Η εντολή της κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 4.1

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Προηγούμενο

Σημείωση του επιμελητή: Λόγω τεράστιας έκτασης, το κείμενο είναι χωρισμένο σε σελίδες. Μπορείτε να μετακινηθείτε στις σελίδες από τους συνδέσμους που θα βρείτε μετά την βαθμολογία του άρθρου. Μην ξεχάσετε να μας αφήσετε τις σκέψεις σας και την βαθμολογία σας! Καλή ανάγνωση!

Κάστρο του Μπραν, Τρανσυλβανία

26 Φεβρουαρίου 1897 μ.Χ.

Όταν γύρισαν ο Νικολάι, ο Βασίλι και η Έλενα, έχοντας τους δύο αναίσθητους άντρες της ομάδας των Τσομπάνου, τον Ιονάταν Φερέσκου και τον Βαντίμ Πιτσούρκα, βρήκαν τον Αρσένιε και τον Νάντρου Μολντοβάνου να στέκονται στην τραπεζαρία, με το κενό τους βλέμμα να αποκτά ζωντάνια στη θέα των θηραμάτων. Οι κατώτεροι βρικόλακες πλησίασαν τάχιστα, απορροφημένοι από την οσμή του αίματος, αλλά ο Νικολάι μπήκε μπροστά και τους γράπωσε από το λαιμό, σταματώντας τους. Του γρύλισαν, όχι με θυμό, μα σαν καλόβουλα, πεινασμένα, αδέσποτα σκυλιά. Άπλωσαν τα χέρια τους προς τον Βασίλι, που κρατούσε στις γροθιές του τον Ιονάταν και τον Βαντίμ, όμως ο αδερφός της Έλενα είπε με τσαντισμένο ύφος «Όχι ακόμα».

  Πέρασαν μερικές στιγμές, κατά τις οποίες οι Μολντοβάνου δεν οπισθοχώρησαν, αλλά ο Νικολάι τελικά τους άφησε, όταν ένιωσε πως τα παράτησαν. Τους είδε να περπατούν ως την άλλη άκρη του μακρόστενου, βρόμικου τραπεζιού και να κάθονται σε δύο καρέκλες, ενώ η Έλενα, οι πληγές της οποίας είχαν ήδη κλείσει χάρη στο αίμα του Βασίλι, τους ακολούθησε.

  Τότε μια άλλη πόρτα άνοιξε στο σκοτεινό δωμάτιο και μπήκε η Μαγκνταλένα. Το πρόσωπό της δεν είχε την γνωστή παιχνιδιάρικη σπιρτάδα που εκνεύριζε τον Βασίλι, γιατί ήταν πολύ δυσαρεστημένη με κάτι. Ίσως και φοβισμένη, σκεφτόταν ο Νικολάι, λαμβάνοντας υπ’ όψιν του ότι εκείνη απέφυγε να τους κοιτάξει κατάματα, αλλά και να ενδιαφερθεί για τα θηράματα.

  Υπήρχε λόγος για τη στάση της Μπενγκέσκου. Η Ρεβέκκα. Πριν φύγουν οι τρεις βρικόλακες, η Ρεβέκκα είχε αποσυρθεί στην κλίνη της Κόμισσας. Για τους τρεις ομοίους της, ήταν γνωστή κατάσταση, αλλά η Μαγκνταλένα δεν ήξερε κάτι γι’ αυτό και φοβόταν μην πάθει κάτι η ερωμένη της.

  «Είναι σχεδόν μία ώρα εκεί μέσα» είπε. «Δεν μ’ αφήνει να μπω. Ούτε την Ροζάλια αφήνει». Δεν μίλησε για την μάνα της, την Μαριάννα, που στεκόταν έξω από το δωμάτιο της Κόμισσας μαζί με την Ροζάλια, γιατί η Μαριάννα ήταν σαν τους άντρες Μολντοβάνου: κατώτερη. «Είναι περίεργο, δεν είναι;»

  Ο Νικολάι απάντησε «Όχι. Έχει ξανασυμβεί. Άλλες δύο φορές. Είναι ένας τρόπος συνομιλίας μεταξύ της Ρεβέκκα και της Κόμισσας, χωρίς να είναι κοντά. Αν ψάξεις εντός σου, θα το δεις και η ίδια».

  Η Μαγκνταλένα απέστρεψε το βλέμμα της από εκείνον. Ναι, το ήξερε ότι μπορούσε να μάθει. Απ’ όταν έγινε μία από αυτούς, είχε πρόσβαση σε όλες τις γνώσεις και τις εμπειρίες της Ρεβέκκα –αλλά μόνο αυτής, καθότι οι άλλοι δεν την είχαν αγγίξει. Είχε δει τι ζούσε η ερωμένη της στο Σιμπίου, σχεδόν ενάμιση αιώνα πριν. Είχε νιώσει την έλλειψη ενδιαφέροντός της για οτιδήποτε την ανάγκαζαν να κάνει χωρίς τη θέλησή της, την απέχθειά της για κάθε άντρα και, το βασικότερο, είχε δει με τα μάτια της Ρεβέκκα την σχεδόν θεϊκή μορφή της Κόμισσας, που πετούσε πάνω από όλη την νοητή πεδιάδα με τις αναμνήσεις και ό,τι καθόριζε την Ρεβέκκα σαν ύπαρξη.

  Αλλά κάποια σημεία δεν τα είχε εξερευνήσει. Τα είδε στο γενικό πλάνο, σαν ζωγράφος που στέκεται στο παράθυρο του ξενοδοχείου που μένει και ατενίζει την πλάση, όμως, παραδόξως για ένα βρικόλακα, τρόμαξε από τη σκοτεινιά που τα περιέβαλε. Δεν υπήρχαν λεπτομέρειες σε αυτά. Όχι από μακριά. Έπρεπε να κατεβείς από την καρέκλα σου, να απαρνηθείς την άνεση και την ασφάλεια του σπιτιού σου, να αγνοήσεις το υπόλοιπο πανέμορφο τοπίο και να βουλιάξεις σε μια αχαρτογράφητη λιμνοθάλασσα που καταλάμβανε και διέφθειρε ένα κομμάτι της νεο-ανακαλυφθείσας Γης, σαν μύκητας που απομυζά ένα δέντρο ή σαν πωρωμένος, πολεμοχαρής πολιτικάντης που «κλέβει» μια μερίδα του λαού για να προετοιμάσει το στρατό του.

  Για την Μαγκνταλένα, ήταν ένα ταξίδι που δεν ήξερε ότι θα της προσφερόταν, μα που ήθελε να το αποφύγει, κι ας μην ήταν σίγουρη τι θα ανακάλυπτε. Διότι είχε ξαναπέσει σε σκοτεινά βάθη και δεν της άρεσε καθόλου. Συνέβη όταν πέθανε ο πατέρας της, ο Μιχαήλ. Ακόμα θυμόταν το σπίτι που ήταν σαν άδειο, σπασμένο καζάνι και την μητέρα της και την ίδια που ήταν σαν βαλσαμωμένα ζώα. Λες και η ζωή ήταν κάποια διάσημη ηθοποιός και ξαφνικά, ενώ πρωταγωνιστούσε στην παράσταση, έχασε τη σπουδαιότητά της σαν χαρακτήρας από τον ανταγωνιστή της, τον θάνατο. Οι δύο εναπομείνασες Μπενγκέσκου απλά συνέχιζαν να υπάρχουν. Έκαναν τις δουλειές τους, φρόντιζαν τα ζώα και το σπιτικό τους. Μιλούσαν κάπου-κάπου με τους συγχωριανούς τους. Όλα όσα είχαν ονειρευτεί και ελπίσει ξεθώριασαν μέσα σε λίγες ώρες, σαν λέξεις σε ερωτικό γράμμα που χάνονται από τις μουντζούρες ενός νεαρού ποιητή που εκνευρίζεται επειδή δεν μπορεί να κάνει ωραίες ομοιοκαταληξίες.

  Όλα είχαν χαθεί για εκείνες. Ακόμα και ο έρωτας της Μαγκνταλένα για τον Σάντου Βλαντιμιρέσκου. Η κόρη του Μιχαήλ αγαπούσε τον αδερφό της Στεφανία, αν και δεν ήξερε πώς να το εκφράσει. Τον έβλεπε και του χαμογελούσε και εκείνος της ανταπέδιδε, εξίσου επιφυλακτικά. Τις νύχτες πριν πεθάνει ο πατέρας της, η Μαγκνταλένα φανταζόταν τον εαυτό της και τον Σάντου, ζευγάρι ενωμένο με τα δεσμά του γάμου, να έχουν το δικό τους σπίτι και να κάνουν τα δικά τους παιδιά. Εκείνος να της μαθαίνει πώς να ιππεύει ένα άτι και εκείνη να του δείχνει πώς να ετοιμάζει ένα γεύμα, την ώρα που τα μωρά τους…

  Η Μαγκνταλένα άφησε μια κραυγή και έσφιξε τα δόντια της, καθώς ένιωσε ένα κάψιμο στο στήθος της. Οι άλλοι την κοίταξαν, αλλά δεν κατάλαβαν τι έγινε. Μόλις είχαν επισκεφτεί την συνείδησή της δύο μάτια στο χρώμα του μελιού, σαν στρατιώτες που ήρθαν να τη συλλάβουν. Ήταν η Ρεβέκκα που ζούσε μέσα στο μυαλό της, ένας συνδυασμός δύο προσώπων: εκείνη που είχε γνωρίσει στην πραγματική ζωή και εκείνη που αγιοποίησε και αγαπούσε. Αυτή η Μία Ρεβέκκα είχε έρθει τώρα για να της υπενθυμίσει ποια ήταν η νέα Μαγκνταλένα: ένα ανώτερο ον, απαλλαγμένο από οποιαδήποτε εκτίμηση για τους άντρες και την πρότερη ζωή της. Δεν έπρεπε να θυμάται ή να σκέφτεται γενικά όσα είχε -ή είχε επιδιώξει να έχει- παλιά. Την αποσπούσαν από πιο σημαντικά ζητήματα.

  Κι επίσης, είπε η Μία Ρεβέκκα με συριστική φωνή σαν του φιδιού, πώς μπορείς να σκέφτεσαι έναν άθλιο χωριάτη, ενώ εγώ ψυχορραγώ;

  «Το ξέρω. Λυπάμαι» ψέλλισε η Μαγκνταλένα. «Λυπάμαι».

  Ο Βασίλι, που άφηνε τον Ιονάταν και τον Βαντίμ σε μια άκρη, γύρισε και κοίταξε μια τον Νικολάι και μια την Μαγκνταλένα. «Τι είπες;» ρώτησε.

  Η κόρη της Μαριάννα Μπενγκέσκου επανήλθε μερικώς στην παρούσα κατάσταση. Κάρφωσε με το βλέμμα της τον Βασίλι. Μετά, έδειξε τους δύο αναίσθητους άντρες. «Αυτούς θα τους κρατήσουμε για την Ρεβέκκα. Δεν θα τους αγγίξει κανείς μας».

  «Τι; Πεινάμε».

  «Έχει δίκιο ο Βασίλι» συμφώνησε ο Νικολάι. «Άλλωστε, ο ένας αρκεί για την Ρεβέκκα. Και, εκτός αυτού, την τελευταία φορά που ξύπνησε από… από αυτή την ένωση με την Κόμισσα, επισκεφτήκαμε το Μπραν, για να κάνουμε μια νέα αρχή».

  Μια νέα αρχή! Αυτά είναι δικά μου λόγια. Πώς τολμάει να τα λέει αυτός;

  Η Μαγκνταλένα ένιωσε την αδικία της ερωμένης της και κινήθηκε προς τους δύο βρικόλακες. «Είπα, τα δύο θηράματα θα μείνουν για την Ρεβέκκα. Εσείς να καθίσετε και να κάνετε ό,τι σας λέω».

  Ο Βασίλι και ο Νικολάι, καθώς και η Έλενα με τον Νάντρου και τον Αρσένιε, αντιλήφθηκαν την αλλαγή στην Μαγκνταλένα. Είχαν δει σημάδια αυτές τις βραδιές, αλλά ήταν ανεπαίσθητα. Όσο κοιμούνταν μαζί η Ρεβέκκα και η Μαγκνταλένα, τόσο η τελευταία επηρεαζόταν από την άλλη. Σαν να μην αντάλλασαν μόνο φιλιά και χάδια, αλλά και κάτι άλλο, που οι υπόλοιποι δεν μπορούσαν να το προσδιορίσουν. Σίγουρα, όμως, ήταν κάτι που δεν τους άρεσε. Δεν ήθελαν άλλη μια ξεροκέφαλη Ρεβέκκα. Ή, ακόμα χειρότερα, άλλες δύο, αν συνυπολόγιζαν και την Ροζάλια.

  Ωστόσο, ο Βασίλι, σκεπτόμενος και την αδερφή του, είπε «Δεν κάνεις εσύ κουμάντο. Κατάλαβες; Πρέπει να τραφούμε. Πώς θα έχουμε δυνάμεις, για να επισκεπτόμαστε το Μπραν; Επιπλέον, αν δεν τραφούμε, θα αναγκαστούμε να επιτεθούμε ο ένας στον άλλο».

  «Κάτι που θα σε χαροποιούσε πολύ, έτσι δεν είναι, Βασίλι;» Η Μαγκνταλένα τον είχε πλησιάσει τόσο πολύ, που εκείνος μπορούσε να νιώσει ότι τον περικύκλωναν δύο παρουσίες κι όχι μία. Ένιωσε άβολα και στραβοκοίταξε τον Νικολάι, ελπίζοντας πως θα έσπευδε στο πλάι του.

  Αλλά το μοναδικό άλλο πλάσμα που στάθηκε κοντά του ήταν η Ροζάλια, που, στο μεταξύ, είχε μπει από το παράθυρο, σαν να είχε καταλάβει ότι η σύντροφός της ήταν αναστατωμένη, και ήρθε κρυφά πίσω του και τον άδραξε από τους ώμους. «Όπως είπε και η Μαγκνταλένα, Βασίλι, οι δύο άντρες θα φυλαχτούν για την Ρεβέκκα».

  Η Έλενα, ο Αρσένιε και ο Νάντρου ύψωσαν τα κορμιά τους και περπάτησαν ως τον παγιδευμένο Βασίλι, αφού εκείνος τους κάλεσε νοητά. Οι τρεις κατώτεροι βρικόλακες, αν και δεν είχαν τις δυνάμεις των ανώτερων, ωστόσο παρέμεναν νεκροζώντανα άγρια ζώα -και μάλιστα, πεινασμένα άγρια ζώα.

  Αν δεν τραφούμε, θα αναγκαστούμε να επιτεθούμε ο ένας στον άλλο, θυμήθηκε ο Νικολάι. Ναι, αν συνεχίσουμε έτσι, δεν νομίζω ότι θα χρειαστεί να πεινάσουμε τόσο πολύ, για να αλληλοσκοτωθούμε. Αναρωτήθηκε για μια στιγμή αν η Κόμισσα είχε σκεφτεί διεξοδικά ποιους θα συγκέντρωνε κοντά της. Γιατί, απ’ ό,τι φαινόταν, υπήρχαν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στους υπηκόους της. Διαφορές που θα μπορούσαν να φανούν καταστρεπτικές για τον σκοπό της αρχόντισσάς τους.

  «Αρκετά» είπε. «Βασίλι, μάζεψε τους άλλους. Μαγκνταλένα, Ροζάλια, θα γίνει όπως θέλετε. Θα κρατήσουμε αυτά τα θηράματα για την Ρεβέκκα».

  «Τι; Όχι!»

  «Ναι, Βασίλι. Μην ανησυχείς, θα βρούμε άλλα. Το Μπραν έχει ακόμα αρκετό απόθεμα».

  «Ναι, Βασίλι» είπε η Μαγκνταλένα, χαμογελώντας του με το δικό της, ειρωνικό τρόπο. «Άκου τον φίλο σου, ξέρει τι λέει». Για το καλό σου, καταραμένε, συμπλήρωσε η Μία Ρεβέκκα.

  Ο Βασίλι δεν μίλησε. Ήταν εναντίον του. Όλοι τους. Όλοι όσοι μπορούσαν ακόμα να αποφασίζουν μοναχοί τους, δηλαδή. Ξανά. Αυτός αποξενωμένος, σαν χοντρός γελωτοποιός που κανείς δεν τον παίρνει στα σοβαρά και όλοι τον θέλουνε μόνο για την καλοπέρασή τους. Θυμόταν πώς είναι να σε κρατούν απέξω, λες και είχες καμιά ανίατη, μεταδοτική ασθένεια. Ο ίδιος και η Έλενα είχαν μεγαλώσει σε μια οικογένεια της πόλης Σφίντου Γκεόργκε, που δεν ήταν η δική τους. Τους είχαν υιοθετήσει άτυπα μετά τον θάνατο των γονιών τους όταν ο Βασίλι ήταν πέντε ετών και η Έλενα τριών, αλλά τους συμπεριφέρονταν σαν να ήταν δούλοι –στην καλύτερη περίπτωση. Έκαναν βαριές δουλειές και έτρωγαν αποφάγια και δεν τους επιτρεπόταν το παιχνίδι, ούτε καν να κάνουν παρέα μεταξύ τους, παρότι ήταν αδέρφια. Όταν οι θετοί γονείς και τα παιδιά τους είχαν κάποια μάζωξη, ο Βασίλι και η Έλενα χάνονταν στην αποθήκη που κοιμόντουσαν –οι μόνες ώρες που ήταν μαζί και μπορούσαν να μιλήσουν με μια κάποια ελευθερία.

  Ήταν μια μίζερη ζωή για τους δυο τους. Κι εκεί που θαρρείς ότι όλα τα παιδιά θα έπρεπε να θυμούνται με νοσταλγία τα πρώτα χρόνια της ζωής τους, ο Βασίλι και η Έλενα θα τα ξόρκιζαν με την ίδια απέχθεια που ένιωθαν για εκείνους τα μέλη της οικογένειας που τους είχε αναλάβει.

  Έως ότου, ένα βράδυ, την ώρα που οι θετοί τους γονείς συνευρίσκονταν -θα νόμιζε κανείς ότι οι ήχοι από το χαλασμένο κρεβάτι που έτριζε και τις κραυγές του μεθυσμένου πατριού έφταναν ως την πέρα άκρη της πόλης- και τα αδέρφια τους κοιμόντουσαν, η πόρτα της αποθήκης άνοιξε προς τα έξω, έφυγε από τους μεντεσέδες της και πετάχτηκε σαν καιόμενο ρούχο. Δριμύ ψύχος εισέβαλλε και τα δυο παιδιά αγκάλιασαν το ένα το άλλο, γιατί τρόμαξαν. Μια γυναίκα στεκόταν στο σεληνόφωτο κατώφλι. Ο Βασίλι και η Έλενα νόμισαν ότι είχε έρθει για να τους αφανίσει, αλλά έκαναν λάθος. Αυτή η γυναίκα με το μακρύ φόρεμα ήταν η ελπίδα τους προσωποποιημένη σε μια φιγούρα βγαλμένη από παραμύθι. Η Κόμισσα. Η οποία τους προσέφερε, εκτός από την αιώνια ζωή, και την ευκαιρία να δουν τους ενοίκους του σπιτιού που είχαν περάσει δεκαπέντε χρόνια να πληρώνουν για όλα όσα είχαν πράξει εναντίον του Βασίλι και της Έλενα.

  Η Κόμισσα. Ο κρίκος που συνέδεε τα δύο αδέρφια με τους υπόλοιπους βρικόλακες αυτού του κάστρου. Τους είχε αφήσει μια εντολή, την οποία εκείνοι έπρεπε να φέρουν εις πέρας. Κι αυτό ήταν πάνω απ’ όλα. Γιατί της χρωστούσαν. Όλοι τους. Της χρωστούσαν την ύπαρξή τους και τις δυνάμεις τους. Ό,τι διαφορές και να είχαν αναμεταξύ τους, η Κόμισσα ήταν η θεότητα που τους κατηύθυνε και τους προσέφερε τον κόσμο ολάκερο.

  Όλοι τους όφειλαν σε εκείνη.

  Γι’ αυτό και ο Βασίλι κατάπιε την πίκρα του και ένευσε και η ένταση πέθανε σαν ξεφούσκωτο αερόστατο, όπως περίπου είχαν πεθάνει και εκείνοι οι σατράπηδες που αυτοαποκαλούνταν γονείς.

  Η Μαγκνταλένα και η Ροζάλια, παίρνοντας μαζί τους τον Ιονάταν και τον Βαντίμ, επέστρεψαν έξω από την κλίνη της Κόμισσας. Οι άλλοι δεν τις ακολούθησαν, παρά αποσύρθηκαν για να κοιμηθούν. Ο Νικολάι και ο Βασίλι δεν ανησυχούσαν μήπως έχαναν κάτι, αφού, βάσει εμπειρίας, πίστευαν πως η Ρεβέκκα θα έκανε μια με δυο βραδιές για να επανέλθει στην πραγματικότητα.

  Το ερώτημα ήταν με τι εντολές θα επανερχόταν.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook