Η εντολή της κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 4.2

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δώδεκα και δέκα ολοκληρώθηκε η παράκληση.

  Μετά το τέλος, ο κόσμος άρχισε να αποχωρεί. Μερικοί έμειναν λίγο και συνομίλησαν μεταξύ τους. Ο Μιρόν Μπρεμπάν, ένας γεροδεμένος τριαντάρης, με κοντό μαύρο μαλλί, και μαχαίρι στη ζώνη του, πλησίασε τον κοντύτερό του κατά ένα κεφάλι, πατέρα Στεφάν. Ήταν αγχωμένος, ίδρωνε και κινούνταν νευρικά, σαν να είχε επείγουσα δουλειά και καθυστερούσε. Αφού ζήτησε την ευχή του παπά, τον ρώτησε «Πάτερ, λέτε, να φύγουν; Τα… τα τέρατα; Πιστεύετε ότι δεν θα ξανάρθουν;»

  Ο Στεφάν τον ήξερε, φυσικά. Ερχόταν για εξομολόγηση και σε κάθε Μυστήριο που έκαναν στον ναό. Είδε πως είχε φέρει μαζί του τους γονείς του, τον Ράζβαν και την Ρίλια, με τους οποίους έμενε στο ίδιο σπίτι. Κάθονταν στην τέταρτη σειρά, άκρη-άκρη, κρατώντας τις μαγκούρες τους και χαιρετώντας τους συγχωριανούς τους. Τον είχαν αποκτήσει σε μεγάλη ηλικία, κοντά στα πενήντα τους. Αλλά, έστω και αργά, είχαν κάνει ένα παιδί, σκέφτηκε ο Στεφάν με ζήλια.

  Γύρισε προς τον Μιρόν. Ήξερε ότι ο μικρός δεν έκανε ρούπι χωρίς να τους ρωτήσει. Έτρεμε μην του πάθουν το οτιδήποτε. Τους φρόντιζε με τη μέγιστη δυνατή αγάπη, αλλά έχοντας αφήσει παράμερα, σαν χαλασμένο κάρο, τον εαυτό του και τις όποιες επιδιώξεις μπορεί να είχε ως νέος άντρας. Κυνηγούσε ο ίδιος και έκανε όλες τις αγροτικές δουλειές της οικογένειας, αλλά και του σπιτιού. «Όχι, Μιρόν. Δεν το νομίζω. Αλλά το εύχομαι».

  «Α, ναι. Σωστά». Ο Μιρόν έξυσε το κεφάλι του και κοίταξε πίσω του, χωρίς να δίνει μεγάλη σημασία σε κάποιον άλλο, πέραν από τους γονείς του. Μετά, κοίταξε προς το ιερό, σαν να περίμενε να βγει ο ίδιος ο Χριστός και να χαιρετήσει τους πιστούς Του. «Ναι, βέβαια, κι εγώ το εύχομαι, πάτερ» είπε. Ο Μιρόν δεν είχε ποτέ ιδιαίτερες επαφές με τους υπόλοιπους κατοίκους του Μπραν. Ακόμα και στις μεγάλες γιορτές και στις παραστάσεις που έδιναν κατά καιρούς περιφερόμενοι Ρομά, ο Μιρόν περνούσε απαρατήρητος. Υπήρχε, αλλά και δεν υπήρχε. Σαν να μην ταίριαζε με τους υπόλοιπους.

  Ο παπάς σήκωσε τα χέρια του και έπιασε τον νεαρό από τους ώμους, μια κίνηση που τον έκανε να μορφάσει λίγο από την προσπάθεια –λογικό, αν σκεφτεί κανείς ότι είχε σταθεί και μια ώρα όρθιος και πηγαινοερχόταν. «Άκουσέ με, Μιρόν. Θα κάνουμε την προσευχή μας και ο Θεός θα μας βοηθήσει. Μόνο, μη χάσουμε την πίστη μας». Αυτό το τελευταίο δεν το έλεγε μόνο για τον νεαρό, αλλά και για τον ίδιο του τον εαυτό. Ήθελε και ο ίδιος να το ακούσει από το δικό του το στόμα.

  Ο Μιρόν ένευσε. Όπως έκανε και στις εξομολογήσεις, όταν του έδινε ο Στεφάν κάποια συμβουλή. Συνήθως, τις ακολουθούσε, αλλά με τον Μιρόν δεν μπορούσες να είσαι πάντα βέβαιος. Εκτός αν ήσουν ο Ράζβαν ή η Ρίλια. Αυτοί είχαν την μεγαλύτερη επίδραση στον Μιρόν. Ο Στεφάν, καμιά φορά, σκεφτόταν ότι άνθρωποι σαν τον εν λόγω νεαρό θα μπορούσαν να κάνουν πολλά περισσότερα, απ’ όσα έκαναν στην ζωή τους. Να σπουδάσουν και να φανούν χρήσιμα μέλη στην κοινωνία, ξεκινώντας από τους ίδιους, συνεχίζοντας με το να βρουν έναν αντίστοιχα καλοπροαίρετο άνθρωπο για να δημιουργήσουν μια οικογένεια και έπειτα με το να εργαστούν. Αλλά κάτι τους κρατούσε πίσω. Οι γονείς τους ή γενικότερα προσφιλή τους πρόσωπα; Ίσως. Ή μπορεί να ήταν κάποιος άλλος λόγος. Κάποιος φόβος, μια περίπλοκη ανησυχία… Όμως, ό,τι κι αν ίσχυε, ήταν κρίμα να μένουν στάσιμοι (και) αυτοί οι άνθρωποι.

  Ο Στεφάν είδε τους άρρενες Τσομπάνου να περιμένουν στην μπροστινή σειρά. Μόνοι, χωρίς τους σωματοφύλακές τους. Στην άλλη πλευρά, η Ιούλια, η Εμιλιάνα και οι μικρές συζητούσαν αναμεταξύ τους, με την Λία και την Αντελίνα να πειράζουν η μία την άλλη και να φωνάζουν, και την μάνα τους να γυρίζει και να τους ζητάει να κάνουν ησυχία.

  «Ντράχοσλαβ, Βέλκαν» τους είπε ο Στεφάν, «έρχομαι να τα πούμε».

  Του ένευσαν.

  Όπως το περίμενε ο παπάς, όσοι δεν είχαν ξεπορτίσει ακόμα, γύρισαν με ενδιαφέρον προς αυτόν και τους Τσομπάνου. Και μετά έφυγαν. Και σίγουρα θα το συζητούσαν με τους συγχωριανούς τους.

  Τα πράγματα έμπαιναν στην θέση τους και ο παπάς χαιρόταν λιγάκι.

  Εκείνος είπε στον νεαρό «Μιρόν, θα τα πούμε και άλλη στιγμή, εντάξει; Έχε πίστη και ο Θεός θα μας έχει καλά».

  Ο Μιρόν ανασήκωσε τους ώμους του και απομακρύνθηκε. Έφυγε μαζί με τους γονείς του. Χωρίς να φιλήσει το χέρι του ιερέα.

  Πρώτη φορά στα χρονικά.

  Πρώτη και τελευταία.

  Ο Στεφάν πλησίασε πρώτα την Ντανιέλα, την Στεφανία και τον Λούκα και τους είπε να προσεγγίσουν πρώτα αυτοί τον Ντράχοσλαβ και τον Βέλκαν και να καθίσουν κοντά τους. Μετά, πήγε στις Τσομπάνου, οι οποίες τον ενημέρωσαν για τον θάνατο του πατέρα της Εμιλιάνα και την κακή κατάσταση της μητέρας της.

  «Λυπάμαι πολύ» είπε. «Ο Θεός να τον αναπαύει και να δίνει δύναμη στην μητέρα σου και σε εσάς, Εμιλιάνα».

  «Ευχαριστώ, πάτερ».

  Τότε ήταν που η Λία πετάχτηκε, λέγοντας «Εγώ, παππούλη, είδα την Μαγκνταλένα. Ήρθε στο μπαλκόνι και ήθελε να μπει στο σπίτι μας, αλλά δεν την άφησα».

  «Λία, όχι τώρα» είπε η Ιούλια με αυστηρότητα.

  Ο Στεφάν κοίταξε την μικρή, παραξενεμένος. «Τη Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου;»

  «Ναι, ναι, αυτή. Πω, πω, πόσο με τρόμαξε. Και τις δύο μας τρόμαξε, και εμένα και την Αντελίνα».

  «Γιατί σας τρόμαξε;» ρώτησε ο Στεφάν, αν και κάτι μέσα του διαμαρτυρήθηκε έντονα. Ήθελε και δεν ήθελε να ξέρει τι είχε απογίνει η Μαγκνταλένα –και κατά συνέπεια, η Μαριάννα, οι Μολντοβάνου και οι Βαντίμ και Ιονάταν.

  Πριν προλάβει να απαντήσει η Λία, ακούστηκε ο Βέλκαν. «Εμιλιάνα, Ιούλια, πηγαίνετε σπίτι με τις μικρές. Τώρα».

  Οι γυναίκες υπάκουσαν. Πήραν την ευχή του Στεφάν και αποχώρισαν, αφήνοντάς τον να συλλογίζεται. Να προσπαθεί να ανακαλύψει τι ήταν αυτό που του διέφευγε και που τον άγχωνε τόσο πολύ σήμερα. Αυτό που είχε πει η Λία έκανε πιο έντονη την αίσθηση, αλλά ακόμα ήταν θολή, σαν κάτοπτρο που δεν έχει καθαριστεί επιμελώς.

  «Πάτερ; Θα έρθετε;»

  Ο Στεφάν πήγε και κάθισε ανάμεσα στον Λούκα και την Ντανιέλα και απέναντι στους Τσομπάνου. Ήταν μόνοι τους τώρα. Η πόρτα θα παρέμενε ανοιχτή, αφού δεν είχαν κάτι να κρύψουν. Συν ότι ο ιερέας επιδίωκε να ακούσουν και άλλοι τα όσα θα λέγονταν.

  Υπήρχε αμηχανία, η ατμόσφαιρα τεταμένη, λες και ήταν θεατές στην άδικη εκτέλεση κάποιου κατηγορουμένου. Κανείς δεν ξεκινούσε τη συζήτηση. Ο Ντράχοσλαβ κοιτούσε τη μαγκούρα του, ενώ ο Βέλκαν είχε τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Η Ντανιέλα και η Στεφανία έμοιαζαν σαν να σκέφτονταν τι δουλειές είχαν αφήσει στο σπίτι. Ο Λούκα είχε τους ώμους γερτούς, αλλά τα μπράτσα σφιγμένα, σαν να ετοιμαζόταν για σοβαρή αντιπαράθεση. Κι ο Στεφάν δυσκολευόταν να πει μια από τις, ομολογουμένως, πιο ζόρικες λέξεις που μπορούσαν να ειπωθούν. Συγνώμη. Το έλεγε μέσα του, αλλά όχι φωναχτά. Πίστευε ότι όταν θα ερχόταν αυτή η στιγμή θα το ξεστόμιζε με περίσσια ευκολία, γιατί έπρεπε να το πει, όμως, όπως συμβαίνει συχνά, τα πράγματα δεν πήγαιναν όπως ακριβώς τα σχεδίαζε.

  Κάποιο εμπόδιο του Διαβόλου; αναρωτήθηκε. Αυτές τις μέρες, ο Σατανάς φαινόταν σαν να ήταν ένα άπιαστο θεριό με φτερά και πετούσε στο Μπραν, στους δρόμους του και μέσα στα σπίτια του, δίχως να βρίσκει αντίσταση. Λες και οι κάτοικοι, αντί να τον ξορκίζουν, τον καλούσαν να τους επισκεφτεί. Όχι άμεσα, αλλά με την αδύναμη ψυχή τους, που έχανε την πίστη της, μοιάζοντας με οίκημα που έχανε τη σκεπή του, ένα τούβλο κάθε νύχτα.

  Αλλά εδώ δεν έχει καμιά δουλειά, παπά. Όχι στον οίκο του Θεού. Στο σπίτι σου, μπορεί να εισβάλλει, και μάλλον ήδη το έχει κάνει, όμως εδώ είναι αδύνατο. Κακώς το σκέφτηκες.

  Δεν υπάρχει κανένας δαίμονας στον ναό.

  Κανένας δαίμονας.

  ΚΑΝΕΝΑΣ. ΔΑΙΜΟΝΑΣ.

  Ο Ντράχοσλαβ ξερόβηξε και ο Στεφάν βρήκε επιτέλους τη φωνή του.

  «Νομίζω πως μπορούμε να ξεκινήσουμε» είπε.

  «Ναι».

  «Πριν πούμε οτιδήποτε άλλο, θέλω να ζητήσω συγνώμη, Ντράχοσλαβ. Κι από σένα, Βέλκαν. Έκανα λάθος. Δεν έπρεπε να είχα φερθεί…» Έκανε μια αόριστη κίνηση με το χέρι του. «Σαν να μάλωνα κάνα παιδί».

  Να τη πάλι! Αυτή η σκέψη που ερχόταν και έφευγε, πριν προλάβει να τη δει καθαρά, ξεπρόβαλλε από τη γωνιά της και κρύφτηκε ξανά.

  Ο Βέλκαν με τον πατέρα του απολογήθηκαν κι αυτοί, αναφέροντας πως είχαν φερθεί υπερβολικά απαξιωτικοί προς τον πατέρα Στεφάν. «Όλοι κάναμε λάθη» τόνισε ο Βέλκαν. «Εμείς ειδικά… Νομίσαμε πως θα είχαμε το πάνω χέρι με τα όπλα και τους Ούγγρους, αλλά δεν το σκεφτήκαμε πολύ καλά».

  Ο Ντράχοσλαβ δεν μίλησε.

  «Λυπάμαι που ήρθαν έτσι τα πράγματα».

  «Χάσαμε δύο συγχωριανούς μας» συνέχισε ο Βέλκαν «χάσαμε τα σκυλιά μας, παραλίγο να χάσουμε την Λία και την Αντελίνα… Αν συνέβαινε και αυτό, πάτερ, πραγματικά δεν θα το άντεχα».

  «Τι έγινε με τις μικρές; Κάτι είπε η Λία για την Μαγκνταλένα».

  Ο Βέλκαν του είπε για εκείνο το βράδυ.

  «Χριστέ μου!» αναφώνησαν η Στεφανία και η Ντανιέλα, ενώ ο Λούκα έμεινε με το στόμα ανοιχτό.

  «Ώστε ισχύει, λοιπόν» ψιθύρισε ο Στεφάν. «Υπάρχουν βρικόλακες».

  «Ναι. Τους είδαν και δύο Ούγγροι. Όταν περιπολούσαν με τον Ιονάταν και τον Βαντίμ. Είδαν μία γυναίκα και έναν άντρα. Πυροβόλησαν την γυναίκα με δύο Μάνλιντσερ, σχεδόν εξ επαφής. Μιλάμε για πολύ κοντινή απόσταση. Ένας άνθρωπος θα είχε πεθάνει και με μία μόνο βολή. Όμως, εκείνη… Εκείνη την τραυμάτισαν, μάτωσε, αλλά μετά δε βρήκαν το πτώμα της, ενώ ο άλλος μπόρεσε να τους αφοπλίσει πανεύκολα. Ήταν σαν να είναι ένα με τη νύχτα αυτοί οι δύο. Από το πουθενά εμφανίστηκαν και έπειτα, όταν τέλειωσαν για εκείνη τη βραδιά, χάθηκαν με τον ίδιο τρόπο. Αλλά πρώτα απείλησαν τους Ούγγρους. Βασικά, τους άφησαν ένα μήνυμα για όλους μας».

  Ο Στεφάν τον κοίταξε. Μετά, κοίταξε και τους άλλους γύρω του. Κανείς τους δεν θα ρωτούσε. Ούτε ο ίδιος θα το έκανε, αλλά έπρεπε να μάθουν. Έτσι κι αλλιώς, απ’ ό,τι καταλάβαινε, δεν θα γλίτωναν τα χειρότερα. Ένιωθε ότι η κατάσταση κορυφωνόταν. Τα τέρατα είχαν ξεκινήσει με σπίτια όπου δεν μπορούσαν να βρουν ουσιαστικά καμιά αντίσταση. Συνέχισαν –όχι, σκέφτηκε, η Μαγκνταλένα συνέχισε– με τα σκυλιά και τον εκφοβισμό δύο ανήλικων κοριτσιών, και πιθανώς μια ακόμα εισβολή –που ευτυχώς είχε αποτραπεί. Και χθες… Χθες αναμετρήθηκαν με μια ομάδα περιπολίας. Και νίκησαν.

  Είχαν αποθρασυνθεί. Ερχόντουσαν και έφευγαν, κάνοντας ό,τι ήθελαν. Επιτίθονταν σε λίγους, αλλά ποιος θα έπαιρνε όρκο ότι δεν θα το πήγαιναν ένα βήμα παρακάτω; Ή πολλά βήματα, αλλά σε μικρό χρονικό διάστημα –πχ στις τρεις νύχτες; Μπορεί τις πρώτες φορές απλά να έπαιζαν με τους ανθρώπους. Να έπαιρναν την τροφή τους, όμως δίχως να εξαντλήσουν τα αποθέματα.

  Πάτερ, λέτε, να φύγουν; Τα… τα τέρατα; Πιστεύετε ότι δεν θα ξανάρθουν; τον είχε ρωτήσει ο Μιρόν. Ο Στεφάν είχε απαντήσει όσο πιο συγκρατημένα μπορούσε, χωρίς να πει ψέματα. Αλλά μέσα του ήταν σίγουρος. Οι επισκέψεις δεν θα σταματούσαν. Δεν θα σταματούσαν μέχρι να μη μείνει ούτε ένας ζωντανός άνθρωπος.

  Ρώτησε «Τι μήνυμα άφησαν, Βέλκαν;»

  «Είπαν “Σταματήστε τις απερίσκεπτες πράξεις σας. Δεχτείτε τη μοίρα σας, σαν γνήσια θηράματα. Αλλιώς θα υποφέρετε στην ανυπαρξία. Πείτε το σε όλους. Η εντολή της Κόμισσας θα πραγματοποιηθεί, ό,τι κι αν κάνετε. Ο χρόνος για το Μπραν μετράει αντίστροφα. Όσοι βρεθείτε στο δρόμο μας, θα πεθάνετε με τους πιο φριχτούς τρόπους. Γι’ αυτό παραδοθείτε, και θα ζήσετε αιώνια.”».

  Ο Λούκα, η Στεφανία και η Ντανιέλα σταυροκοπήθηκαν. Το ίδιο έκανε και ο Στεφάν. Κοίταξαν γύρω τους, τις εικόνες, αναζητώντας για άλλη μια φορά τη βοήθεια του Θεού και των αγίων.

  Ο Βέλκαν έτριψε το κεφάλι του, νιώθοντας πως είναι έτοιμο να σπάσει σαν βάζο που το πετάς στο πάτωμα. Σκεφτόταν τις μικρές του. Σκεφτόταν την γυναίκα και την μάνα και τον πατέρα του. Σκεφτόταν όσα έχασαν και όσα θα μπορούσαν να χάσουν, αν έμεναν. «Δεν έχουμε ελπίδες απέναντί τους, πάτερ» είπε. «Αφού δεν τα κατάφεραν οι Ούγγροι…»

  «Αυτοί είναι άχρηστοι» πετάχτηκε ο Ντράχοσλαβ. Σχεδόν έφτυνε τις λέξεις. «Μας παράτησαν και έφυγαν, λες και δεν τους πληρώναμε. Τους δίναμε περισσότερα κι από την καταραμένη τη χώρα τους. Κι αυτοί μας παράτησαν. Έκαναν την γκάφα τους, χάσαμε δύο σκυλιά και δύο ντόπιους, και εκείνοι το ’σκασαν με την ουρά στα σκέλια. Οι αχρείοι. Και να ’ταν μόνο αυτό; Όχι, έπρεπε να μας κλέψουν κιόλας. Μας πήραν μερικά όπλα και μια άμαξα. Ούτε ιερό ούτε όσιο έχουν. Που να… να…» Φάνηκε να αντιλαμβάνεται ότι βρίσκεται σε ναό και συμμαζεύτηκε. Όσο λίγη πίστη κι αν είχε, όφειλε να σεβαστεί το χώρο. «Δεν είναι εμπιστοσύνης αυτοί, παπά. Κι εσείς οι άλλοι, ακούστε με. Μακριά οι Ούγγροι, μακριά η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Δεν αξίζουν μία. Έτσι και γίνει πόλεμος με καμιά μεγάλη δύναμη, όπως η Αγγλία, θα χάσουν ακόμα και τους μάγειρες τους. Αν δεν μπορεί ένα όπλο σαν το Μάνλιντσερ να σκοτώσει τα φρικιά, κι αν οι Ούγγροι φοβούνται τόσο εύκολα, τότε δεν μπορούμε να βασιστούμε σε αυτούς. Με τίποτα. Το λέω κυρίως σε εσένα, παπά, που σκεφτόσουν να…»

  «Τα έστειλα» τον διέκοψε ο Στεφάν. «Δύο γράμματα. Ένα στην πολιτοφυλακή και ένα στο στρατό του Μπρασώφ. Μήπως κάποιος φερθεί όπως αρμόζει σε μια επίσημη Αρχή. Έχω μια ελπίδα ότι θα ανταποκριθούν. Κάποιος, κάπου θα δώσει την πρέπουσα σημασία. Πρέπει να δώσει σημασία. Θα αναρωτηθεί γιατί ένα φιλήσυχο χωριό σαν το Μπραν, που δεν τους έχει ενοχλήσει ποτέ, να ζητήσει τώρα την συνδρομή της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Μήπως όντως συμβαίνει κάτι; Αν μη τι άλλο, κάποιος θα είναι περίεργος να μάθει». Ο Στεφάν πρώτα κατέβασε το κεφάλι και μετά στράφηκε ξανά προς τον άλλο και τον κοίταξε κατάματα. «Δύο γράμματα, Ντράχοσλαβ. Δύο. Τα μεταφέρουν αυτή την ώρα ο Σάντου και η Κορνέλια Βλαντιμιρέσκου».

  Ο Λούκα και η Στεφανία αλληλοκοιτάχτηκαν. Ένιωσαν και οι δύο το σκίρτημα του φόβου που είχαν αφήσει στην άκρη να επανέρχεται.

  Η Ντανιέλα, ο Βέλκαν και ο Στεφάν, περίμεναν μια συγκεκριμένη αντίδραση από τον Ντράχοσλαβ. Περίμεναν να εξοργιστεί. Περίμεναν να σηκωθεί και να κουνήσει τη μαγκούρα του σαν γεροξεκούτης παππούς που φωνάζει στα εγγόνια του. Περίμεναν να αρχίσει άλλος ένας γύρος άκαρπων τσακωμών.

  Αλλά ο Ντράχοσλαβ δεν το έκανε. Δεν έκανε τίποτα από αυτά. Απλά αναστέναξε, σαν παραιτημένος αντίπαλος. «Δεν θα βγει κάτι, παπά. Δεν θα μας σώσουν. Να μου το θυμηθείς. Ειδικά αν τους είπες ποιον υποψιάζεσαι».

  Ο Στεφάν του είπε τι είχε γράψει. Και συμπλήρωσε «Ίσως εκείνοι να βρουν την άκρη. Τον τρόπο για να εξοντώσουν τους βρικόλακες. Υπάρχει. Σίγουρα θα υπάρχει».

  Ο Ντράχοσλαβ δεν μίλησε. Ανασήκωσε τους ώμους του και βούλιαξε στην καρέκλα του.

  «Καλά όλα αυτά» είπε ο Βέλκαν «δηλαδή, ελπίζω να μας βγουν σε καλό, αλλά τι γίνεται από δω και πέρα;» Υπάρχει κάτι να γίνει; Είχε σοβαρούς λόγους να αμφιβάλλει. Και να φοβάται. Και να δεχτεί την συμβουλή του Ούγγρου περί φυγής ως τη μοναδική αξιόλογη λύση.

  «Αυτό ήθελα να συζητήσουμε όταν σας κάλεσα εδώ. Τι θα κάνουμε εμείς, σαν Μπραν. Οι Ούγγροι μπορεί να έρθουν, αλλά μπορεί και όχι. Αυτό μένει εντελώς μετέωρο για την ώρα. Οπότε πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε εμείς εδώ».

  «Δεν ξέρω, παπά. Δεν έχουμε πλέον κανέναν ανάμεσά μας που να είναι ικανός να τα βάλει με τα φρικιά. Έχουμε τα όπλα, ακόμα αρκούν για κάθε άντρα που δεν έχει ένα, όμως δε διαθέτουμε την εμπειρία και τις γνώσεις για να πολεμήσουμε».

  Μόνο, μη χάσουμε την πίστη μας. Έτσι είχε πει στον Μιρόν. Στον Μιρόν και στον εαυτό του. Ο ίδιος έπλεε προς το κέντρο μιας λίμνης, έχοντας φύγει από τη μία πλευρά που ήταν ο Θεός και πηγαίνοντας στην άλλη, στο… Τίποτα; Μάλλον. Δεν ήταν σίγουρος τι ήταν στην άλλη όχθη. Από παλιά, ανά διαστήματα χωρίς κάποια συχνότητα, έσπρωχνε τη βάρκα του σε αυτό το νοητό νερό, σκεπτόμενος να αφήσει την ακτή που ήξερε, γιατί ήταν απογοητευμένος και στενοχωρημένος και θυμωμένος με τον Θεό που δεν τον είχε αξιώσει να δει ένα δικό του παιδί. Δεν θα έπαιρνε τίποτα άλλο μαζί του, παρά μόνο τον εαυτό του. Ούτε τη Ντανιέλα. Θα ήταν ένα μοναχικό ταξίδι. Τον τρόμαζε η σκέψη να φύγει. Πώς θα ζούσε χωρίς τον Θεό και την Ντανιέλα; Τι θα έβρισκε εκεί, αν έβρισκε κάτι; Την ελευθερία; Την ελευθερία από τι; Από έναν Θεό που άφηνε τους ανθρώπους ελεύθερους να πράξουν κατά το δοκούν;

  Όμως, δεν το έπραττε. Έβγαζε και πάλι τη βάρκα από το νερό, την σκέπαζε με ένα πανί και την άφηνε στην αμμουδιά. Και γυρνούσε στο καλύβι που είχαν με την Ντανιέλα. Κάτι οι διδαχές, κάτι το καθήκον του, κάτι οι προσευχές του ιδίου και της γυναίκας του, συνέβαλαν στο να μην αποπλεύσει.

  Αλλά όχι και στο να το λησμονήσει. Το ανέβαλε και το ξαναθυμόταν μετά από καιρό. Και έπειτα, το ανέβαλε ξανά. Η διαδικασία επαναλαμβανόταν κατά καιρούς. Ο πνευματικός του τον κατέκρινε φωνάζοντάς του, κάθε που ο Στεφάν του εκμυστηρευόταν την αμαρτία του. Δεν γινόταν ένας παπάς να έχει τόσο πολλές αμφιβολίες για την πίστη του. Ήταν αδιανόητο, μέγα σφάλμα.

  Κι ο Στεφάν το ήξερε. Γνώριζε πως ακροβατούσε μεταξύ ζωής και θανάτου. Ζωής και θανάτου της ψυχής του. Αλλά πολλές μέρες, και ακόμα περισσότερες βραδιές, του ήταν ανυπόφορο να ξαπλώνει και να σκέφτεται ότι έχει μείνει άτεκνος, ενώ το σπίτι του ήταν γεμάτο εικόνες αγίων και του Τριαδικού Θεού και ο ίδιος κάθε μέρα υποστήριζε τον Θεό, φορώντας το ράσο και το πετραχήλι και τα άμφιά του, πίνοντας το αίμα του Κυρίου… και…

  Απλώς, του ήταν πολύ δύσκολο να το αποδεχθεί.

  Όμως, παρέμενε στην όχθη. Δεν έφευγε. Γιατί, εξαιρουμένων των δικών του προσδοκιών, οι συνάνθρωποι του ήταν καλά. Όσο καλύτερα μπορούσαν να είναι, δηλαδή. Και γνώριζε πως ο ίδιος τους βοηθούσε στο να είναι καλά. Όλους τους, μεγάλους και μικρούς.

  Αλλά πρόσφατα, αυτό είχε αρχίσει να ανατρέπεται σαν… Ναι, σαν βάρκα που τη σπρώχνει ένα θαλάσσιο τέρας. Οι δαίμονες είχαν ξυπνήσει από τον λήθαργό τους και το Μπραν είχε μετατραπεί σε ένα μεγάλο καπηλειό, όπου μπορούσαν να βρουν όποτε και ό,τι ήθελαν, για να χορτάσουν τις ορέξεις τους. Κι εκείνος, ο παπάς του χωριού, δεν είχε τη δύναμη να τους εκδιώξει. Να βοηθήσει τους άλλους χωριανούς και να αντισταθούν στους δαίμονες.

  Κανένας δαίμονας στον ναό, παπά. Αλλά το χωριό δεν ήταν ναός.

  Εκτός… εκτός αν κάνουμε το Μπραν το δικό μας ναό. Οπότε…

  Κανένας δαίμονας στο Μπραν, παπά. Κανένας δαίμονας στο Μπραν. Με οποιοδήποτε κόστος.

  ΚΑΝΕΝΑΣ. ΔΑΙΜΟΝΑΣ. ΣΤΟ. ΜΠΡΑΝ.

  ΜΕ. ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ. ΚΟΣΤΟΣ.

  «Κανένας δαίμονας στο Μπραν» είπε ο Στεφάν. Είδε που τον κοιτούσαν όλοι. «Καιρός να επανεξετάσουμε την κατάσταση. Αλλά θα έχουμε ένα πράγμα στο μυαλό μας. Θα κρατήσουμε τα τέρατα μακριά από το Μπραν. Θα τα πολεμήσουμε».

  «Με όλο το σεβασμό, παπά, με την προσευχή δεν θα καταφέρουμε το παραμικρό» είπε ο Βέλκαν. Με τίποτα δεν θα καταφέρουμε το παραμικρό, σκέφτηκε. Είναι μάταιο. Πρέπει να το πάρουμε απόφαση πια. Πριν να χαθεί κάθε ευκαιρία. Μπας και σωθείτε, έτσι μας είπε ο Ούγγρος. Μήπως και οι μικρές έχουν τη δυνατότητα να ανοίξουν το δικό τους σπιτικό κάποια μέρα. Γιατί, αν μείνετε, η Λία και η Αντελίνα θα έχουν την μοίρα των άλλων που χάθηκαν.

  «Δεν νομίζω ότι μιλάει μόνο για προσευχή, γιε μου» είπε ο Ντράχοσλαβ.

  «Όπως είπα και στην αρχή» συνέχισε ο Στεφάν «έκανα κι εγώ λάθος. Και ίσως αυτό το λάθος να κόστισε τη ζωή του Ιονάταν και του Βαντίμ και των σκυλιών σας. Δεν θα το μάθουμε ποτέ, μάλλον. Αλλά μπορούμε να μάθουμε αν είναι δυνατόν να αντιμετωπίσουμε τα φρικιά. Εδώ, στο έδαφός μας. Με τα όπλα. Με κάθε όπλο που έχουμε».

  Η Ντανιέλα και η Στεφανία και ο Λούκα δεν πίστευαν στ’ αυτιά τους. Δεν είχαν ακούσει ξανά τον Στεφάν να μιλάει έτσι. Ούτε ο ίδιος το πίστευε. Τις προάλλες, κόντεψε να πεθάνει από καρδιά με την ιδέα να συμβάλλει καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη σταυροφορία των Τσομπάνου. Ενώ τώρα, άλλαζε εντελώς τη στάση του.

  «Ωραία τα λόγια σου, Στεφάν» είπε ο Ντράχοσλαβ «αλλά πας να κάνεις το ίδιο λάθος με εμάς. Βιάζεσαι. Θες να ξεμπερδεύεις. Το ίδιο θέλαμε και εμείς, όμως δεν τα καταφέραμε. Την πατήσαμε πολύ άσχημα».

  «Αλλά τότε δεν είχαμε κάνει μια παράκληση. Τα όπλα δεν είχαν τις ευλογίες του Θεού. Τώρα θα τα έχουμε. Και θα έχουμε και κάθε ετοιμοπόλεμο κάτοικο του Μπραν για υποστήριξη. Θα είναι μαζί μας, τώρα που θα μας δουν μονιασμένους. Θα χρησιμοποιήσουμε ό,τι διαθέτουμε, Ντράχοσλαβ. Κάθε μέσο. Κάθε όπλο. Κάτι θα έχει αποτέλεσμα. Οι βρικόλακες δεν είναι άτρωτοι. Δεν μπορεί να είναι άτρωτοι. Σωστά;»

  «Ναι» είπε ο Λούκα με ανεβασμένη διάθεση. «Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας έλεγαν ότι αυτά τα τέρατα πεθαίνουν. Ότι γίνεται να πεθάνουν, εννοώ, εντελώς, να μην ξανασηκωθούν από τους τάφους τους».

  Όλοι ένευσαν. Η Στεφανία φαντάστηκε τις μαυροντυμένες μορφές από τον εφιάλτη της και την μάγισσα-ηγέτη τους να πέφτουν στο χιονισμένο έδαφος και να μένουν εκεί, μέχρι να καούν από τις φλόγες που θα τους ρίξουν οι κάτοικοι του Μπραν. Φαντάστηκε την μητέρα και τον αδερφό της να ξαναβρίσκουν την ανθρώπινη φύση τους και να αγκαλιάζουν εκείνη και τον Λούκα.

  Της άρεσε σαν ιδέα.

  «Επίσης» είπε ο Στεφάν «δεν έχουμε όλο τον καιρό μπροστά μας. Πιστεύω ότι πρέπει να κινηθούμε άμεσα. Να προετοιμαστούμε, ει δυνατόν, από σήμερα κιόλας».

  «Γιατί, πάτερ;» ρώτησε ο Λούκα.

  «Έχω την αίσθηση ότι σύντομα θα κάνουν την τελειωτική τους επίθεση». Τους εξήγησε το σκεπτικό του, ότι κορυφώνουν τις κινήσεις τους βήμα προς βήμα.

  «Δεν έχεις και άδικο, πάτερ» είπε ο Βέλκαν, με σχεδόν τρεμάμενη φωνή.

  «Όμως είπε ο Ντράχοσλαβ «ακόμα κι αν βάλουμε τους νέους να πολεμήσουν, οι υπόλοιποι τι θα κάνουμε; Οι γέροι και τα μικρά παιδιά και οι γυναίκες; Κακά τα ψέματα, Στεφάν, δεν είμαστε όλοι ικανοί για τέτοια πράγματα».

  Επιτέλους! Να τι μου διέφευγε. Τα παιδιά. Κυρίως, τα παιδιά. Δεν πρέπει να μείνουν εδώ. Για κανένα λόγο. Δεν είναι ασφαλή. Πρέπει να τα διώξουμε. Όσο πιο μακριά, τόσο το καλύτερο. Ίσως και τους ηλικιωμένους, για να τα φροντίσουν, ενώ εμείς…

  Σαν να είχε διαβάσει τη σκέψη του, ο Βέλκαν είπε «Μπορούμε να τους διώξουμε. Ή να φύγουμε από το Μπραν όλοι μας».

  Να το. Το είχε πει. Η συμβουλή του Ούγγρου είχε πέσει στο τραπέζι κι ο Βέλκαν δεν το μετάνιωνε.

  Κι όχι μόνο αυτό, αλλά πρόσθεσε «Είναι η καλύτερη λύση. Θα γλιτώσουμε. Ούτε μάχες, ούτε αγωνία για εμάς και τους δικούς μας. Φεύγουμε και αφήνουμε τους Ούγγρους του Μπρασώφ να κάνουν τη δουλειά τους». Αν την κάνουν, δηλαδή, συμπλήρωσε μέσα του.

  «Δεν νομίζω πως θα βοηθήσει, Βέλκαν» είπε ο Στεφάν. «Θα μας κυνηγήσουν όπου κι αν πάμε».

  «Πώς το ξέρεις αυτό, παπά;»

  «Η Κόμισσα» είπε ο Ντράχοσλαβ. «Η Κόμισσα θέλει εκδίκηση». Όπως θέλω εγώ κι εσύ, Βέλκαν, να δούμε την Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου να υποφέρει σαν ετοιμοθάνατο όρνιο. «Αυτό πιστεύαμε ανέκαθεν. Θέλει να μας εκδικηθεί για όσα της κάνανε οι πρόγονοι μας. Δεν θα ησυχάσει αν δεν μας εξαφανίσει».

  Τα παιδιά, παπά. Αυτά είναι η προτεραιότητά σας. Τα παιδιά και οι γέροι.

  Αλλά κι εγώ είμαι γέρος. Και ο Ντράχοσλαβ. Και δεν θέλουμε να φύγουμε.

  Ο Στεφάν είχε μια ιδέα για το τι μπορούσαν να κάνουν.

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook