Η εντολή της κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 4.2

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

 

Μπρασώφ

Κοντά στις τέσσερις και μισή, πάνω από σχεδόν τρεις ώρες αφού ολοκληρώθηκε η συνάντηση στην εκκλησία του Μπραν, ο Σάντου και η Κορνέλια έφτασαν στο Πουάνα Μπρασώφ, έναν μικρό οικισμό χωμένο ανάμεσα σε δάση και πλαγιές γεμάτες χιόνι, που βρισκόταν κοντά στο Μπρασώφ. Στην κοινότητα υπήρχαν ήδη δύο ξενοδοχεία, ένα μικρότερο πανδοχείο-εστιατόριο και μερικά μαγαζιά, μιας και, απ’ όσο ήξεραν οι δύο Βλαντιμιρέσκου, εδώ έρχονταν τουρίστες από άλλες χώρες για να εξερευνήσουν ή να κάνουν κάποιο άθλημα στο χιόνι, «από αυτά που συνηθίζουν οι πλούσιοι», όπως έλεγε ο Λούκα καμιά φορά. Γενικά, έμοιαζε αρκετά με το Μπραν, αν και οι βουνοπλαγιές στο Πουάνα Μπρασώφ ήταν σαφώς πιο ελκυστικές, με διακλαδώσεις, χωρίς τα δέντρα να σχηματίζουν ένα πυκνό κουβάρι που θα εμπόδιζε κάθε δραστηριότητα. Οι ντόπιοι κάτοικοι, που είχαν μυριστεί χρήμα, είχαν φροντίσει όχι μόνο να δέχονται τους ξένους με ανοιχτές αγκάλες, αλλά και να τους παρέχουν ό,τι μπορεί να χρειάζονταν: από ενδύματα έως κυνηγετικά όπλα, αναμνηστικά μπιχλιμπίδια και ένα σωρό άλλα πράγματα. Η Gazeta Transilvaniei εξυμνούσε συχνά πυκνά το Πουάνα Μπρασώφ με άρθρα και, τα τελευταία πέντε χρόνια, με φωτογραφίες που αναδείκνυαν τον οικισμό μόνο του ή σε σχέση με την (ακόμα) αλώβητη από ανθρώπινη τεχνοτροπία φύση. Ή έδειχναν μόνο το δάσος και το χιόνι, υπό γωνίες (από ψηλά ή χαμηλά ή και από πλάγια) που άφηναν τον επίδοξο αναγνώστη να φαντάζεται τις δυνατότητες που παρείχε το μέρος. Η εφημερίδα διατυμπάνιζε με βαρύγδουπους τίτλους ότι πολλά από αυτά τα άρθρα δημοσιεύονταν και σε αντίστοιχα έντυπα του εξωτερικού, όπως στην La Croix της Γαλλίας, στους Times της Αγγλίας και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στους New York Times. Μάλιστα, κάποιος Άγγλος συγγραφέας ονόματι Τζον Μπάρλοου, γνωστός για την αγάπη του στο αλλόκοτο και τις σκοτεινές παραδόσεις των χωρών και τις υπερβολικές αναλύσεις σε θέματα που είχαν και δεν είχαν τόση πολλή σημασία για την εκάστοτε ιστορία του από αυτή που τους έδινε, είχε γράψει το 1887 μια ιστορία φρίκης που εκδόθηκε στο περιοδικό του, το Weird Literature, στον πρόλογο της οποίας ανέφερε ότι είχε επισκεφτεί ο ίδιος τον συγκεκριμένο τόπο και είχε «εκστασιαστεί από τους φιλόξενους χωρικούς και τις φοβερές διηγήσεις τους». Το διήγημα, με τον πιασάρικο τίτλο «Ο Δράκος του Λευκού Παραδείσου» (γιατί έτσι αποκαλούσε ο συγγραφέας το μέρος, Λευκό Παράδεισο), είχε να κάνει με μια τριμελή οικογένεια από τη Γαλλία που πήγε στο Πουάνα Μπρασώφ για διακοπές, αλλά το δεύτερο πρωινό χάθηκε στο δάσος, όταν είχε την ατυχία να έρθει αντιμέτωπη με τον δράκο Μπαλαούρ, που λεγόταν ότι κατοικεί σε εκείνα τα μέρη, αλλά που η οικογένεια, ειδικά ο πατέρας και η μάνα, δεν πίστεψαν ότι υπάρχει. Η ιστορία είχε αρέσει στο κοινό της Αγγλίας και η Gazeta Transilvaniei όχι απλά πλήρωσε και την αναδημοσίευσε, αλλά τη μετέφρασε κιόλας σχεδόν σε κάθε τοπική διάλεκτο της Τρανσυλβανίας, σημειώνοντας με κεφαλαία γράμματα την υπόσχεση του Τζον Μπάρλοου ότι θα επέστρεφε, καθότι ήθελε να μάθει και άλλα για τους τοπικούς θρύλους.

  Αυτό που δεν αναφέρθηκε σε καμιά από τις δημοσιεύσεις του διηγήματος ήταν πως ο συγγραφέας ήδη γνώριζε για τον Κόμη Δράκουλα και τις κτηνωδίες που είχε κάνει όσο ήταν σε πόλεμο με τους Οθωμανούς, αλλά και για τις φήμες ότι αυτός ή κάποιος συγγενής του ζει ακόμα σε ένα μέρος που λέγεται Μπραν ή κάπου εκεί γύρω. Ένας από τους πιο ομιλητικούς κατοίκους του Πουάνα Μπρασώφ είχε εκμυστηρευτεί στον Τζον Μπάρλοου, το τρίτο βράδυ που έμεινε στο πανδοχείο του οικισμού, για το φόβο που έζωνε «τους χωριάτες στα νότια». Είχε πολύ κρύο και εκείνο το βράδυ και κανένας από τους δυο τους δεν είχε όρεξη να κυκλοφορήσει έξω. Αλλά ο Τζον Μπάρλοου είχε πολλή όρεξη για φήμες που υπόσχονταν πιασάρικες ιστορίες στο περιοδικό του και ο ίδιος χρειαζόταν κάτι να γράψει –πόσες ιστορίες με μούμιες που το σκάνε από μουσεία ή με φαντάσματα στοιχειωμένων σπιτιών ή για θαλασσόλυκους που συναντάνε χταποδόμορφα τέρατα θα έφερναν παραδάκι πια; Έπρεπε να ανανεώνει όσο το δυνατόν πιο συχνά τα περιεχόμενα του Weird Literature, όπως και τους συγγραφείς που έστελναν τις ιστορίες τους σε αυτό, αλλιώς οι αναγνώστες θα βαριούνταν και το περιοδικό θα κινδύνευε να πάει άπατο. Επίσης, με εξαίρεση τον μπάρμαν, που κοιτούσε τη δουλειά του -δηλαδή, να κάθεται και να περιμένει να του ζητήσουν κάνα ποτό-, ήταν μόνοι τους στο υποφωτισμένο μπαρ του πανδοχείου με τα πέντε στρωμένα τραπέζια και τη μικρή βιβλιοθήκη –που, απ’ όσο είχε δει ο Άγγλος, είχε μόλις δέκα σκονισμένα βιβλία με φθαρμένη ράχη και με σελίδες που θα έπεφταν στην πρώτη απόπειρα για διάβασμα. Πάντως, δεν είχαν κάποιον για να τους διακόπτει κι αυτό είχε σημασία.

  Ο ντόπιος, ο Ματέι Ίλιτσα, ήταν ένας πενηντάρης, με λίγα δόντια, ακόμα λιγότερα άσπρα μαλλιά και λιγνό σώμα. Κατά κύριο λόγο, βοηθούσε στο καθάρισμα του πανδοχείου και έμενε σε μια αποθήκη με χαλασμένη σκεπή. «Λένε ότι κάτι ζει εκεί πέρα, αφεντικό» είχε πει στον Άγγλο, μετά από το δεύτερο μπουκάλι κρασί που τον κέρασε αυτός. «Το λένε και τρέμουν σαν τα φύλλα που τα κουνάει ο αέρας».

  «Ώστε έτσι;» Ο Τζον Μπάρλοου χαμογέλασε. Ήταν τριάντα πέντε τότε, ψηλός, με ξανθά μαλλιά και καταγωγή από το Λίβερπουλ. Ξεπερνούσε τον Ίλιτσα τουλάχιστον κατά είκοσι κιλά. Και ήταν πιο μπαγαπόντης από αυτόν, αν σκεφτεί κανείς ότι ήξερε ποιον και πώς να εκμεταλλευτεί και ότι το έκανε χωρίς κανένα ενδοιασμό.

  «Ναι, αφεντικό. Όπως στα λέω. Δεν ξέρω τι μέρα έχουμε και ποιος κυβερνά τούτο το ρημαδότοπο -ούτε έχει σημασία ποιος πλούσιος μπάσταρδος κυβερνάει από το παλάτι του και… Τι έλεγα; Α, ναι. Δεν έχει σημασία ποιος κυβερνάει, αφού ο λαουτζίκος πληρώνει τα σπασμένα-, αλλά εγώ ξέρω ότι έχω τα αυτιά μου ανοιχτά και τα μάτια μου τέσσερα. Δεν έχω πάει ποτέ στο Μπραν, ούτε το θέλω, ούτε με νοιάζει, όμως γνωρίζω πως εκεί κάτω τα κάνουν πάνω τους έτσι και τους πεις τη μαγική λέξη».

  «Μαγική λέξη; Μπα, δεν υπάρχουν τέτοιες λέξεις, φίλε μου Ματέι. Υπάρχουν ωραίες μεταφορές, παρομοιώσεις και τα ρέστα, για να γράφουμε εμείς οι συγγραφείς. Αλλά η πραγματικότητα είναι πολύ πιο απλή».

  Ο Ίλιτσα άρπαξε τον άλλο και τον ταρακούνησε από τους ώμους. Ο μπάρμαν του πανδοχείου, που είχε προειδοποιήσει τον Τζον Μπάρλοου να μην παίρνει στα σοβαρά τον Ίλιτσα, είχε ρίξει μια αγριεμένη ματιά στον μονίμως άφραγκο μεσήλικα, αλλά ο Άγγλος έκανε ένα νεύμα ότι όλα είναι καλά. «Άκου με, τον τρελόγερο, αφεντικό. Εγώ ψέματα δεν λέω. Υπάρχει μαγική λέξη για το Μπραν. Για τους χωριάτες, τέλος πάντων. Τους καταρρακώνει έτσι και την πεις».

  «Και ποια είναι αυτή; Για πες τη μου κι εμένα, να δω αν είναι όντως μαγική».

  «Βαμπίρ, αφεντικό. Βρικόλακας. Και οι δύο το ίδιο κάμουν για εκείνους τους χριστιανούς. Ούτε εμάς εδώ μας αρέσει να τη λέμε. Ποτέ δεν ξέρεις τι κρύβεται στα σκοτεινά».

  Ο Ίλιτσα σταυροκοπήθηκε και ξαναγύρισε στο πιοτό του. Είχε την ευκαιρία να πιει πολλά ποτήρια κρασί εκείνο το βράδυ, αγνοώντας πως είχε δείξει στον Τζον Μπάρλοου πού μπορούσε να βρει τη «Πανδώρα». Γιατί ο Άγγλος, ηθελημένα και μη, θα έπαιζε ένα πολύ σημαντικό ρόλο στην ιστορία που ξεκίνησε να εκτυλίσσεται μια δεκαετία αργότερα από την συγγραφή του διηγήματός του.

  Αλλά όλα αυτά δεν τα ήξεραν ο Σάντου και η Κορνέλια και οποιοσδήποτε άλλος ζούσε στο Μπραν, και όχι μόνο. Κάποιοι είχαν διαβάσει το διήγημα στην Gazeta Transilvaniei, αλλά ούτε είχαν εντυπωσιαστεί, ούτε κάθισαν να σκεφτούν περαιτέρω την περίπτωση του Τζον Μπάρλοου. Δεν φαντάστηκαν τι θα έκανε αυτός ο Άγγλος συγγραφέας από το Λίβερπουλ με το διακαή πόθο να βρίσκει και να πουλάει τις ιστορίες του σαν προδότης κατάσκοπος.

  Οι δύο Βλαντιμιρέσκου συνέχισαν το δρόμο τους, αφήνοντας πίσω την κοινότητα, άλλα πανδοχεία που υπήρχαν διάσπαρτα και ένα ιππικό κέντρο, και εισήλθαν στην πόλη, σε μια άλλη πραγματικότητα από αυτή που είχαν συνηθίσει, θα μπορούσε να πει κάποιος, όπου συνάντησαν σχολεία, μερικά από τα νοσοκομεία του Μπρασώφ, μικρά και μεγάλα μαγαζιά, κάποιες πολυκατοικίες που είχαν ανεγερθεί ή που χτίζονταν, άλλες άμαξες και καβαλάρηδες, πολίτες που περπατούσαν μόνοι ή με την οικογένειά τους ή ήταν συγκεντρωμένοι σε πηγαδάκια, αλλά και δέντρα που δεν είχαν κοπεί, περιποιημένους κήπους και γάτες και σκυλιά που βολτάριζαν, ώσπου έφτασαν στο Τσέντρουλ Τσιβίκ, στο κέντρο της πόλης και τελικά στον μεγάλο σταθμό της Βασιλικής Ουγγρικής Πολιτοφυλακής, ενός εκ των τριών στρατιωτικών σωμάτων που επιχειρούσαν στην γύρω περιοχή –τα άλλα ήταν τάγματα ορεινού πυροβολικού και μηχανικού του Κοινού Στρατού της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Ήταν ένα μεγάλο γκρίζο κτίσμα από τούβλα, μεγαλύτερο από κάθε άποψη από το σπίτι των Τσομπάνου, με υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο και με πολλά παράθυρα, που κάλυπτε ένα οικοδομικό τετράγωνο στη βορειοανατολική πλευρά του πάρκου του Τσέντρουλ Τσιβίκ. Ο περιβάλλων χώρος καλυπτόταν από έναν μαντρότοιχο με κάγκελα και μέσα σε αυτόν έβλεπε κανείς άντρες με μπλε στολές και κράνη να περιφέρονται μόνοι ή ανά ομάδες. Δύο κανόνια υπήρχαν πίσω από καθεμία από τις δύο εισόδους. Ο Σάντου φαντάστηκε καμιά δεκαριά από δαύτα να είναι στημένα στο λόφο και να στοχεύουν προς το κάστρο του Μπραν και να το γκρεμίζουν συθέμελα. Ωραία εικόνα, γεμάτη φωτιές, ρήγματα, καπνό και ήχους που μπορούσαν να διαλύσουν την ακοή σου αν στεκόσουν κοντά στο σημείο απ’ όπου έπεφταν οι ομοβροντίες.

  «Επιτέλους, φτάσαμε» σχολίασε η Κορνέλια. Η αλήθεια ήταν πως είχε αρχίσει να κουράζεται με τόσες ώρες καθισιό. Όχι ότι στο Μπραν έτρεχε και δεν έφτανε, αλλά σίγουρα δεν έπαιρνε μια καρέκλα και στρογγυλοκαθόταν σαν να ’ταν καμιά ψηλομύτα βασίλισσα. Επίσης, από τη στιγμή που μπόρεσε να παραμερίσει στο νου της το Κακό που βασάνιζε το Μπραν, είχε αρχίσει να βαριέται κιόλας. Αν ήταν παιδούλα και το έλεγε στον πατέρα της, θα της άστραφτε μερικές μπατσιές.

  «Όντως, όντως» έκανε ο Σάντου με ανυπομονησία. Οδήγησε το άλογο κοντά στην μία πύλη και αμέσως οι δύο φρουροί τον κοίταξαν και στάθηκαν πίσω από τα κάγκελα με τα χέρια χαλαρά να κρέμονται στα πλάγια του σώματός τους, ακουμπώντας όμως στο σπαθί και στο πιστόλι που είχαν.

  «Γεια σας» τους χαιρέτισε η Κορνέλια με χαμόγελο.

  «Γεια σας, κυρά. Νεαρέ» απάντησε ένας εξ αυτών, χαιρετώντας τους στρατιωτικά. «Τι θέλετε;»

  «Είμαστε από το Μπραν. Θα θέλαμε να δούμε κάποιον ανώτερο. Εμ, κάποιον αξιωματικό».

  «Γιατί;»

  «Έχουμε ένα πρόβλημα στο χωριό και θα θέλαμε τη βοήθεια της πολιτοφυλακής. Αν δεν σας είναι δύσκολο, καλέ μου κύριε, μπορείτε να ενημερώσετε τον ανώτερό σας ότι θέλουμε να τον δούμε;»

  «Τι πρόβλημα μπορεί να έχετε εσείς στο Μπραν, κυρά;»

  Ο Σάντου κατσούφιασε και ήταν έτοιμος να απαντήσει με θυμό, αλλά η Κορνέλια τον πρόλαβε. «Κάτι συνέβη με συγχωριανούς μας. Κάτι κακό, φοβόμαστε. Έχουμε και ένα γράμμα για τον ανώτερό σας, από τον ιερέα του χωριού». Έδειξε το φάκελο.

  «Πώς ονομάζεστε;»

  Η Κορνέλια σύστησε πρώτα τον γιο της και μετά την ίδια.

  Οι δύο πολιτοφύλακες κάτι συνεννοήθηκαν μεταξύ τους και ο ένας αποχώρισε. Ο άλλος έμεινε σε ημιανάπαυση, κοιτώντας την πόλη που απλωνόταν πέρα από την πύλη. Η Κορνέλια με τον Σάντου διαπίστωσαν ότι μερικοί από τους άλλους πολιτοφύλακες, που ήταν βαθύτερα στον περιβάλλοντα χώρο, είχαν δει το κάρο και κοιτούσαν προς το μέρος του. Έβλεπαν μια μεσήλικη γυναίκα και έναν νεαρό άντρα με παραδοσιακή φορεσιά της Τρανσυλβανίας. Κανέναν εχθρό, δηλαδή. Φαινομενικά. Ήταν υποχρεωμένοι, όμως, να προσέχουν. Άλλωστε, όπως κατάλαβαν μάνα και γιος, ο κόσμος του Μπρασώφ κρατούσε αποστάσεις από το κτίριο και όσους πολιτοφύλακες περιπολούσαν στο δρόμο και στο πάρκο. Και ήταν πολλοί αυτοί που περιπολούσαν. Περισσότεροι απ’ όσοι βρίσκονταν εντός του τμήματος.

  Είναι ξένοι, θυμήθηκε η Κορνέλια και το άγχος της επέστρεψε. Της ήρθαν στη θύμηση τα λόγια του Ντράχοσλαβ, αλλά και της ιδίας, όταν την ρώτησε ο Σάντου γιατί να απευθυνθούν και σε άλλη μονάδα, πέραν της πολιτοφυλακής. Μπορεί και να μην ενδιαφερθούν για εμάς. Κάνε, Θεέ μου, να κάνουμε λάθος και να είναι καλοί. Σε παρακαλώ.

  Ο πολιτοφύλακας επέστρεψε μετά από δύο λεπτά. Περπατούσε με ταχύ βήμα, περνώντας ανάμεσα από συναδέλφους του -μερικοί εκ των οποίων κάτι του είπαν, και ο άλλος τους αποκρίθηκε με βιασύνη. Έφτασε στην πύλη και είπε «Ντούντας, άνοιξέ την. Μπορούν να μπουν».

  Ο Ντούντας το έκανε και η δίφυλλη πόρτα χωρίστηκε στη μέση και προς το εσωτερικό. Αν πριν ο Σάντου και η Κορνέλια είχαν τραβήξει μια φορά την προσοχή των αντρών με τις μπλε στολές, τώρα την είχαν δέκα φορές. Οι συνομιλίες είχαν περιοριστεί. Ήταν λες και όλοι εκεί μέσα ζούσαν απομονωμένοι για χρόνια και ξαφνικά μια μέρα είχαν επισκέψεις. Παρακολούθησαν το κάρο που έκανε όλη τη διαδρομή μέχρι την κεντρική είσοδο, με τους δύο Βλαντιμιρέσκου να τους χαιρετάνε και μερικοί από δαύτους να ανταποκρίνονται με τον συνήθη στρατιωτικό τρόπο τους.

  Δεν είναι όλοι ίδιοι, σκέφτηκε η Κορνέλια και μπόρεσε να επιβληθεί στην καρδιά της που αγκομαχούσε.

  Το ίδιο σκέφτηκε και ο Σάντου, αν και δεν ηρέμησε όπως η μητέρα του.

  «Αλτ!» έκανε ένας εκ των πολιτοφυλάκων και σήκωσε το χέρι του. Έδειξε με το άλλο ένα σημείο στα αριστερά του. «Μπορείτε να αφήσετε εκεί το κάρο σας».

  «Ευχαριστούμε» είπε η Κορνέλια.

  Κατέβηκαν και είδαν τον μαντατοφόρο πολιτοφύλακα να τους πλησιάζει και να τους λέει ότι πρώτα έπρεπε να τους κάνουν σωματική έρευνα. «Οι τελευταίες μέρες είναι δύσκολες για εμάς. Είχαμε μερικές ταραχές και είμαστε σε επιφυλακή» εξήγησε. Οι δύο Βλαντιμιρέσκου δεν είχαν πρόβλημα. Δηλαδή, δεν είχαν μεγάλο πρόβλημα, γιατί η Κορνέλια, παρότι ήξερε τι σόι έρευνα κάνουν αυτοί -θυμόταν την τελευταία φορά που είχαν επισκεφτεί το Μπραν στρατιώτες της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας που αναζητούσαν ένα δραπέτη και είχαν ανακρίνει και τους ντόπιους-, δεν ένιωθε και πολύ καλά στη σκέψη ότι θα την άγγιζε ένας άλλος άντρας, πέραν του Λούκα. Αλλά σκεπτόμενη ότι σε μια πιθανή αντίδρασή της μπορεί να έψαχναν και το κάρο, όπου θα έβρισκαν το μουσκέτο, και αυτό μπορεί να τους έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση -αφού ενδέχεται να νόμιζαν ότι είχαν κάποια σχέση με τους ταραξίες-, δεν αντιμίλησε και υπέμεινε την έρευνά τους, που ήταν σαφώς πιο ήπια σε σχέση με την προηγούμενη εμπειρία της. Έπειτα, όταν ολοκλήρωσε το ψάξιμο, ο πολιτοφύλακας τους είπε να τον ακολουθήσουν. «Θα σας δει ο συνταγματάρχης Μίκλος» συμπλήρωσε.

  Το κτίριο μέσα ήταν το ίδιο γκρι με έξω, μόνο που είχε πολλές πόρτες και ανθρώπους με στολές να περιφέρονται, κρατώντας κάποιο έγγραφο ή κάποιον ύποπτο –αν έκρινε κανείς από τις χειροπέδες στους καρπούς μερικών. Ο χώρος, λόγω του συννεφιασμένου ουρανού που δεν προσέφερε επαρκή ορατότητα, φωτιζόταν από λάμπες πετρελαίου που είχαν βιδωθεί στους τοίχους. Μπορούσε κανείς να διακρίνει δύο βασικές διαλέκτους, την ουγγρική και κάποιες παραλλαγές της τρανσυλβανικής, αν και κυριαρχούσε η ουγγρική. Από κάποιες κλειστές πόρτες, έρχονταν θυμωμένες αντρικές φωνές. Από τα λίγα που καταλάβαιναν, όλοι ασχολούνταν με τις ταραχές, όσες έγιναν και όσες μπορεί να συνέβαιναν στο μέλλον. Είδαν ελάχιστους πολίτες και αυτό ενέτεινε την εντύπωσή τους για το ότι βρίσκονταν ανάμεσα σε ξένους, οι οποίοι, γενικά, δεν έδιναν πολλή σημασία στον Σάντου και την Κορνέλια, αν και μερικά χαμόγελα προς την γυναίκα -η οποία, παρεμπιπτόντως, ήταν η μοναδική που κυκλοφορούσε στο κτίριο αυτή την ώρα- την έκαναν να θυμηθεί πικρόχολα σχόλια που άκουγε στα μικράτα της, για το βάρος της. Γι’ αυτό έλεγε στην Στεφανία να μην παχύνει, για να μη χρειαστεί να αντιμετωπίσει τέτοιες συμπεριφορές.

  Τελικά, έφτασαν έξω από μια πόρτα, όπου είχε ένα χειρόγραφο ταμπελάκι που έγραφε ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ. Ο πολιτοφύλακας χτύπησε τρεις φορές, αναγγέλλοντας ότι ήταν ο δεκανέας Χενρίκ και ότι είχε μαζί του τους δύο κατοίκους του Μπραν. Κάποιος φώναξε να περάσουν και ο Χενρίκ άνοιξε την πόρτα.

  Το γραφείο ήταν περίπου όπως και η μέση κουζίνα-καθιστικό ενός σπιτιού στο Μπραν. Σχετικά μικρό και χωρίς κάποια ιδιαίτερη διακόσμηση, πέραν από το γραφείο, μια βιβλιοθήκη γεμάτη φακέλους και δύο καρέκλες, πέραν αυτής που καθόταν ο αξιωματικός. Πάνω στο γραφείο, κάτι έγγραφα, ένα μολύβι, μια εικόνα του Χριστού, ένα κράνος, ένα γυάλινο σταχτοδοχείο, κάτι υπολείμματα από φαγητό και μια κούπα, στην εξωτερική πλευρά της οποίας είχε ξεραθεί λίγος καφές.

  Ο άντρας που σηκώθηκε ήταν πενήντα χρονών ή λίγο παραπάνω, ψηλός σαν τον Σάντου, αλλά παχύς σχεδόν σαν την Κορνέλια. Η μπλε στολή του ήταν καθαρή, όμως το ύφασμα ασφυκτιούσε και θα περίμενε κανείς πως τα κουμπιά θα εκτινάσσονταν ένα-ένα αν ανέπνεε αυτός. Είχε μουστάκι, όπως οι περισσότεροι συνάδελφοί του, ενώ τα σκουρόχρωμα μάτια του εξέταζαν ήδη τους Βλαντιμιρέσκου.

  Ο δεκανέας βάρεσε προσοχή και επανέλαβε ποιους έφερε. «Κυρία, κύριε, ο συνταγματάρχης Μίκλος» ολοκλήρωσε.

  «Βιράγκ Μίκλος, στις υπηρεσίες σας» είπε με χαλαρή φωνή ο συνταγματάρχης και έδωσε εντολή στον Χενρίκ να φύγει. Εκείνος το έκανε, κλείνοντας πίσω του την πόρτα. «Παρακαλώ, καθίστε». Και όταν το έκαναν «Λοιπόν, σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος; Ο δεκανέας μού είπε ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα με συγχωριανούς σας, σωστά;»

  «Μάλιστα». Η Κορνέλια έβγαλε το ένα από τα δύο γράμματα. «Πρώτα απ’ όλα, σας ευχαριστούμε που δεχτείτε να μας δείτε».

  «Καθήκον μου, κυρία μου. Λοιπόν, περί τίνος πρόκειται;»

  Εκείνη του έδωσε το φάκελο του Στεφάν. Ο Μίκλος έβγαλε τα γυαλιά του από την τσέπη του σακακιού του, άνοιξε το γράμμα και το διάβασε. Παραξενεύτηκε. Έβγαλε και άναψε ένα τσιγάρο. Ήπιε λίγο από τον καφέ του, μορφάζοντας, πιθανώς γιατί δεν του τον είχαν φτιάξει όπως θα ήθελε. «Αν θέλετε μια συμβουλή μου, μην πιείτε ποτέ καφέ από κυλικείο κυβερνητικής υπηρεσίας. Είναι σαν κάτουρο» σχολίασε και χασκογέλασε.

  Ο Σάντου και η Κορνέλια αντάλλαξαν μια ματιά. Από το παράθυρο, πίσω από τον Μίκλος, φαινόταν η πόλη και ο μουντός ουρανός της. Κάπου εκεί έξω ήταν και η Σορίνα, με τον άντρα και τα παιδιά τους, τους οποίους θα επισκέπτονταν αργότερα.  Η Κορνέλια θυμήθηκε την Στεφανία που είχε αναρωτηθεί αν το Κακό θα μπορούσε να φτάσει στο Μπρασώφ. Δεν είναι τόσο μακριά, καλή μου. Όχι γι’ αυτό το Κακό. Αυτό της είχε πει ο Στεφάν και η Κορνέλια μάλλον θα συμφωνούσε μαζί του. Μάλλον. Δεν ήταν εντελώς σίγουρη. Γιατί εδώ υπήρχαν άνθρωποι να αντισταθούν με σθένος και πειθαρχία. Μπορεί να μην άφηναν καν να πλησιάσει το Κακό. Θα το αντιμετώπιζαν με τον καταλληλότερο τρόπο, αυτόν που είχαν εκπαιδευτεί να εφαρμόζουν.

  Στη σύντομη οπτική συνομιλία τους, γιος και μάνα ευχήθηκαν το ίδιο πράγμα. Να μη φύγουν με άδεια χέρια.

  «Μάλιστα» είπε ο Μίκλος. «Ώστε έχουν χαθεί πέντε άνθρωποι από το Μπραν. Όχι παιδιά, όμως, μόνο μεγάλοι».

  «Σωστά» είπε η Κορνέλια. «Δεν τους έχει δει κανένας μας. Ανησυχούμε πολύ γι’ αυτούς, κύριε συνταγματάρχη».

  «Ο…» κοίταξε την υπογραφή «… ο πατήρ Στεφάν Οσμοκέσκου λέει ότι φοβάται μην τους απήγαγαν». Στράφηκε προς τους άλλους. «Δεν ξεκαθαρίζει, όμως, ποιος μπορεί να τους απήγαγε. Μήπως έχετε εσείς κάποιον υπ’ όψιν σας;»

  Και οι δύο ανασήκωσαν τους ώμους. Ο Σάντου ήθελε πάρα πολύ να πει ότι, ναι, είχαν και παραείχαν κάποιον, κάποια, υπ’ όψιν τους, ότι ήταν σίγουροι για την μοίρα των άτυχων Μπενγκέσκου και Μολντοβάνου, αλλά συγκρατήθηκε.

  «Όχι» απάντησε η Κορνέλια. «Δεν ξέρουμε. Δεν μπορούμε να φανταστούμε ποιος θα έκανε κάτι τέτοιο σε δικούς μας ανθρώπους. Δηλαδή, είμαστε φτωχοί αγρότες. Δεν έχουμε πειράξει κάποιον. Η Μαριάννα και η Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου είχαν χάσει πρόσφατα τον Μιχαήλ. Πενθούσαν. Και εμείς μαζί τους. Τι μπορεί να έκαναν, για να τους;…»

  «Συγνώμη, ποιος είναι ο Μιχαήλ;»

  «Ο σύζυγος της Μαριάννα και πατέρας της Μαγκνταλένα. Πολύ καλός άνθρωπος, από κάθε άποψη».

  «Από τι χάθηκε;»

  «Πέθανε. Δεν είμαστε σίγουροι από τι. Μάλλον από καρδιά».

  «Δεν είχε τίποτα τραυματισμούς;…»

  «Όχι, όχι, τίποτα τέτοιο. Το σώμα του δεν είχε κανένα τραύμα».

  «Κανένα εξωτερικό τραύμα, εννοείτε. Μήπως, όμως, είχε κάποιο εσωτερικό τραύμα; Ή καμιά αρρώστια;»

  «Απ’ όσο ξέρουμε, όχι».

  «Μάλιστα. Οπότε έχουμε πέντε εξαφανισμένους ανθρώπους, τους οποίους δεν έχετε δει…» Έλεγξε τις ημερομηνίες. «… από τις 22 Φεβρουαρίου τις κυρίες Μαριάννα και Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου, μάνα και κόρη, και από τις 23 Φεβρουαρίου τους Αρσένιε, Νάντρου και Ροζάλια Μολντοβάνου, πατέρας και ζευγάρι».

  «Ακριβώς. Οι καημένοι. Ποιος ξέρει τι κακό τους βρήκε;»

  Ο Σάντου ένευσε, αλλά μόνο και μόνο για να ρίξει το βλέμμα του και να μη φανεί ότι δάγκωνε τα χείλη του.

  «Επίσης, έχουν χαθεί το καρό των Μπενγκέσκου και τα ζωντανά τους».

  «Ναι».

  «Αλλά όχι και των Μολντοβάνου».

  Οι Βλαντιμιρέσκου συμφώνησαν. Και περίμεναν.

  Ο Μίκλος έσβησε το τσιγάρο του και άναψε καινούριο. Μετά, κοίταξε το γράμμα, σούφρωσε τα χείλη του και μισόκλεισε τα μάτια του. «Υπάρχουν συγγενείς των εξαφανισμένων;» ρώτησε. «Στο Μπραν ή κάπου αλλού;»

  «Όχι».

  «Δηλαδή, δεν υπάρχει περίπτωση να έφυγαν για να επισκεφτούν κάποιον;»

  «Μάλλον όχι. Αλλά και να το έκαναν, κάποιος από εμάς θα το ήξερε. Γνωριζόμαστε όλοι αρκετά καλά».

  «Αλήθεια;» Ο Μίκλος κοίταξε και τους δυο τους. Δεν τους άρεσε το βλέμμα του. Έμοιαζε σαν να ήταν μάγειρας που εξετάζει το κυνήγι που του έφεραν για βραδινό. «Τι σχέση είχατε εσείς με τις Μπενγκέσκου και τους Μολντοβάνου;»

  «Καλές. Φιλικές, θα έλεγα» απάντησε η Κορνέλια και ο Σάντου κατένευσε. «Δεν είχαμε τσακωθεί ή κάτι τέτοιο. Ίσα-ίσα, μιλούσαμε, ανταλλάσσαμε πράγματα που μπορεί να χρειαζόμασταν. Παλιότερα, όταν τα παιδιά ήταν μικρότερα -εγώ έχω και μια κόρη-, τα κρατούσαμε εναλλάξ, αν υπήρχε κάποιος λόγος».

  «Μμμ. Μήπως κάποιος άλλος από το Μπραν είχε προηγούμενα με τους εν λόγω εξαφανισμένους ανθρώπους;»

  «Όχι, δεν νομίζω, κύριε συνταγματάρχη. Απ’ όσο ξέρουμε, όχι. Δεν είχαμε ακούσει τίποτα σχετικό».

  «Αλλά αυτό δεν αποκλείει την πιθανότητα, σωστά; Δεν μπορείτε να τα ξέρετε όλα για όλους, έτσι δεν είναι;» Χαμογέλασε, δείχνοντας τα κιτρινισμένα δόντια του, και αυτό ήταν το δεύτερο ανησυχητικό σημάδι ότι η κατάσταση ξέφευγε από τον σκοπό του πατέρα Στεφάν, της Ντανιέλα και τώρα των Βλαντιμιρέσκου. «Θέλω να πω, οι άνθρωποι έχουν τα μυστικά τους. Όσο καλοί γείτονες και αν είναι, ή, στην περίπτωσή μας, όσο καλοί συγχωριανοί και αν είναι, κάτι θα κρατήσουν για τον εαυτούλη τους. Διαφωνείτε σε αυτό;»

  Ο Σάντου και η Κορνέλια αλληλοκοιτάχτηκαν με ανησυχία. «Όχι» ψέλλισαν μαζί.

  «Ωραία. Χαίρομαι που συμφωνούμε. Πρέπει να καταλάβετε κάτι. Όταν έχουμε θανάτους ή και εξαφανισμένους ανθρώπους, οι πρώτοι που είναι ύποπτοι είναι οι οικείοι τους. Συγγενείς και φίλοι. Αυτοί έχουν τα κίνητρα για να τους βλάψουν. Οικονομικά, ερωτικά, τέτοια πράγματα. Αν δε βγει κάτι, αν δε βρεθούν στοιχεία δηλαδή που να ενοχοποιούν κάποιον απ’ αυτούς, τότε κοιτάμε προς άλλες κατευθύνσεις. Συναδέλφους, εργοδότες, μπεκρήδες με τους οποίους πιάστηκαν στα χέρια, περιφερόμενους μαχαιροβγάλτες, τρελούς, τσιγγάνους… Όλα αυτά τα “καλά παιδιά” και ακόμα περισσότερα. Καταλαβαίνετε τι εννοώ;»

  «Μάλιστα» είπαν.

  «Εξαιρετικά. Εσείς πάντως είστε σίγουροι ότι δεν υπάρχει κάποιος στο Μπραν που να είχε έναν τέτοιο λόγο για να βλάψει τις οικογένειες αυτές, σωστά;»

  «Σωστά. Δεν έχουμε αντιπαλότητες». Η Κορνέλια σκέφτηκε τον πατέρα Στεφάν και τον Ντράχοσλαβ, το πώς είχαν αντιπαρατεθεί ο ένας στον άλλο, όμως δεν θεωρούσε ότι ήταν σχετικό με την υπόθεση.

  «Ούτε γνωρίζετε για άλλους, σε άλλες περιοχές;»

  «Όχι».

  Ο Μίκλος ένευσε και ξανακοίταξε το γράμμα. «Αυτός ο παπάς. Ο Οσμοκέσκου. Γιατί δεν έφερε αυτός το φάκελο;» Στράφηκε προς τους Βλαντιμιρέσκου. «Από περιέργεια ρωτάω».

  «Είναι ηλικιωμένος, δεν μπορούσε, καταλαβαίνετε».

  «Ναι. Υποθέτω ότι καταλαβαίνω». Αναστέναξε.

  Η Κορνέλια είπε «Κύριε συνταγματάρχη, χρειαζόμαστε τη βοήθειά σας. Μόνοι μας δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι. Δεν ξέρουμε από αυτά. Φτωχοί αγρότες είμαστε».

  Ο Μίκλος έσβησε και αυτό το τσιγάρο. «Από το Μπραν δεν είναι και ο Ντράχοσλαβ Τσομπάνου;»

  «Ε; Ναι».

  «Άρα, δεν είστε όλοι σας φτωχοί. Να τα λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Ο γερο-Ντράχοσλαβ κάνει δουλειές και εδώ, στο Μπρασώφ. Μόνο φτωχός δεν είναι».

  «Ναι, αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με τους εξαφανισμένους ανθρώπους».

  «Μπορεί. Αλλά μπορεί και να έχει». Χαμογέλασε ξανά. «Λοιπόν. Μέχρι να ξεκαθαρίσουμε την κατάσταση, οφείλω να σας ενημερώσω πως όλοι οι κάτοικοι του Μπραν είσαστε ύποπτοι, κυρία και νεαρέ Βλαντιμιρέσκου. Ξέρετε κάποια πράγματα, αλλά όχι όλα. Που είναι λογικό, βέβαια, όπως είπαμε, αλλά δεν αναιρεί την πιθανότητα. Ακόμα, θεωρώ, και σύμφωνα με τα λεγόμενά σας, ότι είναι δύσκολο να επενέβη κάποιος άσχετος, που δεν είναι από το Μπραν. Επίσης, είστε οι πιο κοντινοί άνθρωποι στους Μολντοβάνου και στις Μπενγκέσκου. Τουλάχιστον, μέχρι να ψάξουμε καλύτερα την υπόθεση. Θα μπορούσε οποιοσδήποτε από εσάς να είναι υπαίτιος για την εξαφάνιση των δύο οικογενειών –αν έχουν όντως εξαφανιστεί. Κάποια ζήλεια, κάποιος τσακωμός που ξέφυγε. Λίγη παραπάνω από το σύνηθες από την αγαπημένη σας βότκα και ο έλεγχος και οι φιλικές σχέσεις πάνε στράφι. Όταν το ξεψαχνίσουμε, μπορεί να βρούμε χίλια δυο πραγματάκια».

  Η Κορνέλια και ο Σάντου ήταν θορυβημένοι από τη λογοδιάρροια και τις συκοφαντίες του συνταγματάρχη. Δεν περίμεναν σε καμιά περίπτωση μια τέτοια εξέλιξη. Ύποπτοι; Μα πώς ήταν δυνατόν να σκεφτεί αυτός ο άνθρωπος κάτι τόσο ανεκδιήγητο; Εκείνοι δεν είχαν κανένα λόγο για να κάνουν κακό στον οποιονδήποτε, πόσω μάλλον σε συγχωριανούς τους.

  Είναι ξένος, θυμήθηκε η Κορνέλια. Αλλά ίσως από τη δική του πλευρά, να πρέπει να σκεφτεί τα πάντα, κάθε ενδεχόμενο. Έτσι δεν είπε; Πρώτα οι συγγενείς και φίλοι και μετά οι άλλες κατευθύνσεις.

  Δεν της άρεσε. Όμως, δεν μπορούσε να κάνει κάτι γι’ αυτό, πέραν από το να το δεχτεί.

  Ο Σάντου, που τόση ώρα δεν μιλούσε όπως ήθελε, ξέσπασε τελικά. «Μα τι ανοησίες λέτε; Εμείς δεν θα κάναμε ποτέ κάτι τόσο… τόσο κακό, ούτε στην Μαριάννα, ούτε στην Μαγκνταλένα, ούτε στον κύριο Αρσένιε, ούτε στον Νάντρου, ούτε στην Ροζάλια. Δεν θα κάναμε κακό σε κανέναν».

  «Τόσο κακό;» ρώτησε ο Μίκλος, βγάζοντας τα γυαλιά του. «Δηλαδή, σαν πόσο κακό, νεαρέ;»

  Η Κορνέλια πετάχτηκε «Εννοεί ότι δεν θα εξαφανίζαμε δικούς μας ανθρώπους. Μην τον ξεσυνερίζεστε, κύριε συνταγματάρχη, είναι νέος και αρπάζεται εύκολα». Κοίταξε τον Σάντου. «Αγόρι μου, ηρέμησε, σε παρακαλώ. Ο κύριος συνταγματάρχης προσπαθεί να κάνει τη δουλειά του».

  «Μα δεν άκουσες τι είπε; Μας προσέβαλε».

  «Μάλλον εσύ δεν άκουσες τι είπα, νεαρέ» είπε με αυστηρότητα ο Μίκλος και έγειρε μπροστά, αναγκάζοντας την ξύλινη καρέκλα να βογκήξει σαν να πνιγόταν. Τώρα ήταν σοβαρός, καθόλα έτοιμος για καβγά. «Είστε ύποπτοι. Αυτό σημαίνει πως, αν το κρίνω απαραίτητο, σας χώνω στη στενή, μέχρι να λαλήσετε όσα ξέρετε και όσα μπορεί να κρύβετε. Θα το ήθελες αυτό, νεαρέ Σάντου Βλαντιμιρέσκου; Θέλεις να δεις πώς είναι μια φυλακή; Έχουμε πολλούς σαν και του ελόγου σου μέσα, αυτή τη στιγμή. Μπάσταρδα παιδαρέλια και εξυπνάκηδες που θέλουν να “ελευθερωθεί η χώρα τους”. Και άλλοι τόσοι ανακρίνονται και θα περάσουν κι αυτοί από το φτωχικό πανδοχείο μας. Νόμιζα πως αυτές τις μαλακίες τις είχα αφήσει στη Βουδαπέστη, αλλά, απ’ ό,τι φαίνεται, παντού υπάρχουν ταραξίες».

  Ο Σάντου είχε σκοπό να πει κι άλλα. Ίσως τα πάντα. Αλλά φοβόταν. Αυτός ο συνταγματάρχης ήταν επικίνδυνος. Το οποίο θα έπρεπε να τον κάνει να θέλει πιο πολύ την συνδρομή του, όμως πλέον δεν ήταν τόσο σίγουρος. Ο τύπος νόμιζε ότι η εξαφάνιση των Μπενγκέσκου και Μολντοβάνου ήταν άλλη μία τυπική περίπτωση και θα ακολουθούσε την πεπατημένη, μιας και ήταν η μοναδική οδός που γνώριζε.

  Αλλά αν μάθει; Για την Κόμισσα και το κάστρο; Για τα ουρλιαχτά των σκυλιών;

  Απέρριψε αμέσως την ιδέα. Γιατί τότε είναι που θα γίνουν χειρότερα τα πράγματα. Όλοι οι μεγάλοι σε ηλικία συγχωριανοί του έλεγαν ότι οι Ούγγροι μπορεί να μην ενδιαφερθούν. Αλλά μπορεί και να ενδιαφέρονταν. Ο πατήρ Στεφάν και η κυρία Ντανιέλα είχαν βασιστεί πιότερο σε αυτό το δεύτερο μπορεί, παρά στο πρώτο. Το ίδιο και οι γονείς του. Θα αφήσεις εμένα να μιλήσω, εντάξει; Δεν θα με διακόψεις. Έτσι είχε πει η μητέρα του και τώρα ο Σάντου καταλάβαινε γιατί. Εκείνος, όχι με το που θα έμπαινε σε τούτο το γραφείο, αλλά και από την είσοδο, έξω από τα κάγκελα του μαντρότοιχου, θα ξεφούρνιζε ό,τι ήξερε και δεν ήξερε, αγνοώντας πώς θα το εκλάμβαναν οι Ούγγροι.

  Αλλά, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν είχε και μεγάλη σημασία τι θα έλεγαν. Είχαν έρθει εδώ για βοήθεια και θα έφευγαν ως ύποπτοι. Οπότε όταν θα έρχονταν στο Μπραν, οι Ούγγροι θα τους ανέκριναν έναν-έναν, τη στιγμή που τα τέρατα θα γελούσαν από το φρούριό τους, ξέροντας ότι, με το που θα έφευγαν οι στρατιωτικοί, εκείνα θα είχαν ξανά το ελεύθερο να χιμήξουν στους άτυχους χωριανούς.

  «Σάντου;»

  Η μητέρα του.

  Την κοίταξε.

  «Ζήτα συγνώμη από τον συνταγματάρχη».

  Κοίταξε τον Μίκλος. Καθόταν με τα χέρια να αναπαύονται πάνω στο τεράστιο μαξιλάρι που είχε γίνει η κοιλιά του. Δε χαμογελούσε, παρά κάρφωνε με το βλέμμα του τον Σάντου. Περίμενε.

  Σε σένα βασιζόμαστε; σκέφτηκε ο Σάντου με ειρωνεία, αλλά και ανησυχία. Αλίμονο μας.

  «Σάντου;» επέμεινε η Κορνέλια.

  «Συγνώμη, κύριε συνταγματάρχη. Παραφέρθηκα».

  «Η απειλή της φυλάκισης πάντα πιάνει τελικά» είπε ονειροπόλα ο Μίκλος. «Τέλος πάντων. Δεκτή η συγνώμη, νεαρέ». Τώρα μίλησε στην Κορνέλια. «Τις προσεχείς μέρες θα πρέπει να παραμείνετε στο Μπραν. Όλοι οι κάτοικοι. Να το διαδώσετε. Κανείς δε φεύγει. Κι εσείς τώρα, να γυρίσετε πάραυτα στο Μπραν».

  Ο Σάντου δεν μίλησε.

  Η Κορνέλια είπε «Εντάξει, κύριε συνταγματάρχη».

  «Μπορείτε να πηγαίνετε. Καλό κατευόδιο».

  Πριν βγουν από την πόρτα, ο Μίκλος είπε «Ελπίζω να μη χρειαστεί να τα ξαναπούμε».

  Γιατί τότε θα φοράτε βραχιολάκια.

  Δεν το είπε, αλλά ήταν ξεκάθαρο για τους δύο Βλαντιμιρέσκου.

  Μέχρι να βγουν από το κτίριο, δεν μίλησε κανένας τους. Στο προαύλιο, βρήκαν τους πολιτοφύλακες να είναι συγκεντρωμένοι στον μαντρότοιχο. Κρατούσαν τα σπαθιά τους, ενώ μερικοί είχαν ανά χείρας μεγάλα όπλα, σαν μουσκέτα. Από την άλλη πλευρά του τοίχου, από εκεί που ακούγονταν οι πιο πολλές φωνές, υπήρχε κόσμος που κουνούσε τα χέρια του. «ΚΑΤΩ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ. ΚΑΤΩ Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ. ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΑΝΣΥΛΒΑΝΙΑ ΟΙ ΞΕΝΟΙ. ΤΡΑΝΣΥΛΒΑΝΙΑ, ΒΛΑΧΙΑ, ΜΟΛΔΑΒΙΑ ΕΝΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟ».

  Αυτά ούρλιαζαν.

  «Μαμά; Τι κάνουμε τώρα;»

  Η Κορνέλια δεν ήξερε, αλλά είδε τον Χενρίκ να φεύγει από το πλήθος και να τους πλησιάζει. Ήταν ιδρωμένος και αγχωμένος. Δεν κρατούσε τη λαβή του σπαθιού του, κάτι που καθησύχασε κάπως την Κορνέλια και τον Σάντου.

  «Ανεβείτε στην άμαξα. Μην ανησυχείτε, θα περάσετε» τους είπε.

  Και όντως, πέρασαν. Το πλήθος, έπειτα από παράκληση του Χενρίκ, άνοιξε λίγο τον κλοιό και η άμαξα απομακρύνθηκε.

  Δεν κοίταξαν πίσω τους, αλλά ευχήθηκαν να μην πάθει κάτι ο δεκανέας.

  «Μαμά;» είπε ο Σάντου, ενόσω κατευθύνονταν προς το Εστ Ζίζιν και το ορεινό πυροβολικό σύνταγμα που υπήρχε εκεί. «Λυπάμαι που τα έκανα μαντάρα».

  «Όχι» τον διαβεβαίωσε και του χαμογέλασε. «Όχι, δεν έκανες κάτι τέτοιο. Ό,τι και να λέγαμε, πάλι σε αυτή τη θέση θα βρισκόμασταν».

  «Ακόμα και αν λέγαμε την αλήθεια;»

  «Όχι, καλέ μου. Τότε θα μας έπιαναν στο λεπτό. Ή δεν θα μας πίστευαν καθόλου και θα μας έδιωχναν».

  «Άρα… τώρα τι κάνουμε; Τι θα πούμε στους άλλους;»

  «Ό,τι μας είπε ο συνταγματάρχης. Όλοι είμαστε ύποπτοι. Δε φεύγει κανείς από το Μπραν». Όχι ότι το είχαμε σκοπό, δηλαδή. Η Κόμισσα θα μας κυνηγήσει όπου κι αν πάμε. Δεν έχει νόημα να φύγουμε. Άσε που, αν το πράτταμε, θα φέρναμε το Κακό και σε άλλους.

  «Μας είπε να γυρίσουμε πίσω. Αλλά εμείς…»

  «Θα παραδώσουμε το δεύτερο γράμμα κανονικά. Μην ανησυχείς, ο συνταγματάρχης θα είναι απασχολημένος για σήμερα». Ελπίζω μόνο για σήμερα. «Δεν θα μάθει ότι δεν ακολουθήσαμε κάθε διαταγή του, παρά μόνο όταν θα είναι αργά».

  «Τι εννοείς;»

  Η Κορνέλια δεν μίλησε. Τι εννοούσε, όντως; Μήπως πήγαιναν να μπλέξουν χειρότερα; Αν ανακάτευαν και άλλους στρατιωτικούς, μπορεί ο Μίκλος να τσαντιζόταν και να διέταζε να συλλάβουν έτσι κι αλλιώς την Κορνέλια και τον Σάντου. Μπορεί και κάποιον άλλο. Όπως τον πατέρα Στεφάν, ας πούμε, ένεκα που αυτός είχε γράψει τα γράμματα και είχε ζητήσει στους Βλαντιμιρέσκου να έρθουν και στις δύο μονάδες του Μπρασώφ.

  Άρα, τα παρατάμε και γυρίζουμε στο Μπραν;

  Αλλά μιας που φτάσαμε ως εδώ, γιατί να μην το πάμε μέχρι τέλους;

  Καλύτερα να υπερβάλλουμε, παρά να γυρίσουμε με άδεια χέρια. Έτσι είχε πει στον γιο της όταν απομακρύνθηκαν από το κάστρο της Κόμισσας. Τότε, βέβαια, έμοιαζε με καλή ιδέα. Τότε δεν είχαν συναντήσει έναν ηλίθιο συνταγματάρχη, που είχε τη φαεινή ιδέα να τους κατηγορήσει και σχεδόν να τους συλλάβει επί τόπου. Έκανε τη δουλειά του, φυσικά, αλλά στην προκειμένη περίπτωση έπεφτε τόσο έξω…

  Κι από την άλλη έχουμε τον δεκανέα Χενρίκ. Η άλλη πλευρά του νομίσματος. Αυτός που θέλει να βοηθήσει.

  Μην παίρνεις και όρκο. Αν του έλεγε ο Μίκλος, «Συνέλαβε τους», τι νομίζεις ότι θα έκανε ο δεκανέας; Ή αν αραδιάζετε την ιστορία σας στον Χενρίκ, πιστεύεις ειλικρινά ότι θα έκανε κάτι διαφορετικό, από αυτό που έκανε ο Μίκλος;

  Η Κορνέλια το ήλπιζε, αλλά εν τέλει δεν μπορούσε να το υποσχεθεί ούτε στον εαυτό της. Γιατί δεν ήξερε. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνουν πια και ποιους ήταν σωστό να ενημερώσουν για την κατάσταση στο Μπραν και τι συνέπειες θα είχαν οι πράξεις τους. Δεν ήξερε τι να πει στον Σάντου. Ούτε είχε τη διάθεση να αναζητήσει τη φιλοσοφική αλήθεια πίσω από την μεταφορά με το νόμισμα. Είχε απογοητευτεί με τον Μίκλος (Ελπίζω να μη χρειαστεί να τα ξαναπούμε) και την πιθανότητα να τον φορτωθούν στην πλάτη τους τις επόμενες μέρες. Αυτό που ήθελε πια ήταν να ξεμπερδεύουν και με τους άλλους στρατιωτικούς και να πάνε στης Σορίνα, να ξαποστάσουν. Ήταν κουρασμένη, ψυχή τε και σώματι.

  Οπότε το μόνο που ψέλλισε, καθώς περνούσαν έξω από μαγαζιά και μικρά και μεγάλα σπίτια και άφηναν πίσω τους μικρές ομάδες ανθρώπων που συνωμοτούσαν, ήταν «Θα δούμε».

  Και, τελικά, είδαν πως ο Μίκλος θα μπορούσε να είναι το μικρότερο από τα μελλοντικά προβλήματα που θα τους τυραννούσαν, όπως θα έγραφε ο Τζον Μπάρλοου αν είχε σκαρφιστεί αυτή την ιστορία.

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook