Σκάστε, όλοι σας. Είμαστε εδώ για να κάνουμε μια δουλειά. Είμαστε στην ίδια ομάδα. Άλλος είναι ο εχθρός, όχι εμείς. Και τώρα, συνεχίζουμε την περιπολία».

  Ο Ούγγρος που κρατούσε τη γάτα ήταν έτοιμος να την πετάξει μακριά, όμως τότε εκείνη σύριξε, όχι με αγριάδα, αλλά με φόβο. Οι τέσσερις άντρες την κοίταξαν με απορία: το τρίχωμά της είχε ορθωθεί, τα αυτιά της είχαν χαμηλώσει και τα μάτια της είχαν καρφωθεί σε ένα συγκεκριμένο σημείο, πίσω από τους άντρες.

  Ξαφνικά, το μύρισαν. Έναν αλλόκοτο συνδυασμό οσμών. Κάτι σαν λιβάνι και από κάτω, λες και κάποιος ήθελε να καλύψει άτσαλα τη βρομιά του, υπήρχε μια αψιά αποφορά, σαν ρούχα που είχαν μουλιάσει σε ένα λάκκο με περιττώματα και δεν είχαν καθαριστεί για χρόνια.

  Η γάτα σύριξε ξανά και συσπάστηκε βίαια στο χέρι του Ούγγρου, ο οποίος την άφησε και την είδε να χάνεται στα χωράφια.

  Σαν να έδωσε το σύνθημα, από κάθε πλευρά του Μπραν άρχισαν να ξεφωνίζουν όλα τα οικόσιτα ζώα: σκυλιά, γάτες, άλογα, πρόβατα…

  Οι άντρες άκουσαν και ένα άλλο ζωώδες μούγκρισμα, πολύ διαφορετικό σε ένταση και σκοπό. Ξεκίνησε σε χαμηλό τόνο και το επόμενο δευτερόλεπτο έγινε απειλητικό σαν πολεμική κραυγή, τρομάζοντας όλους τους.

  Στράφηκαν με τα φανάρια και τους δαυλούς να φέγγουν μες στην καταχνιά σαν μικροί ήλιοι.

  Τι στο καλό; αναρωτήθηκαν οι Ούγγροι.

  Ιησού Χριστέ! προσευχήθηκαν οι ντόπιοι, που ήταν και πιο κοντά στο ον.

  Το νεανικό πρόσωπο που είδαν ήταν πιο άσπρο απ’ ό,τι έπρεπε για ένα ζωντανό πλάσμα. Τα δόντια που φαίνονταν από το ανοιχτό στόμα, από το οποίο έτρεχαν σάλια, έμοιαζαν σαν να είχαν αφαιρεθεί από λύκο και να είχαν αντικαταστήσει τα ανθρώπινα. Το γυναικείο κορμί κάτω από το σκονισμένο φόρεμα ήταν σχεδόν αποστεωμένο. Τα μάτια, σαν να είχαν βαφτεί με μαύρη μπογιά.

  Κανείς δεν αναγνώρισε την Έλενα.

  «Ακίνητη!» διέταξαν οι Ούγγροι και σήκωσαν τα όπλα τους.

  Η νεκροζώντανη γυναίκα δεν τους υπάκουσε. Αντίθετα, ήρθε πιο κοντά στους ντόπιους, άπλωσε τα χέρια της, αδράχνοντας το πίσω μέρος του κεφαλιού των αντρών και έπειτα τους χτύπησε μεταξύ τους, αφήνοντας στο τέλος να σωριαστούν αναίσθητοι, χωρίς καν να έχουν προλάβει να καταλάβουν τι συνέβαινε.

  Οι Ούγγροι άφησαν από ένα ξεφωνητό ο καθένας και πίεσαν τη σκανδάλη των όπλων τους. Τα Μάνλιντσερ βρυχήθηκαν και άστραψαν για μια στιγμή. Η Έλενα μούγκρισε, έπεσε προς τα πίσω, στο χιονισμένο δρόμο, έχοντας δύο αιμορροούσες τρύπες στην κοιλιά της, και έμεινε εκεί, ασάλευτη.

  Τότε άκουσαν ένα ακόμα μουγκρητό.

  Οι πρώην στρατιωτικοί στράφηκαν και ήρθαν αντιμέτωποι με τον Βασίλι. Πάνω στη φούρια τους να ξεπαστρέψουν την άλλη, είχαν παραβλέψει πως η μπόχα είχε γίνει εντονότερη.

  Βλέποντας πως ο άγνωστος είχε παρόμοια χαρακτηριστικά με την γυναίκα, άφησαν τα φανάρια να πέσουν, για να μπορέσουν να οπλίσουν.

  Ο Βασίλι, όμως, τους πρόλαβε: έπιασε την κάννη του κάθε πυροβόλου και τους τα απέσπασε, εκτοξεύοντάς τους πολλά μέτρα πιο πέρα. Μακριά από τα σπίτια. Μακριά από το λιγοστό φως.

  Οι άντρες βρέθηκαν στο κρύο χιόνι. Έβρισαν. Σηκώθηκαν, τραβώντας παράλληλα και τα πιστόλια τους. Αλλά δεν είχαν πού να σημαδέψουν πλέον. Ούτε μπορούσαν να πουν σε ποιο σημείο του χωριού βρίσκονταν. Παντού γύρω τους επικρατούσε το άγνωστο.

  «Τι στο διάβολο; Ποιοι είναι αυτοί;» ρώτησε ο ένας. «Λες να είναι βρικόλακες;»

  Παραμύθια, θυμήθηκε ο άλλος. Έτσι έλεγαν αναμεταξύ τους, μέχρι το απόγευμα. Αλλά τώρα… «Δεν ξέρω» απάντησε. «Πάντως, είναι πολύ γρήγορα, τα καθίκια. Ευτυχώς, η πόρνη είναι νεκρή. Τώρα πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε με τον άλλο».

  «Οι χωριάτες, λες, να πέθαναν;»

  «Μπορεί, πού να ξέρω;»

  Περίμεναν, έχοντας ο ένας πλάτη τον άλλο. Έψαχναν για κάποιο σημάδι, κάποιο στοιχείο που να αναγνωρίσουν και να καταλάβουν πού ήταν. Όμως, δεν υπήρχαν ορατά σχήματα, αντικείμενα, δέντρα, χωράφια ή κτίσματα. Δεν έβλεπαν ούτε το προτεταμένο χέρι με το όπλο τους. Αλλά δεν είχαν και πού να σημαδέψουν. Κι αν ίσχυαν όσα έλεγαν οι κάτοικοι του Μπραν για τις απαγωγές και την Κόμισσα, τότε οι εχθροί τούς είχαν στο χέρι.

  Είχαν πέσει σε μια καλοστημένη παγίδα. Ήταν ευάλωτοι σε οποιαδήποτε επίθεση, και το ήξεραν. Η καρδιά του καθενός έπαιζε ένα γρήγορο ρυθμό, σαν καμπάνα που καλεί τους πιστούς στον ναό. Μπορεί να είχαν σκοτώσει ένα από τα φρικιά, όπως αποκαλούσε τους βρικόλακες ο Ντράχοσλαβ, αλλά κυκλοφορούσε άλλος ένας. Τουλάχιστον, άλλος ένας. Ο οποίος πιθανότατα χαμογελούσε με ικανοποίηση για την αυξανόμενη αγωνία τους και την ανικανότητά τους να αμυνθούν σωστά.

  Αυτή η τελευταία συνειδητοποίηση έφερε στον νου τους ξανά την προηγούμενη φορά που τα είχαν κάνει μαντάρα και ένας θηλυκός βρικόλακας, η καταραμένη η Μπενγκέσκου, κόντεψε να εισβάλλει στο σπίτι των Τσομπάνου.

  Δύο συνεχόμενες ήττες. Τα αφεντικά τους θα ήταν πολύ θυμωμένα μαζί τους, όταν θα επέστρεφαν στο σπίτι –αν επέστρεφαν, δηλαδή.

  Τότε αντιλήφθηκαν κάτι άλλο. Τα δυνατά ουρλιαχτά των ζώων. Μια ελπίδα από την άβυσσο. Έφταναν στα αυτιά τους σαν κάλεσμα φάρου προς τα θαλασσοδαρμένα καράβια που γυρεύουν ένα λιμάνι.

  Οι Ούγγροι αναθάρρησαν. Ξέχασαν προσωρινά τις αποτυχίες τους και εντόπισαν από πού ερχόταν η βοήθεια που χρειάζονταν. Δεν ήταν εύκολο εξ αρχής, μιας και οι ήχοι έμοιαζαν να έρχονται από παντού. Δεν μπορούσαν να τους συνδέσουν άμεσα με την αντίστοιχη εικόνα.

  Αλλά τα ζώα, σαν να ένιωθαν πως οι Ούγγροι κινδύνευαν να χαθούν, δεν έλεγαν να σταματήσουν τα γαβγίσματα, τα μουγκρητά και τα βελάσματα.

  «Από εδώ» είπε τελικά ένας από τους δύο και άρχισε να περπατάει προς μια κατεύθυνση. Ο σύντροφός του τον ακολούθησε.

  Όταν είδαν το σπίτι του Μαρτινέσκου και στην απέναντι πλευρά αυτό των Γκούσα, χάρηκαν, αλλά συγκρατημένα. Δεν κατέβασαν τα όπλα τους, μήτε χαλάρωσαν. Γιατί, καθώς σήκωναν τα φανάρια τους, δεν είδαν τον τύπο που τους είχε επιτεθεί. Ή την πεσμένη γυναίκα. Ή τους δύο ντόπιους. Τα Μάνλιντσερ, δε, ήταν πεταμένα στο δρόμο. Κομμένα στη μέση, άχρηστα.

  «Να πάρει» έβρισαν.

  Εκείνη τη στιγμή, κάτι σχηματίστηκε στην ομίχλη, απέναντί τους. Διέκριναν μια φιγούρα. Ανθρώπινη. Με μαύρη ολόσωμη αμφίεση. Ήταν εκεί, και μετά δεν ήταν. Και έπειτα, ήταν, για να εξαφανιστεί δευτερόλεπτα αργότερα και να εμφανιστεί ξανά και ξανά να εξαφανιστεί, σαν φλόγα που αναβόσβηνε από τον αέρα.

  Οι Ούγγροι δεν μίλησαν. Ο ένας από αυτούς γύρισε να φύγει, αλλά βρήκε άλλη μια φιγούρα, παρόμοια με εκείνη πίσω του. Ξεροκατάπιε. Η στασιμότητα ήταν εναντίον τους, καθώς συνέβαλε στο να παγώνει ο ιδρώτας στο μέτωπο και την πλάτη τους και να κρυώνουν, και να μένουν αναποφάσιστοι, έρμαια στις ορέξεις των απέθαντων τεράτων.

  «Σταματήστε τις απερίσκεπτες πράξεις σας» ακούστηκε μια φωνή. Δεν ήξεραν σε ποια από τις δύο μορφές ανήκε, αλλά ανατρίχιασε κάθε πόρο του κορμιού τους. «Δεχτείτε τη μοίρα σας, σαν γνήσια θηράματα. Αλλιώς θα υποφέρετε στην ανυπαρξία. Πείτε το σε όλους. Η εντολή της Κόμισσας θα πραγματοποιηθεί, ό,τι κι αν κάνετε. Ο χρόνος για το Μπραν μετράει αντίστροφα. Όσοι βρεθείτε στο δρόμο μας, θα πεθάνετε με τους πιο φριχτούς τρόπους. Γι’ αυτό παραδοθείτε, και θα ζήσετε αιώνια».

  Οι Ούγγροι αντάλλαξαν μια ματιά. Έπειτα, στράφηκαν προς τις μορφές, αλλά δεν τις είδαν ξανά. Όχι εκείνο το βράδυ. Καθώς μάζευαν τα διαλυμένα όπλα τους και γυρνούσαν προς το σπίτι των Τσομπάνου, σκέφτηκαν πως θα έπρεπε να εξετάσουν μια πιθανή διαφυγή τους από το Μπραν. Τώρα που είχαν δει με τι πραγματικά είχαν να κάνουν αμφέβαλλαν για το αν άξιζε να μείνουν έστω και ένα λεπτό ακόμα σε τούτο το χωριό. Δεν ήταν συνηθισμένοι σε τέτοιες καταστάσεις, να πολεμούν όντα που γίνονται ένα με το σκοτάδι και να κινούνται τόσο γρήγορα όσο εκείνη γυναίκα ή να πετάνε μακριά με τέτοια δύναμη δύο σωματώδεις άντρες, όπως έκανε νωρίτερα ο τύπος που είχε εμφανιστεί πίσω τους.

  Αυτό θα έλεγαν στους συναδέλφους τους. Να φύγουν όσο πιο μακριά γινόταν. Να φτάσουν ακόμα και στη Βουδαπέστη, στην πατρίδα τους. Τώρα, πριν γίνουν χειρότερα τα πράγματα. Πριν χαθούν και οι ίδιοι όπως… όπως οι δύο ντόπιοι –άλλη μια αποτυχία τους, η τρίτη κατά σειρά μέσα σε δύο βραδιές. Ούτε που ήθελαν να σκέφτονται τι θα απογίνονταν αν έπεφταν στα χέρια αυτών των φρικιών.

  Όσο προχωρούσαν, στα παράθυρα των σπιτιών γύρω τους εμφανίζονταν φοβισμένοι άνθρωποι και τους κοιτούσαν. Έβλεπαν δύο άντρες με σκυμμένο το κεφάλι και χαμηλωμένους ώμους να περπατάνε μες στην κρύα νύχτα σαν να προέρχονταν από ταξίδι ημερών που το είχαν κάνει μόνο με τα πόδια τους. Τους λυπόνταν, γιατί είχαν ζήσει κάτι αποτρόπαιο και τώρα θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν και την οργή του Ντράχοσλαβ Τσομπάνου, ο οποίος σίγουρα δεν θα ανεχόταν να δει τους σωματοφύλακές του σε τέτοια χάλια.

  Οι Ούγγροι έφτασαν στο σπίτι του αφεντικού τους. Έξω στον κήπο τα σκυλιά  συγκεντρώθηκαν στην εξώπορτα του κήπου, ενώ στην είσοδο της κατοικίας τούς περίμεναν οι δύο συνάδελφοί τους. Πιο πίσω, περίμεναν ο Ντράχοσλαβ, ο Βέλκαν και οι λοιποί ένοικοι.

  Μια ώρα αρχύτερα, σκέφτηκαν. Όσο πιο γρήγορα, τόσο το καλύτερο.

  Πέρασαν την πύλη, με τα σκυλιά να τους μυρίζουν και έπειτα να τους αφήνουν να συνεχίσουν. Μπήκαν στο σπίτι και κάθισαν στον καναπέ, περιτριγυρισμένοι από δεκάδες ανθρώπους. Δεν ένιωσαν ασφαλείς και υποπτεύονταν ότι δεν θα ήταν ποτέ, όσο κάθονταν στο Μπραν.

  Περίπου την ίδια στιγμή που οι άρρενες Τσομπάνου ωρύονταν με τα νέα που έφερναν οι σωματοφύλακές τους, τα ζώα στα μαντριά, στους στάβλους και στους δρόμους του χωριού σταμάτησαν τις κραυγές τους, καθώς ένιωθαν και πάλι ασφαλή. Για σήμερα, δεν θα υπήρχε άλλη απειλή. Μπορούσαν να ξεκουραστούν, και αυτό έκαναν. Σε αντίθεση με τα αφεντικά τους, που ήξεραν ότι το μέλλον προδιαγραφόταν δυσοίωνο.

Συνεχίζεται…

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

2 σκέψεις στο “Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 3”

  1. Τάκης Κομνηνός
    Τάκης Κομνηνός

    Γεια σας! Σας ευχαριστώ που το διαβάσατε και που είπατε την άποψή σας. Το συγκεκριμένο απόσπασμα στην τρίτη σελίδα είναι απλά ένας τρόπος για να προετοιμάσω το “έδαφος” ότι η κατάσταση θα κορυφωθεί. Θεώρησα ότι θα ήταν μια διαφορετική και ίσως και ενδιαφέρουσα ‘πινελιά’ στο κείμενο. Για τα υπόλοιπα αποσπάσματα, πρέπει να σκεφτούμε ότι βλέπουμε την άποψη/συμπεριφορά κλπ πολλών χαρακτήρων, δίνοντας όμως βάση σε ορισμένους. Οπότε, θα βγει και το κείμενο πιο εκτενές, απ’ ό,τι αν εστίαζα μονάχα σε δυο τρεις, για παράδειγμα. Θα λάβω υπ’ όψιν, όμως, το σχόλιό σας, για τα επόμενα κεφάλαια.

  2. Avatar
    Μαρία Παπαδογιαννάκη

    Με μεγάλο σεβασμό και αγάπη σε ένα συγγραφέα που εκτιμώ.
    Το κείμενο είναι πολύ φλύαρο και η τρίτη σελίδα εντελώς άχρηστη.
    Λυπάμαι πολύ αν είμαι απότομη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook