Η εντολή της κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 4.2

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

 

Αργότερα, το απόγευμα, ενώ η Κορνέλια και ο Σάντου ήταν στο μεγάλο σπίτι της αδερφής του Λούκα, στο γραφείο του συνταγματάρχη Μίκλος ήρθε ένας άλλος στρατιωτικός, ο εξηντάρης αντισυνταγματάρχης Νίμετ Σιλάρ, του Δέκατου Πέμπτου Συντάγματος Ορεινού Πυροβολικού του Κοινού Στρατού της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Ήταν ένας ψηλός άντρας, με φαρδιούς ώμους και κοντοκουρεμένα άσπρα μαλλιά, με τη γκρίζα και μπλε στολή του να είναι σε άψογη κατάσταση και τα παράσημά του να λάμπουν στο στήθος του. Έβγαλε το παλτό του και κάθισε απέναντι από τον Μίκλος και άναψε τσιγάρο. Κρατούσε στο χέρι του ένα γράμμα από κάποιον Τρανσυλβανό παπά, ονόματι Στεφάν Οσμοκέσκου. Ο Σιλάρ ενημέρωσε εν τάχει τον Μίκλος για την επίσκεψη που είχε δεχθεί από δύο κατοίκους του Μπραν, οι οποίοι του είπαν ότι είχαν χάσει πέντε συγχωριανούς τους και πως ήθελαν επειγόντως τη βοήθειά του.

  «Τι; Γιατί ήρθαν σε σένα;» ρώτησε ο Μίκλος. «Πιο πριν είχαν έρθει σε εμένα».

  «Δεν έχω ιδέα, συνάδελφε». Οι Ούγγροι που υπηρετούσαν στον Κοινό Στρατό ήταν οι μόνοι που είχαν το ελεύθερο να προσφωνούν έτσι τους πατριώτες τους των Στρατιωτικών Σωμάτων της Ουγγαρίας. Οι Αυστριακοί αντιμετωπίζονταν με μεγάλη επιφύλαξη γενικά. Το αυτό ίσχυε και αντιστρόφως. Βασικά, αν ρωτούσε κάποιος τυχαία χίλιους Ούγγρους και χίλιους Αυστριακούς στρατιώτες, οποιασδήποτε βαθμίδας, θα του ήταν σαφές ότι ούτε οι μεν ούτε οι δεν πολύ-ήθελαν την αναγκαστική συνεργασία που τους είχαν επιβάλλει. «Καλά, χωριάτες είναι. Δεν ξέρουν πώς πάει το πράγμα».

  «Δεν θα έπαιρνα όρκο γι’ αυτό. Για το ότι δεν ξέρουν».

  «Τι, λες να είναι τίποτα πονηροί;»

  «Η χοντρή, σίγουρα. Τα μάσαγε τα λόγια της».

  «Κι όχι μόνο τα λόγια της, έτσι;»

  Γέλασαν.

  «Πάντως» σχολίασε ο Σιλάρ «μου φάνηκε περίεργο που ήρθαν σε εμάς και για ένα δεύτερο λόγο. Θυμάσαι που κυνηγούσαμε εκείνον τον δραπέτη, τον Έγκετ Ρούντολφ;»

  «Ναι».

  «Είχαμε πάει στο Μπραν, έπειτα από διαταγή από τα ανώτερα κλιμάκια. Μας είχαν στείλει έναν Αυστριακό του Evidenzbureau να επιβλέπει, επειδή ο Ρούντολφ είχε πάρε δώσε με Μολδαβούς στο παρελθόν. Τον βρήκαμε, βέβαια, αλλά πολύ πιο μακριά. Όμως, οφείλαμε να πάμε και στο Μπραν, “για παν ενδεχόμενο”. Έτσι είπε ο Αυστριακός. Εγώ, όμως, είχα στο νου μου μην τον είχε κρύψει καμιά ντόπια πουτάνα που ήθελε να δει λίγη χαρά στα σκέλια της, γιατί αν περιμένει από τους χωριάτες…» Ο Σιλάρ γέλασε και τον έπιασε τσιγαρόβηχας.

  «Και λοιπόν;» ρώτησε ο Μίκλος. Θυμόταν την περίπτωση. Θυμόταν συγκεκριμένα πόσο είχε εκνευριστεί ο ανώτερός του, ο αντιστράτηγος Ζαλάν, που δεν είχαν δώσει την υπόθεση στην πολιτοφυλακή. Αλλά όταν έμαθε ότι έστειλαν και έναν της αντικατασκοπείας, και μάλιστα Αυστριακό, μαζεύτηκε και ευχαρίστησε την τύχη του που δεν του φόρτωσαν την υπόθεση.

  «Ε, είχαμε ανακρίνει τους ντόπιους. Και, ας πούμε, δείξαμε υπερβάλλοντα ζήλο».

  Ο Μίκλος φαντάστηκε τους άντρες του Σιλάρ να χτυπάνε τις πόρτες και να ουρλιάζουν στους χωριάτες, με τους τελευταίους να έχουν χεστεί από την τρομάρα τους. Μπορεί να κάνουμε κι εμείς τα ίδια, σκέφτηκε. Ναι, ήταν πολύ πιθανό. Γιατί δεν θα ήταν μόνο αυτή η χοντρή, η Βλαντιμιρέσκου, που έλεγε μισόλογα. Θα ήταν κι άλλοι. Και η πολιτοφυλακή θα έπρεπε να τους αποσπάσει την αλήθεια με κάθε μέσο –όχι ότι θα τους κακόπεφτε, δηλαδή, να κατατρομάξουν μερικούς χωριάτες.

  «Μάλιστα» είπε ο Μίκλος.

  «Τους είδα πολύ απογοητευμένους, ρε συ. Τη χοντρή και τον μικρό, εννοώ. Τι τους είπες;»

  «Ότι είναι ύποπτοι. Όπως όλοι στο Μπραν. Είναι οι μόνοι που ξέρουμε ότι έχουν κάποια σχέση με τους εξαφανισμένους. Τουλάχιστον, αυτό συμπεραίνω απ’ όσα είπαν».

  «Ωχ, κατάλαβα. Γι’ αυτό τα ’καναν πάνω τους».

  «Αλλά τους είπα και να γυρίσουν αμέσως στο Μπραν. Και δεν το έκαναν».

  «Όντως. Μου φορτώθηκαν εμένα. Τι θα κάνεις, θα τους συλλάβεις;»

  Ο Μίκλος άναψε τσιγάρο και ένιωσε το στομάχι του να διαμαρτύρεται. Είχε δύο ώρες που είχε φάει. Πεινούσε. «Μπα, όχι. Όχι για την ώρα, δηλαδή».

  «Κατάλαβα. Θα στείλεις δικούς σου στο Μπραν;»

  Ο Μίκλος ανασήκωσε τους ώμους του. «Αυτό θα το αποφασίσει ο Ζαλάν. Αλλά έτσι πρέπει να γίνει, να στείλουμε κάποιους, να δουν τι συμβαίνει».

  «Θέλετε καμιά βοήθεια;»

  «Πλάκα κάνεις; Γιατί να θέλουμε; Θα στείλουμε μερικούς ένοπλους και θα τους τα κάνουν γυαλιά καρφιά εκεί κάτω».

  «Όπως κάναμε εμείς».

  «Περίπου, ναι. Μόνο που αυτή τη φορά οι κάτοικοι του Μπραν θα είναι οι πιθανοί Έγκετ Ρούντολφ της υπόθεσης». Γέλασε. «Και επίσης, δεν θα έχουμε κάποιον κόπανο του Evidenzbureau να στέκεται πάνω από το κεφάλι μας, επειδή το θέλει ο μαλάκας, ο αυτοκράτορας». Ήταν γνωστό ότι το Evidenzbureau, γνωστό και ως Γραφείο, που είχε την έδρα του στη Βιέννη, έδινε αναφορά πρώτα στον Υπουργό Εξωτερικών και ανά βδομάδα στον αυτοκράτορα Φρανζ Ζοζέφ τον Πρώτο. Αν και υποβαθμισμένο -η χρηματοδότηση που του έδιναν (ειδικά οι Ούγγροι) ήταν για γέλια, ενώ το προσωπικό του αριθμούσε με το ζόρι τους εξήντα κατώτερους και τριάντα ανώτερους στρατιωτικούς πράκτορες- σε σχέση με τις αρμοδιότητές του, που περιλάμβαναν εισχώρηση σε ξένες υπηρεσίες, παρακολούθηση, συλλογή στρατιωτικών και πολιτικών πληροφοριών από πολλές διαφορετικές μεριές κ.ά., το Evidenzbureau μπορούσε να προκαλέσει μπελάδες, αν δε συνεργαζόσουν μαζί του.

  «Μακριά από εμάς οι Αυστριακοί. Και δεν μου λες, πότε θα αποφασίσει ο Ζαλάν να στείλετε τους δικούς σας στο Μπραν;»

  «Δεν ξέρω. Θα του αφήσω την καταγγελία και το γράμμα του παπά στο γραφείο του, πριν φύγω. Προσωπικά, δεν νομίζω να κάνει κάτι αύριο ή μεθαύριο. Γιατί έχουμε πιο σοβαρά προβλήματα. Έχουμε τους εδώ ντόπιους που προκαλούν την τύχη τους».

  Ο Σιλάρ ένευσε. Αν ήταν έξω, στο δρόμο, θα έφτυνε. Τους μισούσε τους επαναστάτες. Δεν καταλάβαιναν πόσο τυχεροί ήταν που ανήκαν στην Ουγγαρία και που είχαν για προστάτες τους Ούγγρους στρατιωτικούς. Ήταν αχάριστοι. «Αν θέλει, πάντως, στέλνω κάνα κανόνι και τους βάζουμε στη θέση τους».

  «Θα το δούμε». Αν και οι δύο τους ήξεραν ότι ούτε ο Ζαλάν ούτε ο Μίκλος θα ζητούσαν τη βοήθειά του, όχι άμεσα, δηλαδή. Ο Ζαλάν γιατί δεν ήθελε άλλους να μπλέκονται με τις υποθέσεις του και ο Μίκλος γιατί δεν ήθελε να χάσει τη θέση του. Ο Ζαλάν καραδοκούσε, και ήταν πάντα περήφανος σαν τράγος που έχει γαμήσει όλες τις προβατίνες στο μαντρί. Αν κάποιος υφιστάμενός του έπαιρνε πρωτοβουλία να ζητήσει βοήθεια από αλλού, και μάλιστα χωρίς να τον ρωτήσει, θα τσαντιζόταν, θα ξήλωνε τον κατώτερο και μετά θα πάθαινε εγκεφαλικό. Επειδή δεν ήταν δυνατόν η πολιτοφυλακή να αδυνατεί να διαχειριστεί μοναχή της μερικούς Τρανσυλβανούς. «Άσε που, αν έχουν όντως εξαφανιστεί εκείνοι οι πέντε και αν δεν έχει εμπλακεί κάνας χωριάτης, τότε σιγά μην τους βρούμε, και μάλιστα ζωντανούς».

  «Ποιος άλλος θα μπορούσε να το κάνει; Τίποτα τσιγγάνοι; Κυκλοφορούν πολλά καραβάνια από δαύτους στα πέριξ».

  «Μπορεί, αλλά πιο πιθανό να αλληλοσκοτώθηκαν μεταξύ τους».

  «Άκου με που σου λέω, τσιγγάνοι θα το έκαναν. Λες και δεν τους ξέρουμε τι παλαβοί μαχαιροβγάλτες είναι».

  Ο Σιλάρ άρχισε πάλι το παραλήρημά του, αλλά ο Μίκλος δεν τον άκουγε. Σκεφτόταν τι να είχε φτιάξει η γυναίκα του για βραδινό. Αλλά σιγά μην περίμενε να πάει στο σπίτι, για να φάει. Θα έστελνε κάποιον να του φέρει από το μαγειρείο ή από κάποιο εστιατόριο. Καλύτερα από έξω, συλλογίστηκε. Ό,τι φτιάχνουν εδώ είναι προτιμότερο να το δώσουμε σε ποντίκια, μπας και ψοφολογήσουν. Ο γιατρός του του έλεγε να προσέχει, να μην τρώει πέραν των απολύτως σημαντικών γευμάτων, αλλά στην τελική τι ήξερε κι αυτός; Πάντως, όχι όλα.

  Η συνάντησή τους έληξε δέκα λεπτά μετά, με τον Σιλάρ να αποχωρεί διατυμπανίζοντας πως επιτέλους τέλειωνε η βάρδιά του και θα ξεκουραζόταν και τον Μίκλος να αδιαφορεί αν ο άλλος πήγαινε ακόμα και να σαλτάρει στον Δούναβη για ένα χειμωνιάτικο μπανάκι θανάτου.

  Δεν ξαναβρέθηκαν, παρά μόνο μετά από μέρες, και είχαν μια πολύ διαφορετική κουβέντα για το Μπραν και όχι μόνο.

 

Συνεχίζεται…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook