Η εντολή της κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 4.2

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Προηγούμενο

Σημείωση του επιμελητή: Λόγω τεράστιας έκτασης, το κείμενο είναι χωρισμένο σε σελίδες. Μπορείτε να μετακινηθείτε στις σελίδες από τους συνδέσμους που θα βρείτε μετά την βαθμολογία του άρθρου. Μην ξεχάσετε να μας αφήσετε τις σκέψεις σας και την βαθμολογία σας! Καλή ανάγνωση!

Στο δρόμο προς τη Βουδαπέστη

Οι Ούγγροι πέρασαν κάτω από το κάστρο του Μπραν όπως είχαν περάσει οι Βλαντιμιρέσκου πρωτύτερα, αλλά, σε αντίθεση με τον Σάντου και την Κορνέλια, οι τέσσερις άντρες απέφυγαν να ρίξουν έστω και μια ματιά. Οι δύο που οδηγούσαν την άμαξα, που ήταν οι ίδιοι που είχαν έρθει αντιμέτωποι με τους βρικόλακες, κοιτούσαν το δρόμο, έχοντας τα όπλα παραμάσχαλα, σαν μέθυσοι που φοβούνται μην τους πάρουν το μπουκάλι τους. Οι άλλοι, στο εσωτερικό, έλεγαν για το τι θα έκαναν όταν θα έφταναν στην πατρίδα. Όλοι ήξεραν ότι στα αριστερά τους υπήρχε το φρούριο, στο οποίο, σαν κακόγουστο αστείο τούς φαινόταν τώρα, μέχρι δύο μέρες πριν σχεδίαζαν να εισβάλλουν και να επιτεθούν σε ό,τι κατοικούσε εντός του. Μαζί με μερικούς χωριάτες για υποστήριξη. Ήταν γελοίο.

  «Πρόσφατα ίχνη» σχολίασε ο ένας από τους οδηγούς. Έδειξε το λευκό χιόνι που είχε ποδοπατηθεί, καθώς και τις γραμμές που υποδήλωναν ότι κάποιο τροχοφόρο είχε ταξιδέψει πριν από αυτούς.

  «Μπορεί να μην είναι όλοι τους ηλίθιοι τελικά» είπε ο άλλος, σκεπτόμενος πως μάλλον κάποιος είχε φύγει από το Μπραν. Όμως, δεν το πίστευε. «Βέβαια, ενδέχεται και να ανήκουν σε κάποιον άλλο. Από άλλο χωριό κλπ. Πιο πιθανό αυτό».

  «Ναι. Αλλά ποιος νοιάζεται; Σίγουρα όχι εγώ». Γέλασε και έψαξε στην τσέπη του για τσιγάρο.

  «Ούτε εγώ. Προφανώς. Εμείς τελειώσαμε με το Μπραν, με τον Ντράχοσλαβ, τον Βέλκαν και όλους τους άλλους κόπανους και τις πουτάνες που ζουν εκεί. Μπορούν να πάνε στο διάβολο, να του πουν γεια, σαν ευγενικοί άνθρωποι που είναι -τρομάρα τους!-, και μετά να πέσουν οικειοθελώς στα καζάνια του, για να ζεσταθεί το κοκαλάκι τους».

  Ο άλλος, που στο μεταξύ είχε βρει το τσιγάρο και το είχε ανάψει με ένα σπίρτο, τον κοίταξε σαστισμένος. Μετά, όμως, χαμογέλασε. «Καμία αντίρρηση από μένα». Πάντως, δεν τον είχε ακούσει ξανά τον συμπατριώτη του να μιλάει έτσι. Ή όπως είχε απειλήσει τον Ντράχοσλαβ πιο πριν. Νόμιζε πως τους είχε γραμμένους γενικά τους κατοίκους του Μπραν. Αλλά, όπως και να το έκανες, και οι τέσσερις είχαν εκνευριστεί (και φοβηθεί) μετά τα τελευταία γεγονότα, τόσο πολύ που, αν δεν έφευγαν, τότε ήταν εξαιρετικά πιθανό να σκοτώσουν κάποιον άνθρωπο.

  Το είχαν πάρει απόφαση ότι δεν θα ασχολούνταν ξανά με το χωριό, το κάστρο του, την Τρανσυλβανία, τον στρατό, τον Ντράχοσλαβ, τον Βέλκαν, τις μικρές Τσομπάνου, τα νεκρά σκυλιά, τους φοβητσιάρηδες χωριάτες, τις άσχημες χωριάτισσες και τα παιδαρέλια τους. Ας έκαναν ό,τι ήθελαν. Δική τους η μίζερη ζωή τους, ας την πετούσαν στα φρικιά. Εκείνοι είχαν τελειώσει οριστικά με δαύτους. Τώρα το μόνο που τους ένοιαζε ήταν να πάνε στην Ουγγαρία και να κάνουν μια ακόμα καινούρια αρχή. Περίπου όπως σχεδίαζαν και η Ρεβέκκα με τους λοιπούς βρικόλακες, με τη διαφορά βέβαια πως οι τέσσερις Ούγγροι δεν θα σκότωναν και δεν θα έπιναν το αίμα κανενός –τουλάχιστον, όχι κυριολεκτικά.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook