Η εντολή της κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 4.2

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Μπραν, Τρανσυλβανία

Λίγο πριν τις έντεκα, η εκκλησία ήταν έτοιμη, καθαρή, με λίγα κεριά αναμμένα και τις καρέκλες στη θέση τους. Η Στεφανία, μετά το τελευταίο σπίτι που επισκέφτηκε, δηλαδή αυτό του Σεραφείμ Καρατζιάλε, ήρθε αμέσως στον ναό, όπως είχαν συμφωνήσει με τον πατέρα Στεφάν. Θυμόταν ότι κατά βάση δεν είχε να κάνει πολλές δουλειές, πέραν από το να σκουπίσει, να καθαρίσει τις εικόνες και να ανάψει τα καντήλια. Επίσης, άνοιξε και τα παράθυρα, για να φύγει η μυρωδιά κλεισούρας. Ο ναός είχε μείνει κλειστός και έρημος, χωρίς κανέναν πιστό, από την τελευταία συγκέντρωση, πριν δύο μέρες.

  Δεν σκεφτόταν. Απλά κινούνταν στο χώρο και έκανε τα δέοντα, σαν να ήταν μια καθημερινή μέρα στο σπίτι. Ένιωθε κάπου στο μυαλό της να παλεύουν να ελευθερωθούν τα θηρία που είχε κλειδαμπαρώσει πίσω από διάφορες πόρτες, που τις είχε καλύψει με βαριές ντουλάπες. Δυσάρεστες αναμνήσεις και σκοτεινοί συλλογισμοί και ένα εκατομμύριο διαφορετικές, αλλά εξίσου ανησυχητικές, υποθέσεις για το χωριό, για το σπίτι, για τους δικούς της και για την ίδια, προσπαθούσαν να ξεπορτίσουν και να την κατακλύσουν, σαν ποταμοί που ενώνονται σε έναν τεράστιο χείμαρρο και απειλούν την κοντινή κατοικημένη περιοχή. Η Στεφανία, στιγμές προτού βγει στο Μπραν για να διαδώσει τα νέα για την προσευχή, είχε αποφασίσει να ακούσει κατά γράμμα τη συμβουλή της Ντανιέλα και να μην σκεφτεί το παραμικρό πριν την προσευχή. Δεν θα βοηθούσε κανέναν, και κυρίως δεν θα βοηθούσε τον εαυτό της, αν αφηνόταν στις κακές στιγμές του πρόσφατου παρελθόντος και στις οδυνηρά αόριστες εικόνες που θα την επισκέπτονταν τις επόμενες ημέρες (και, κυρίως, τις επόμενες βραδιές). Δεν είχε πει στους Οσμοκέσκου για τον εφιάλτη της, επειδή, αν και ήταν σαν καμένο δάσος, με λίγα σκόρπια δέντρα να υψώνονται ακόμα από το άγονο έδαφος, αφενός δεν ήθελε τον αναπολεί και αφετέρου δεν θα υπέβαλλε τον πατέρα της στο ίδιο μαρτύριο με εκείνη, να φαντάζεται όσα είχε δει η ίδια. Ίσως αργότερα να έλεγε κάτι, στον πατέρα Στεφάν ή στην Ντανιέλα. Αλλά όχι στον Λούκα.

  Έτσι, αδειάζοντας το μυαλό της από οτιδήποτε άλλο πέραν της αποστολής της, πήρε τους λίγους δρόμους που είχε το Μπραν και χτύπησε όλες τις πόρτες.

  Όλες. Αυτό δεν ήταν ακριβές. Δεν ήταν τόσο σωστό, έτσι; Φυσικά και δεν ήταν. Δεν θα είχε νόημα να πάει σε όλα τα οικήματα που είχαν ανεγερθεί με σκοπό να φιλοξενήσουν γενιές και γενιές ανθρώπων. Γιατί η Στεφανία ήξερε ότι δύο σπίτια ήταν άδεια. Οι Μολντοβάνου και οι Μπενγκέσκου δεν υπήρχαν πια. Σίγουρα όχι στο Μπραν.

  Λάθος, διόρθωσε τον εαυτό της. Δεν είναι στο χωριό, αλλά είναι στο κάστρο του. Στο κάστρο του Μπραν.

  Από την άλλη, δε, την ίδια μοίρα είχαν και ο Βαντίμ Πιτσούρκα με τον Ιονάταν Φερέσκου. Δηλαδή, η κυρία Κοβάτσι είχε πει ότι χάθηκαν την προηγούμενη νύχτα. Δεν είχε ξεκαθαρίσει πώς ακριβώς εξαφανίστηκαν, αλλά δε χρειαζόταν. Το σφιχταγκάλιασμα του Λούκα και οι φωνές από το σπίτι των Τσομπάνου και η αποχώρηση των Ούγγρων είχαν πείσει την Στεφανία για την κατάληξή τους.

  Η Κόμισσα. Η καταραμένη μάγισσα. Τι της είχαν κάνει και τους φερόταν με αυτό τον τρόπο; Ήταν δυνατόν να είναι τέρας, όπως λεγόταν;

  Γιατί να μην είναι; είχε σκεφτεί νωρίτερα η Στεφανία, όσο άκουγε τους Οσμοκέσκου να συζητάνε με τον πατέρα της. Οι δαίμονες υπάρχουν. Το λέει και στις Γραφές. Πόσοι και πόσοι άνθρωποι έχουν καταληφθεί από δαιμόνιο… Κάτι τέτοιο θα είναι και η Κόμισσα.

  Η Κόμισσα. Η μορφή με τον μαύρο μανδύα, που προπορευόταν των άλλων και που κρατούσε στο ένα χέρι τον Σάντου και στο άλλο την Κορνέλια, λες και ήταν σακιά με κοπριά. Οι οποίοι είχαν χαμογελάσει σαν άρρωστα σκυλιά, έτοιμα να χιμήξουν με το που τα αποδέσμευε ο αφέντης τους. Δεν ήταν πια ο αδερφός της και η μάνα της, αλλά ήταν κάτι άλλο. Κάτι άλλο.

  Ήταν σαν την μάγισσα. Η Στεφανία είχε ανατριχιάσει και από τη θύμησή της πέρασε η πρότερη επιθυμία της να παραμείνει ξαπλωμένη στο κρεβάτι του σπιτιού της, όπου ένιωθε ωραία, ότι ήταν ασφαλής. Της φάνηκε εντελώς χαζό. Σε εκείνο το κρεβάτι είχε δει τον εφιάλτη της. Ούτε το στρώμα, ούτε το μαξιλάρι, ούτε τα σκεπάσματα θα τη βοηθούσαν. Ήταν παιδιάστικη σκέψη. Το κρεβάτι δεν προστατεύει από κανένα τέρας. Χρειάζεσαι την προσευχή, τον Θεό και…

  «Ίσως δεχτεί να μας δώσει μερικά από τα όπλα του» είχε πει ο Στεφάν στον Λούκα και η Στεφανία ήπιε το τσάι της.

  «Το τελευταίο που θα ήθελες, ε, πάτερ;»

  «Από τα τελευταία πράγματα που θα ήθελα, σίγουρα. Εγώ δεν μπορώ να βοηθήσω με τα όπλα, και επειδή θα ήταν ενάντιο προς τη συνείδησή μου, αλλά και γιατί είμαι γέρος και ανίδεος με αυτά».

  «Εσύ μπορείς να βοηθήσεις αλλιώς, παπά» είχε πεταχτεί η Ντανιέλα. «Σε λίγη ώρα, συγκεκριμένα, θα συνδράμεις το ποίμνιό σου όπως αρμόζει σε έναν ιερέα».

  Η κουβέντα είχε συνεχιστεί, αλλά η Στεφανία δεν παρακολούθησε τα πάντα. Κάποια στιγμή, η Ντανιέλα τής είχε απευθύνει τον λόγο, ρωτώντας την πώς ήταν και εκείνη είχε πει ότι φοβόταν και ότι το μυαλό της πήγαινε να σπάσει. Και τότε ήταν που η σύζυγος του Στεφάν έδωσε τη συμβουλή της, κάνοντας την Στεφανία να νεύσει και να βγει από το σπίτι με ελαφρώς αναπτερωμένο ηθικό.

  Η Στεφανία πήγε τελικά και στο σπίτι των Βαντίμ και των Φερέσκου, έπειτα από υπόδειξη των Οσμοκέσκου. Και στις δύο περιπτώσεις, εξέλαβε την ίδια απόκριση «Εντάξει. Ευχαριστούμε, καλή μου», με ένα τρεμάμενο, βιαστικό χαμόγελο στα χείλη των γυναικών. Από το εσωτερικό των κατοικιών, ακούγονταν αναφιλητά από παιδιά και ηλικιωμένους, τα οποία μεταδίδονταν σαν αρρώστια στην χήρα που στεκόταν στο κατώφλι, ρίχνοντας τις άμυνες της και η Στεφανία βρισκόταν στην δυσάρεστη θέση να πιέζεται να αφεθεί στα όσα συγκρατούσε κλειδαμπαρωμένα στο μυαλό της.

  Έφυγε και από τα δύο σπίτια μέσα σε δευτερόλεπτα από τη στιγμή που της άνοιγαν, πριν γίνει πιο άβολη η κατάσταση.

  Τώρα, ανάβοντας το τελευταίο καντήλι, αυτό της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, ένιωσε ένα ελαφρύ μειδίαμα, οι τρίχες της πλάτης της ορθώθηκαν, σαν να την παρακολουθούσε κάποιος. Σταμάτησε το συγύρισμα. Γύρισε και είδε το μάτι πάνω από την Ωραία Πύλη. Μετά, σάρωσε το χώρο. Πολλές εικόνες αγίων. Πολλά ζευγάρια μάτια. Αλλά κανένας άνθρωπος τριγύρω. Όχι ακόμα. Τα πρόσωπα στις εικόνες και στις αγιογραφίες δε φαίνονταν να έχουν αλλάξει, ούτε στο πώς στέκονταν οι μορφές, ούτε στο βλέμμα ή στην έκφραση του προσώπου. Όλα ήταν ίδια και απαράλλαχτα. Όμως, η Στεφανία ένιωθε περίεργα –με την κακή έννοια. Σαν να περίμενε ότι κάποια τέρατα θα ορμούσαν από κάθε πόρτα και παράθυρο.

  Αλλά, σκέφτηκε, αυτό δεν θα μπορούσε να συμβεί. Κανένας υπήκοος του Διαβόλου δεν θα γινόταν δεκτός στο σπίτι του Θεού. Θα καιγόταν πριν καν πατήσει το πόδι του στην είσοδοή πριν πετάξει πάνω από το πάτωμα. Εδώ μέσα μόνο ασφάλεια μπορούσες να έχεις και αγαλλίαση. Αλίμονο αν κι ο ναός ήταν ένα μέρος σαν όλα τα άλλα. Δεν θα υπήρχε καμιά σωτηρία τότε κι αυτή ήταν μια ακόμα σκέψη που τρομοκρατούσε την Στεφανία.

  Μα τι με έπιασε; αναρωτήθηκε. Γιατί κάνω σαν παιδί;

  Έκανε, όμως, σαν παιδί; Η αλήθεια ήταν πως αυτή την αλλόκοτη αίσθηση δεν την ένιωθε μόνο λόγω των πρόσφατων γεγονότων ή μόνο όταν ακόμα ήταν πολύ μικρή. Όχι, από τα δώδεκα της περίπου αυτή η αίσθηση είχε αποκτήσει μια εντελώς διαφορετική σημασία. Ο τρόπος που κοιτούσε κάποια αγόρια. Το ότι την ενοχλούσαν διάφορες καταστάσεις ή συμπεριφορές που μέχρι τότε δεν την πολύ-ένοιαζαν. Ο πόνος. Το αίμα ανάμεσα στα πόδια της, που την πρώτη φορά την ανάγκασε να βάλει τα κλάματα και είχε κάνει το πρόσωπό της να ασπρίσει σαν πανί. Ευτυχώς που εκείνη την ημέρα ήταν και η Κορνέλια στο σπίτι και τη βοήθησε και την παρηγόρησε και της εξήγησε τι συνέβαινε. Ωστόσο, η Στεφανία δεν είχε νιώσει πολύ άνετα έτσι μισόγυμνη που ήταν με την μητέρα της παρούσα –πάλι καλά που οι άντρες δεν ήταν εκεί και, απ’ όσο ήξερε, δεν το έμαθαν στο εγγύς μέλλον, με εξαίρεση τον πατέρα της που το πληροφορήθηκε πολύ καιρό μετά. Της άρεσε που μέχρι εκείνη τη χρονιά είχε αποκτήσει σε μεγάλο βαθμό την ελευθερία της με την τουαλέτα και την περιποίησή της. Η περίοδος είχε έρθει ξαφνικά και παραλίγο να ανατρέψει τα πράγματα, αλλά, προς ανακούφιση της κοπέλας, δεν συνέβη κάτι τέτοιο, η μητέρα της απλά την ρωτούσε για τους επόμενους μήνες πώς τα πήγαινε ως προς αυτό, μέχρι που σταμάτησε, θεωρώντας πως η Στεφανία ήταν αρκετά μεγάλη για να μιλήσει όταν θα το έκρινε αναγκαίο.

  Κι η Κορνέλια είχε δίκιο, αλλά μόνο εν μέρει. Δηλαδή, όντως, η κόρη της ανέφερε οτιδήποτε την ανησυχούσε, όμως όχι τα πάντα. Κάποιες από τις αλλαγές που υφίσταντο το σώμα και το μυαλό της δεν ένιωθε καλά να τις πει. Πώς να της πει για την ενόχληση στο στομάχι της, που δεν έμοιαζε με καμιά άλλη που είχε νιώσει; Ή, καθώς πέρασαν δύο χρόνια, πώς να μιλήσει με μια κάποια άνεση για εκείνο το κάψιμο;…

  «Μα τι σκέφτεσαι τέτοια ώρα;» μονολόγησε και σκούπισε το μέτωπό της με το μανίκι του φορέματός της, καθώς αντιλήφθηκε ότι είχε ιδρώσει. Κοίταξε γύρω της. Ακόμα μόνη –αλλά όχι εντελώς, κυρία μου, μη ξεχνάς πού βρίσκεσαι. «Αμαρτία, Θεέ μου» ψέλλισε. «Συγχώρα με». Σαν η συνείδησή της να ήθελε να επιβεβαιώσει το λάθος της, της ήρθαν αναμνήσεις από μια εξομολόγηση που είχε κάνει με τον πατέρα Στεφάν, ο οποίος είχε ενημερωθεί από πιο πριν, από την Κορνέλια. Η Στεφανία του είχε πει για τις σκέψεις της για τα αγόρια και για το πώς αντιδρούσε το σώμα της ώρες-ώρες –χωρίς, όμως, να γίνει πολύ περιγραφική. Ο παπάς, έχοντας μιλήσει με δεκάδες νεαρές κοπέλες του χωριού, την είχε αφήσει να μιλήσει για ώρα, χωρίς να τη διακόψει. Έπειτα, της είχε δώσει τις συμβουλές του, που βασικά περιελάμβαναν προσευχή και εγκράτεια. «Οι αμαρτίες της σάρκας είναι πολύ ισχυρές, γι’ αυτό και ο Θεός έχει επιτρέψει να τις βιώνουμε σε συγκεκριμένες συνθήκες. Δηλαδή, όταν παντρευόμαστε. Και τότε, όμως, μέχρι ενός σημείου, μόνο για τεκνοποίηση. Όχι για καλοπέραση. Θα το δεις και όταν θα παντρευτείς, Στεφανία».

  Αλλά, όπως συνέβαινε και με την εξήγηση του Στεφάν σχετικά με την απορία της για το ότι ο Θεός δεν ανταποκρινόταν άμεσα στους ανθρώπους, η Στεφανία δεν είχε πειστεί εντελώς. Απλά άφησε το θέμα στην άκρη, καταχωνιάζοντάς το σε μια απόμερη γωνιά του μυαλού της –και προσπαθώντας να μην ενδώσει στις ορέξεις του κορμιού της. Το πρόβλημά της με τις συγκεκριμένες παραινέσεις του ιερέα, πέραν από την (παιδική αφέλεια) αδυναμία της να τις ενστερνιστεί, ήταν το ότι δεν θεωρούσε πιθανό πως θα παντρευόταν. Η μαμά της έλεγε ότι δεν πρέπει να τρώει πολύ. «Για να μη γίνεις σαν εμένα, καλή μου. Χοντρή και άσχημη. Δεν είναι πολλοί οι νεαροί που θέλουν για συζύγους τους χοντρές γυναίκες. Ο πατέρας σου είναι από τους λίγους». Αλλά η μαμά δεν ήταν άσχημη. Κι ο Σάντου είχε την ίδια άποψη. Άρα; Μήπως η μαμά δεν είχε δίκιο; Κι απ’ την άλλη, αν το πάχος δεν την ασχήμαινε, γιατί τα αγόρια του χωριού δεν της έδιναν τη σημασία που ήθελε;

  Η Στεφανία δεν ήξερε. Αυτό που ήξερε είναι πως έπρεπε να κάνει κάτι για το φαγητό. Γιατί δεν της άρεσε που φούσκωναν τα μάγουλά της και η κοιλιά της και τα πόδια της.

  Στην πόρτα του ναού, φάνηκαν ο πατήρ Στεφάν και η Ντανιέλα. Αν υπολόγιζε σωστά, χρειάζονταν ακόμα δέκα λεπτά για τις έντεκα. Τους είδε που προσκύνησαν, άναψαν το κερί τους, με τον ιερέα να πηγαίνει κατευθείαν στο ιερό, αφήνοντας τη σύζυγό του να έχει καθίσει με κόπο στη μεριά των γυναικών.

  Αποφάσισε να πάει να καθίσει δίπλα στην Ντανιέλα.

  Ο Στεφάν ξεκίνησε τις ετοιμασίες για την παράκληση του αγίου Φανουρίου. Άναψε τα κεριά στην Αγία Τράπεζα και το κάρβουνο στο θυμιατό. Το είχε συζητήσει με την Ντανιέλα και είχαν αποφασίσει πως θα ήταν καλύτερο να γίνει έτσι κι όχι απλώς μια προσευχή.

  Παραμέρισε την κουρτίνα της Ωραίας Πύλης τη στιγμή που οι πρώτοι πιστοί άρχισαν να έρχονται. Οι Σιμεονέσκου, οι Μιχάι, οι Βάντου. Η κυρία Κοβάτσι μετά του συζύγου, των παιδιών της και των οικογενειών τους. Η Κωνστάνσα Μαρτινέσκου, που για λίγο θα άφηνε το καφενείο στον άντρα της, μαζί με τον γιο της, τον Άντον. Οι ηλικιωμένοι Ιλιέσκου και Στεφόνιου, φίλοι αχώριστοι από παλιά. Συνέρρεαν στον ναό, ακολουθώντας την γνωστή διαδικασία, αν και αυτή τη φορά, καθώς άναβαν το κερί τους, ψιθύριζαν μερικά δευτερόλεπτα παραπάνω από το συνηθισμένο, ενώ προσκυνούσαν τις εικόνες ακουμπώντας το κεφάλι τους σε αυτές, σαν να ήταν διψασμένοι που έσκυβαν στη βρύση για να πιουν νερό. Έπειτα, πλησίαζαν τον πατέρα Στεφάν, υποκλίνονταν, κάποιοι ζητούσαν να του φιλήσουν το χέρι και μετά κάθονταν είτε στη μία πλευρά της εκκλησίας, είτε στην άλλη. Δεν συζητούσαν μεταξύ τους, πέραν από ένα νεύμα κι ένα συγκρατημένο χαμόγελο.

  Ο πενηνταπεντάρης Ντομίνικ Παβλένκο, που ήταν ο τωρινός επίτροπος και ψάλτης της εκκλησίας, έβγαλε το καπέλο του πριν μπει στον ναό και σκούπισε τα χέρια του στο παντελόνι του, ακολουθώντας τους υπόλοιπους που προηγούνταν. Σε αντίθεση με τους άλλους, δεν πήγε να καθίσει, αλλά ρώτησε τον πατέρα Στεφάν αν ήταν ώρα να χτυπήσει την καμπάνα.

  Τότε ακούστηκε όντως η καμπάνα, τρομάζοντας τους δύο άντρες, αναγγέλλοντας ότι η ώρα είχε πάει έντεκα.

  «Σε δέκα λεπτά» απάντησε ο Στεφάν. Είχε δει πως η ουρά που σχηματίστηκε από τους πιστούς έφτανε στο τέλος της. Πρόωρα. Κάτι που σήμαινε πως δεν είχαν έρθει όλοι. Όλοι όσοι έχουν απομείνει, δηλαδή, σκέφτηκε με πικρία. Και δεν είχε στο μυαλό του τόσο τους Τσομπάνου, που (ήλπιζε) περίμενε πως θα έρχονταν αργότερα, όχι. Δεν έβλεπε τα νεαρότερα μέλη των Φερέσκου και Πιτσούρκα, τους Καρατζιάλε, τους Ραντακάνου ή τους Φιλιπέσκου, παρά μόνο τους ηλικιωμένους. Ήταν αρκετοί αυτοί που δεν περίμεναν τη σειρά τους. Για τον Ιονάταν και τον Βαντίμ, το καταλάβαινε, αλλά οι οικογένειές τους; Οι σύζυγοι, τα παιδιά; Οι γέροντες; Αυτοί θα έπρεπε να έρθουν πρώτοι, να παρακαλέσουν τον Θεό, να λυπηθεί την ψυχή των αντρών που είχαν χαθεί.

  Οι άλλοι; Πού ήταν; Γιατί έλειπαν;

  Γιατί είναι στους Τσομπάνου. Έχουν ταχθεί με τον Ντράχοσλαβ. Θέλουν την εύνοιά του. Νομίζουν πως αυτός μόνος του θα τους προσφέρει όσα εκείνοι προσδοκούν για την παρούσα κατάσταση. Αλλά θα έρθουν. Όταν αν έρθει και ο Ντράχοσλαβ.

  Ο Στεφάν κοίταξε τον Ντομίνικ, που περίμενε. «Μου είπες κάτι άλλο;» τον ρώτησε.

  «Όχι, πάτερ. Απλά σκεφτόμουν». Χαμογέλασε, αλλά χωρίς κανένα ίχνος χαράς. Ήταν σαν να έπρεπε να το κάνει, παρά το ότι δεν το ένιωθε.

  «Θα βρούμε μια λύση, Ντομίνικ. Έχω πει στους Τσομπάνου να έρθουν, για να μιλήσουμε. Αλλά όχι όπως την τελευταία φορά. Γιατί τώρα δεν υπάρχει χρόνος για τσακωμούς και αλληλοκατηγορίες. Δεν έχουμε αυτή την πολυτέλεια».

  «Πάτερ, τον ξέρετε τον Ντράχοσλαβ. Και τον Βέλκαν, εδώ που τα λέμε. Τους είδατε πώς αντέδρασαν προχτές. Νομίζουν πως είναι οι κυρίαρχοι της Τρανσυλβανίας και μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν με τα όπλα τους». Ο Ντομίνικ έτριψε το μουστάκι του, όπως συνήθιζε όταν αγχωνόταν ή όταν εκνευριζόταν.

  «Μετά από τα τελευταία συμβάντα, ίσως αλλάξουν ρότα».

  Ο Ντομίνικ ανασήκωσε τους ώμους του και απομακρύνθηκε. Πέρασε ανάμεσα από τον κόσμο και πλησίασε το παγκάρι, όπου το γέμισε με κεριά.

  Ο πατήρ Στεφάν περίμενε δύο λεπτά ακόμα, χωρίς να φύγει από την Ωραία Πύλη. Έπειτα, μη βλέποντας άλλους να έρχονται και αντιλαμβανόμενος την ανησυχία του κόσμου, είπε «Αγαπητοί μου. Αγαπητές μου. Ήρθαμε σήμερα εδώ, για να προσευχηθούμε και να παρακαλέσουμε τον Ύψιστο και τους αγίους μας να μας δώσουν τη φώτιση και τη δύναμη να νικήσουμε το Κακό. Θα τελέσουμε την παράκληση του αγίου Φανουρίου, για να μας φανερώσει όσα επιθυμούμε».

  Τον κοιτούσαν. Κατένευαν, έκαναν το σταυρό τους. Υποκλίνονταν. Περίμεναν. Όσοι είχαν μικρά παιδιά, τα κρατούσαν κοντά τους και τους ψιθύριζαν τι να κάνουν –κυρίως, ησυχία. Δεν είχαν πάει στου Ντράχοσλαβ. Δεν πίστευαν πως η λύση θα δινόταν με τα όπλα και σίγουρα όχι από τους ίδιους.

  Αυτοί ήταν με το μέρος του.

  Όχι, μάλωσε τον εαυτό του. Όχι, όχι με το δικό μου μέρος. Δεν πρέπει να σκέφτομαι έτσι. Τώρα δεν έχει «δικοί μου» και «δικοί του». Πρέπει να είμαστε όλοι μαζί, ενωμένοι. Ενωμένοι υπό τον Θεό.

  Έκανε το σταυρό του και ένευσε στον Ντομίνικ.

  Ήταν ώρα να αρχίσουν.

  Η καμπάνα σήμανε ξανά, λιγότερες φορές από πριν, διατυμπανίζοντας την έναρξη της παράκλησης. Οι παρευρισκόμενοι σηκώθηκαν όρθιοι και ο πατήρ Στεφάν διάβασε τις πρώτες ψαλμωδίες, συνοδεία του Ντομίνικ.

Περίπου μισή ώρα αργότερα, καθώς έβγαινε να πει το Ευαγγέλιο, ο πατήρ Στεφάν είδε τους Τσομπάνου, όλους τους, και όσους είχαν ταχθεί με το μέρος τους να μπαίνουν στον ναό, πίσω από τον Λούκα Βλαντιμιρέσκου.

  Αντάλλαξε μια ματιά με τον Ντράχοσλαβ και τον Βέλκαν και κατάλαβε πως ο Θεός είχε εισακούσει τις προσευχές του.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook