Η εντολή της κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 4.3

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Προηγούμενο

Σημείωση του επιμελητή: Λόγω τεράστιας έκτασης, το κείμενο είναι χωρισμένο σε σελίδες. Μπορείτε να μετακινηθείτε στις σελίδες από τους συνδέσμους που θα βρείτε μετά την βαθμολογία του άρθρου. Μην ξεχάσετε να μας αφήσετε τις σκέψεις σας και την βαθμολογία σας! Καλή ανάγνωση!

Κάστρο του Μπραν, βράδυ

Την ίδια ώρα που οι περισσότεροι κάτοικοι στο Μπραν και ο Σάντου με την Κορνέλια κοιμούνταν και ο συνταγματάρχης Μίκλος συμπλήρωνε την αναφορά του για την καταγγελία των Βλαντιμιρέσκου και για τους συλληφθέντες (πλούσια σοδειά και σήμερα, σκεφτόταν καθώς έγραφε και κάπνιζε), στο απομονωμένο δωμάτιο της Κόμισσας το σώμα της Ρεβέκκα βρισκόταν σε πλήρη διέγερση. Με μια πρώτη ματιά, φαινόταν ακίνητο, σαν να είχε γαλήνιο ύπνο, όμως στην πραγματικότητα, κάτω από το μαύρο μανδύα, κάθε πόρος του είχε ανατριχιάσει, σαν παιδάκι που δεν μπορεί να κοιμηθεί από το φόβο του για το τι κρύβεται κάτω από το κρεβάτι.

Η Ρεβέκκα είχε τα κατάμαυρα μάτια της ανοιχτά, αλλά δεν έβλεπε το δωμάτιο γύρω της. Ούτε άκουγε, ούτε μύριζε. Την προηγούμενη βραδιά, όταν άρχισε να έχει σπασμούς, ο Νικολάι και ο Βασίλι, γνωρίζοντας τη διαδικασία, την είχαν μεταφέρει εσπευσμένα στην κλίνη. Την άφησαν ξαπλωμένη ανάσκελα, πάνω σε βρόμικα σεντόνια, περιτριγυρισμένη από ένα σωρό έντομα που ύφαιναν ιστούς και άφηναν μικροσκοπικά χνάρια πάνω στη σκόνη. Τα δύο παραθυρόφυλλα είχαν καλυφτεί ως συνήθως, δηλαδή με χοντρές κουβέρτες, έτσι ώστε να μην την σκοτώσει ο ήλιος. Οι δύο ερωμένες της Ρεβέκκα είχαν ανάψει τα κεριά στα κηροπήγια των τοίχων, διατηρώντας τη σκοτεινιά, αλλά και την απαραίτητη ερωτική ατμόσφαιρα, που τους είχαν υποδείξει οι άλλοι ότι έπρεπε να υπάρχει. Τα βλοσυρά πρόσωπα στα πορτραίτα, τα ονόματα των οποίων θα μπορούσε να βρει κανείς αν ακολουθούσε το γενεαλογικό δέντρο του Βλαντ Τσέπες (περισσότερο γνωστού ως Δράκουλα), κοιτούσαν οπουδήποτε αλλού, εκτός από την Ρεβέκκα. Μόνο ένα την παρακολουθούσε με χαμόγελο.

Η Κόμισσα. Τότε που ήταν μια νέα κοπέλα και μαράζωνε στο κάστρο, αναπολώντας όλες εκείνες τις λίγες στιγμές που είχε βρεθεί κοντά στον αγαπημένο της στρατιώτη. Αν δεν υπήρχε εκείνος, το χαμόγελο στο πορτραίτο θα ήταν προσποιητό, σαν μάσκα αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Η Ρεβέκκα το έμαθε, όταν, μετά που έγινε βρικόλακας και ήπιε από το αίμα της Κόμισσας, περιδιάβηκε σε όλες τις αναμνήσεις της και γνώρισε τους ανθρώπους που την είχαν αγαπήσει, τους ανθρώπους που την είχαν πληγώσει και εκείνους που τελικά τους είχε αφανίσει χωρίς να πιει το αίμα τους, αφού δεν ήθελε να δηλητηριαστεί. Έμαθε τα μυστικά της Κόμισσας, τις περιπλανήσεις της ως πλάσμα της νύχτας, τις φαντασιώσεις της και βίωσε την μία και μοναδική φορά που η αφέντρα των βρικολάκων είχε καταφέρει να ξεκλέψει χρόνο για να ενωθεί με τον στρατιώτη της, τον Ίλιε Στάνκου. Είχε δει τους λόγους για τους οποίους η Κόμισσα διάλεξε την Ρεβέκκα και τους άλλους τρεις για υπηκόους της. Και είχε μάθει για τον Άγγλο συγγραφέα που είχε βρεθεί στο κάστρο, αναζητώντας την αλήθεια πίσω από τους μύθους της Τρανσυλβανίας, και την είχε εμπνεύσει για την σταυροφορία της.

Στην ζωή της, δύο άντρες είχαν συμβάλλει για την γαλήνη της ψυχής της και για την κινητοποίησή της. Για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, βέβαια (ο Ίλιε γιατί της ξυπνούσε όλα τα όμορφα συναισθήματα και ο συγγραφέας γιατί είχε κυριευτεί από την πεζή επιθυμία του να βγάλει λεφτά), αλλά η ουσία ήταν πως οι δύο άντρες είχαν επηρεάσει την Κόμισσα. Άντρες. Ήταν δυνατόν να έχουν έναν τόσο σημαντικό ρόλο; Η Ρεβέκκα θα έφριττε και μόνο στη σκέψη, αλλά η δύναμη των αισθημάτων της Κόμισσας για τον Ίλιε, καθώς και η συμβολή του συγγραφέα στον σκοπό της, την έπεισαν. Αυτοί οι δύο ήταν από τις εξαιρέσεις. Από τους ελάχιστους που θα εμφανίζονταν κατά καιρούς και μπορεί και να μην ήταν άξιοι θανάτου –οριστικού θανάτου, δηλαδή. Για να τους είχε διαλέξει Εκείνη, σίγουρα δεν ήταν τυχαίοι.

Για την Ρεβέκκα, όμως, αυτή η αγάπη της Κόμισσας για τον Ίλιε ήταν ένας φοβερός κεραυνός στην καρδιά. Δεν θα μπορούσε να καταφέρει την Κόμισσα να τον ξεχάσει. Το είχε δει ευθύς εξ αρχής της γνωριμίας τους, αλλά δεν ήθελε να το συνειδητοποιήσει. Θύμιζε λίγο τον Βασίλι και την Έλενα, που, σαν παιδιά μιας οικογένειας που δεν τα αγαπούσε, μπορούσαν να μυρίζουν τις λιχουδιές που έφτιαχνε η θετή μάνα τους, αλλά δεν τους επιτρεπόταν να τις γευτούν. Η διαφορά ήταν πως στην περίπτωση της Ρεβέκκα η επιθυμία ικανοποιούνταν, απλά όχι στο βαθμό που θα ήθελε η ίδια, σε αντίθεση με τα δύο αδέρφια που έπρεπε να αρκεστούν σε ξεροκόμματα και λίγο νερό.

Το μόνο καλό, σκεφτόταν η Ρεβέκκα, ήταν πως ο Ίλιε είχε πεθάνει. Οριστικά. Δεν είχε γίνει βρικόλακας. Τον είχαν σφάξει μπροστά στα μάτια της αγαπημένης του και τον είχαν αφήσει παλουκωμένο στον προαύλιο χώρο του κάστρου, να ουρλιάζει στα Καρπάθια και τον γκρίζο ουρανό και να μουδιάζει από το κρύο. Η Κόμισσα είχε υποφέρει στη θέα του συντρόφου της που αργοπέθαινε τόσο ατιμωτικά, σαν Οθωμανός που είχε πιαστεί αιχμάλωτος, και εκείνη ήταν βυθισμένη στην σφιχτή αγκαλιά του αχρείου συζύγου της, ο οποίος το ευχαριστιόταν, σαν άλλος απόγονος των σατράπηδων Ντράκουλ. Την κρατούσε και της περιέγραφε πώς το τεράστιο ξύλινο ακόντιο διαπερνούσε ώρα με την ώρα τα κόκαλα και το δέρμα «σαν να καθαρίζεις ένα μήλο, καλή μου», με το σώμα να υποχωρεί όλο και περισσότερο προς τη γη, αφήνοντας πίσω του ροδαλά σημάδια και κομμάτια από εντόσθια. Τα χέρια και τα πόδια του ήταν σπασμένα και ανοιχτά, μακριά από το παλούκι και την όποια πιθανότητα να το αρπάξουν και να σταματήσουν κάπως αυτή την μαρτυρική κατάβαση στην επίγεια Κόλαση.

Ο Ίλιε αναπαυόταν στη μνήμη της Κόμισσας πλέον, σε ένα δωμάτιο ηλιόλουστο και με την είσοδο να απαγορεύεται σε οποιονδήποτε άλλο. Θα έμενε για πάντα εκεί και κανείς δεν θα έπαιρνε τη θέση του. Κανείς και καμιά.

Αλλά είναι νεκρός. Όπως πρέπει να είναι οι θνητοί. Αυτό σκεφτόταν η Ρεβέκκα και κάπως παρηγορούνταν. Όμως, κρατούσε αυτή τη χαρά μυστική, γιατί, αν το μάθαινε η Κόμισσα, ποιος ξέρει τι θα της έκανε. Πόσο θα απογοητευόταν μαζί της και πώς θα την τιμωρούσε. Μπορεί να την έδιωχνε. Ή να της έπαιρνε τη ζωή με αργό και βασανιστικό τρόπο, όπως είχε κάνει με τους δικούς της, πριν από αιώνες.

Δεν έπρεπε να συμβεί αυτό. Δεν θα άντεχε η Ρεβέκκα να καταντήσει σαν εκείνους, σαν μια θνητή. Γι’ αυτό και φύλαγε τα μυστικά της ακόμα και από την Κόμισσα της. Την πλήγωνε, ένας θεός ξέρει πόσο την αγαπούσε, αλλά ήταν απαραίτητο. Μια θυσία για το καλό της σχέσης τους.

Η Κόμισσα είχε έρθει όταν η Ρεβέκκα ετοιμαζόταν μαζί με τους άλλους για μια ακόμα επίσκεψη στο Μπραν. Όπως και τις άλλες δύο φορές, πρώτα χάθηκε ο κόσμος γύρω της, η ίδια η Ρεβέκκα βρέθηκε στην κρεβατοκάμαρα της Κόμισσας και μετά από ένα παράθυρο ακούστηκε η απαλή φωνή.

«Γεια σου, καλή μου Ρεβέκκα».

Και η μορφή της Κόμισσας Ροντίκα Ντραγκίτσι ζωγραφίστηκε από τη νύχτα μπροστά στα μάτια της Ρεβέκκα.

Ήταν τόσο όμορφη… Ψηλή, με λυτά μαλλιά και μάτια στο χρώμα του βραδινού, συννεφιασμένου ουρανού και με το δέρμα του κορμιού της, αψεγάδιαστο από οποιαδήποτε βαφή χρησιμοποιούσαν στην εποχή της, να αντανακλά το φως χιλιάδων κεριών. Το μαύρο φόρεμά της είχε λαιμόκοψη που έφτανε λίγο πάνω από το μπούστο, λευκά μανίκια και στένευε στη μέση. Το πάνω μέρος του στήθους της  αναδεικνυόταν ίσα-ίσα, για να προκαλέσει το θαυμασμό και τον πόθο. Τα χέρια της ήταν ενωμένα, με τα δάχτυλα πλεγμένα αναμεταξύ τους, μπροστά από την κοιλιά της, σαν να ήταν έγκυος που ήθελε να προστατέψει το μωρό που κυοφορούσε.

Στο χώρο του κάστρου αυτής της ιδεατής πραγματικότητας, δεν υπήρχαν άλλοι, εκτός από τη Ρεβέκκα και την Ροντίκα. Κοιτούσαν η μία την άλλη, δύο νεκροζώντανες γυναίκες που γνωρίζονταν από κάθε άποψη, σε κάθε επίπεδο συνειδητότητας, έως ότου η Ρεβέκκα γονάτισε στο πάτωμα και έσκυψε το κεφάλι. «Αγαπημένη μου Κόμισσα, τι μεγάλη τιμή που μου κάνετε με την παρουσία σας!» είπε με τρεμάμενη φωνή, γεμάτη φλογερή επιθυμία να καίει το αίμα της. Αγαπούσε πολύ την Μαγκνταλένα και τη Ροζάλια, αλλά την Ροντίκα την λάτρευε. Θα έκανε τα πάντα γι’ αυτήν, για να είναι κοντά της και την ευχαριστήσει. Ήταν δούλη της Κόμισσας, ταγμένη στο σκοπό της όσο κανένας άλλος.

Η Ρεβέκκα ένιωσε το απαλό χάδι του αέρα που έφερε μαζί της η Ροντίκα, όταν την πλησίασε. Είδε το κάτω μέρος της φούστας, το ανοιχτόχρωμο καλτσόν που κάλυπτε τα πόδια της και τα κόκκινα παπούτσια με το παχύ τακούνι.

Προσπάθησε να μη δείξει το τρέμουλο των χεριών της, που έμοιαζαν σαν να ήταν αλυσοδεμένα για χρόνια.

«Σήκω, Ρεβέκκα».

Η Ρεβέκκα υπάκουσε. Στάθηκε στα πόδια της, αλλά με το κεφάλι κατεβασμένο.

Η Ροντίκα έπιασε απαλά το πιγούνι της άλλης και το έστρεψε προς το μέρος της, ώστε να βλέπει η μία την άλλη. «Θα συζητήσουμε για το Μπραν, Ρεβέκκα. Για το Μπραν και για το μέλλον του είδους μας».

«Μάλιστα, Κόμισσα μου». Η Ρεβέκκα είχε αφήσει τα χέρια της ελεύθερα, να κρέμονται σαν δείκτες ρολογιού κοντά στο σώμα της. Τα μάτια της κολυμπούσαν στην άβυσσο του βλέμματος της Ροντίκα. Είχε βουτήξει ξανά σε εκείνα τα βάθη και θα μπορούσε να το κάνει για πάντα, καθώς κάθε φορά έβρισκε κάτι καινούριο, για να ποθήσει. Σαν να ήταν μια μέλισσα που είχε σκοπό τη ζωή της να ανατρέξει σε κάθε λουλούδι και σε κάθε δέντρο, ανεξάρτητα από την εκάστοτε εποχή.

Η Ροντίκα χαμογέλασε, με το λευκό πρόσωπό της να μη χάνει ούτε στιγμή την ομορφιά του. Φίλησε την Ρεβέκκα στα χείλη, και ήταν κάτι που το ήθελαν και οι δύο, για διαφορετικούς λόγους.

Όταν σταμάτησαν, η Ροντίκα είπε «Μου έλειψες, Ρεβέκκα».

«Κι εσείς μου λείψατε, Κόμισσα μου». Αν άκουγαν η Μαγκνταλένα και η Ροζάλια τη γλύκα και τον διακαή πόθο που κρυβόταν στη φωνή της, θα έχαναν πάσα ιδέα. Ήξεραν για την αγάπη της συντρόφου τους για την Ροντίκα, αλλά αόριστα, αφού η Ρεβέκκα, όπως η Κόμισσα, είχε κι αυτή τα απροσπέλαστα μυστικά της.

«Έλα, ας καθίσουμε».

Κάθισαν στη μια πλευρά του κρεβατιού, το οποίο, σε αυτόν τον φανταστικό κόσμο, ήταν πεντακάθαρο, χωρίς παρείσακτα έντομα ή τρωκτικά. Ήταν όπως τότε, στην εποχή της Κόμισσας, όταν το φρόντιζαν οι υπηρέτριες. Όλα στη θέση τους, χωρίς ίχνος φθοράς. Η λευκή ντουλάπα με τα ρούχα και τις λαβές από μπρούτζο, το έπιπλο με τα καλλυντικά της Ροντίκα, το περσικό χαλί με τις απεικονίσεις δράκων που πετούν πάνω από το κάστρο, το γραφείο με το μελανοδοχείο και η πένα και τα χαρτιά του άντρα της Ροντίκα. Τα παραθυρόφυλλα ανοιχτά και οι κουρτίνες να κυματίζουν. Απέναντι από το κρεβάτι, υπήρχε ένας ολόσωμος καθρέφτης, το κάτοπτρο του οποίου στην πραγματικότητα είχε θολώσει και είχε ραγίσει, αλλά τώρα, εδώ, αντικατόπτριζε το χώρο και τα πράγματα και τις δύο γυναίκες. Τα κεριά στα κηροπήγια έκαιγαν και ζέσταιναν το δωμάτιο.

Αν η Ρεβέκκα δεν ήξερε ότι ήταν σε έναν άλλο, ανώτερο κόσμο, τότε θα μπορούσε να πιστέψει ότι θα άκουγε φωνές έξω από την κλειστή πόρτα και πως όλο και κάποιος θα εισέβαλλε στο δωμάτιο. Όμως, δεν είχε να φοβάται κάτι τέτοιο. Ήταν μόνες τους. Επιτέλους. Αν και όφειλε να παραδεχτεί πως δεν είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που βρέθηκαν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Συγκεκριμένα, είχαν περάσει έξι ημέρες. Ήταν τότε που η Ροντίκα ανακοίνωσε ότι είχε έρθει η στιγμή να βγουν από το κάστρο και να αρχίσουν τις επιθέσεις στο Μπραν. Κανείς από τους υποτακτικούς της Ροντίκα δεν το είπε φωναχτά, αλλά όλοι τους περίμεναν με ανυπομονησία την άδειά της, για να ξεχυθούν στις φωλιές των θηραμάτων. Ουσιαστικά, τότε τους είχε δώσει την ελευθερία τους.

Άραγε, τώρα τι επιθυμία θα είχε; Η Ρεβέκκα δεν ήξερε, αλλά ό,τι και να ήθελε η Κόμισσα εκείνη και οι άλλοι θα το έκαναν.

«Μίλα μου για το Μπραν, καλή μου» είπε η Ροντίκα. «Το έχετε υποτάξει; Έχουν χαθεί όλοι τους;»

«Όχι, Κόμισσα. Όπως αναφέρετε και στο γράμμα, φροντίζουμε να εγκαθιδρύσουμε τον τρόμο στις καρδιές των θηραμάτων. Παίρνουμε λίγους-λίγους, έτσι ώστε όσοι μένουν πίσω να φοβούνται και να θυμούνται. Ξεκινήσαμε με την Μαγκνταλένα και την Μαριάννα, μετά με την Ροζάλια, τον Αρσένιε και τον Νάντρου. Τους αλλάξαμε όλους. Προσωπικά, έδωσα στην Μαγκνταλένα και στην Ροζάλια τη δική μου μορφή, τις δικές μου ικανότητες. Δεν ήθελα να είναι όλοι τους κατώτεροι».

«Ωραία. Σωστά έπραξες. Πες μου για τους Τσομπάνου; Τους έχετε επισκεφτεί; Έχετε σκοτώσει ή αλλάξει κανέναν τους;»

«Όχι. Η Μαγκνταλένα πήγε ένα βράδυ στο σπίτι τους, σκότωσε τα σκυλιά τους και τρόμαξε δύο παιδιά που έχουν εκεί. Αλλά δεν μπήκε στο σπίτι. Δεν την προσκάλεσαν. Όμως, έμαθε ότι στο σπίτι κατοικούσαν πολλοί άνθρωποι. Εννοώ, πέραν από τους Τσομπάνου».

«Αλήθεια; Γιατί;»

«Ο Βασίλι και ο Νικολάι υποθέτουν ότι τα θηράματα ξέρουν για εμάς. Ή ότι υποψιάζονται κάτι για τους δικούς τους που χάθηκαν». Ανασήκωσε τους ώμους της. «Άλλωστε, ξέρουν για εσάς, Κόμισσα. Ξέρουν για το τι έγινε παλιά. Οπότε παίρνουν κάποια μέτρα προστασίας. Έχουν ακόμα και τέσσερις άντρες με όπλα που γυροβολάνε τα βράδια στο Μπραν».

«Κατάλαβα». Η Ροντίκα κοίταξε μερικά από τους πίνακες με τα ζωγραφισμένα πρόσωπα που είχαν κρεμαστεί στους τοίχους. Δεν έμοιαζε απογοητευμένη, αλλά μάλλον το αντίθετο. «Τους βλέπεις όλους αυτούς, Ρεβέκκα;»

Η Ρεβέκκα ξανακοίταξε για πολλοστή φορά τα πορτραίτα. Δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον γι’ αυτήν, πέραν από αυτό της Ροντίκα. «Μάλιστα».

«Ξέρεις τι κοινά έχουν μεταξύ τους;»

«Όχι».

«Έζησαν στην εποχή μου. Χάρηκαν με τη δυστυχία μου. Όλοι τους. Έβλεπαν τον αγαπημένο μου να υποφέρει και γέλαγαν. Ήταν ανίδεοι για τα εγκλήματα που έκαναν. Και τώρα είναι νεκροί. Πέθαναν από τα χέρια μου. Επίσης, όλοι τους. Δεν τους άλλαξα. Δεν ήθελα να υπάρχουν, ούτε σαν ανώτερα ούτε σαν κατώτερα όντα. Δεν θα τους προσέφερα ποτέ την αιώνια ζωή. Τους άφησα να πιστεύουν πως θα την αποκτήσουν μέσω της θρησκείας τους. Πραγματικά, πολύ ανόητοι άνθρωποι».

Η Ρεβέκκα δεν μίλησε. Γνώριζε για το μίσος της Ροντίκα γι’ αυτούς. Όπως και για τους Τσομπάνου και το Μπραν γενικά. Ένα πράγμα δεν καταλάβαινε, όμως, επ’ αυτού. «Κόμισσα; Γιατί κρατήσατε τα πορτραίτα τους; Γιατί δεν τα πετάξατε;»

Η Ροντίκα την κοίταξε. «Γιατί κάθε φορά που θα τους έβλεπα, θα θυμόμουν τι είχαν κάνει και κυρίως τι τους έκανα εγώ. Επίσης, έπρεπε να έχω υπ’ όψιν μου ότι δεν αξίζουν όλοι να κερδίσουν την αιώνια ζωή».

Ειδικά, οι άντρες, σκέφτηκε η Ρεβέκκα. Αυτά τα άθλια πλάσματα πρέπει να χαθούν μια για πάντα.

Ναι, αλλά οι λίγοι που μπορούν να φανούν χρήσιμοι; Όπως ο συγγραφέας; Τι θα τους κάνετε αυτούς;

Δεν ήξερε, αλλά θα έβρισκε μια λύση και γι’ αυτό το πρόβλημα. Μαζί με την καλή της Ροντίκα, φυσικά.

«Το Μπραν έχει παπά, έτσι δεν είναι, Ρεβέκκα;»

«Ναι. Είναι ένας γέρος που μαζεύει κάπου-κάπου τα παιδιά για κατηχητικό. Δεν αποτελεί σημαντική απειλή». Η Ρεβέκκα χαμογέλασε. «Είναι σαν ερείπιο. Σα δέντρο που του έχουν πελεκήσει τον κορμό, αλλά χωρίς να έχουν δώσει το τελειωτικό χτύπημα, για να πέσει».

Η Ροντίκα απλά ένευσε.

«Κανένας τους δεν αποτελεί σημαντική απειλή, Κόμισσα μου. Πιο πολύ μας ανησυχούν τα σκυλιά τους, παρά εκείνοι». Ούτε αυτό ίσχυε εντελώς -τι να φοβηθούν από τα σκυλιά, άλλωστε;-, αλλά ήθελε να ρίξει ακόμα περισσότερο τη σημασία των ανθρώπων του χωριού. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της σαν κοριτσάκι, όλοι, και ειδικά οι άντρες, δε διανοούνταν να βάλουν ή να ανεχθούν άλλον να βάλει σε ίση ή και κατώτερη μοίρα τον εαυτό τους από τα ζώα, όσο κι αν τα αγαπούσαν. Γιατί γι’ αυτούς κάτι τέτοιο θα ήταν σαν να τους καταριόσουν ή σαν να καταριόνταν οι ίδιοι τον εαυτό τους και το είδος τους. Και μόνο η σκέψη θα τους ενοχλούσε όπως ενοχλεί κάποιον ένα αγκάθι που έχει μπει για τα καλά στην πατούσα του. Το οποίο, βέβαια, το καταλάβαινε απόλυτα η Ρεβέκκα, αφού κι αυτή είχε την ίδια άποψη, αλλά για τους ανθρώπους.

Η Ροντίκα κοίταξε τη Ρεβέκκα με αυστηρό βλέμμα, αναγκάζοντάς την να θυμηθεί πως το πρώτο θύμα που ήρθε αντιμέτωπο με την οργή της ήταν ένα σκυλί των τότε Τσομπάνου. Ο Φέρκα. Ένα μαύρο και καφέ μεγαλόσωμο ζώο που είχε βρεθεί στο διάβα της Ροντίκα, καθώς πήγαινε για τους Τσομπάνου. Ήταν βράδυ, με τα αστέρια να διακρίνονται και να πλαισιώνουν το φεγγάρι, σαν δευτεραγωνιστές που στέκονται κοντά στον βασικό ήρωα, αποζητώντας λίγη από τη δόξα του. Δεν υπήρχε ψυχή τριγύρω, με εξαίρεση κάποια ζώα, λίγα από τα οποία -όσα δεν μπόρεσαν να φύγουν, δηλαδή- έκαναν σαματά, με την ελπίδα να διώξουν το Κακό ή έστω να προειδοποιήσουν τα αφεντικά τους. Παραδόξως, ο Φέρκα δεν είχε αρχίσει αμέσως τα γαβγίσματα, παρά το ότι την είχε αντιληφθεί από μακριά. Την είδε να πλησιάζει και να πλησιάζει και να πλησιάζει, κι αυτός γρύλιζε υπόκωφα και της έδειχνε τα δόντια του και έσκυβε ελαφρώς, έτοιμος για να επιτεθεί. Όταν η Ροντίκα στάθηκε στα δέκα μέτρα μακριά του, τότε μόνο κατάλαβε τη δεινή του θέση. Γιατί δοκίμασε να της ορμήσει, αλλά η αλυσίδα κροτάλισε και κόντεψε να του σπάσει το λαιμό. Τον καθήλωσε στο έδαφος. Τότε συνειδητοποίησε ότι δεν θα τα κατάφερνε και ξεκίνησε τα δυνατά ουρλιαχτά του, κάνοντας πίσω, προς τον τοίχο του σπιτιού. Κι εκείνη τον ακολούθησε και σε λίγο το όποιο φως έριχνε το φεγγάρι στον Φέρκα καλύφτηκε από τη σκιά της.

Η Κόμισσα δεν ήταν υπερήφανη για τη βιαιότητά της προς το σκυλί. Δεν της έφταιγε αυτό, αλλά το αφεντικό του. Όμως, εκείνες τις πρώτες ώρες της μεταμόρφωσής της ο πόθος για αίμα και εκδίκηση πέταξαν από μέσα της όποιες αναστολές είχε. Είχε μυρίσει σε αυτό το σκυλί τον Τσομπάνου. Ήταν δικό του, το χάιδευε και το τάιζε. Κι αυτή θα του το έπαιρνε.

Αργότερα, όταν κατάλαβε τι είχε κάνει, σκέφτηκε ότι ξεπέρασε τα όρια, γιατί υπέπεσε στο ύψος αντρών που βιάζουν και πτηνών που τρέφονται με ψοφίμια. Είχε γίνει σαν εκείνους που έβαλαν τον αγαπημένο της σε ένα κοντάρι και τον άφησαν να αργοπεθάνει. Ήταν ανεπίτρεπτο. Τους σιχαινόταν. Τους είχε σφάξει, χωρίς να πιει ούτε λίγο από το αίμα τους, κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που δικαιολογούσε κάπως την επίθεσή της στο Φέρκα. Το ότι δεν είχε τραφεί η ίδια, παρά την σχεδόν ερωτική κάψα που είχε για να βρει αίμα. Δεν ήθελε ούτε κατά διάνοια να πιει από εκείνους. Ούτε από τους Τσομπάνου είχε σκοπό να τραφεί, και ούτε το έκανε ποτέ. Ήθελε να τους πονέσει, όπως την πόνεσαν. Και το πέτυχε. Εμμέσως, αλλά το πέτυχε. Ο θάνατος του Φέρκα τούς είχε ενοχλήσει και τους είχε τρομοκρατήσει. Κατά μία έννοια, όπως την πλήγωσαν, έτσι τους πλήγωσε κι αυτή. Εκείνοι συνέβαλλαν στο θάνατο του στρατιώτη της και η Ροντίκα σκότωσε ένα αγαπημένο σκυλί τους.

Για την ίδια, ο πρώτος θάνατος, ο καθοριστικός, ήταν ο θάνατος του Ίλιε. Για τους χωριάτες, ήταν ο θάνατος του Φέρκα. Και για τις δυο πλευρές, όμως, οι θάνατοι δεν είχαν σταματήσει και δεν θα σταματούσαν, αν δεν το αποφάσιζε η ίδια η Ροντίκα Ντραγκίτσι.

Είπε «Μετά τη συνάντησή μας, Ρεβέκκα, θέλω να ξεμπερδέψετε με το Μπραν. Όχι άλλες καθυστερήσεις. Μην ξεχνάς, το Μπραν είναι μόνο η αρχή. Θέλω να συντομεύουμε. Τα θηράματα, όσο ανόητα και να είναι, θα καταλάβουν κάποια στιγμή ότι κάτι συμβαίνει. Και θα αντιδράσουν. Που ήδη το προσπαθούν, απ’ ό,τι είπες κι εσύ. Γι’ αυτό θα τα προλάβουμε». Η Ροντίκα έπιασε την Ρεβέκκα από τα πλάγια του κεφαλιού. «Σκοτώστε το Μπραν. Μεταλλάξτε όσο περισσότερους μπορείτε και αφανίστε όσους σας αντισταθούν. Σφάξτε τους τελευταίους και τραφείτε από αυτούς, αλλά μην τους προσφέρετε τις δυνάμεις μας. Ούτε σε αυτούς ούτε σε κανένα ζώο που έχουν οι κάτοικοι του Μπραν. Πες το και στους άλλους».

Η Ρεβέκκα ακούμπησε τα χέρια της Κόμισσας και τα χάιδεψε. «Μάλιστα, Κόμισσα μου. Αυτό θα κάνουμε. Θα αλλάξουμε κάποιους και τους άλλους θα τους σκοτώσουμε».

«Ωραία. Ωραία». Η Ροντίκα φίλησε τη Ρεβέκκα στο μέτωπο και μετά την άφησε. «Τώρα. Όσον αφορά το άλλο θέμα μας, πρέπει να σου μιλήσω για τις ανακαλύψεις του αγαπητού Τζον Μπάρλοου, του εξαίρετου αυτού συγγραφέα, που αποδεικνύεται ικανότατος ερευνητής, αλλά όχι τόσο έξυπνος άντρας, ώστε να καταλάβει με ποια έχει μπλέξει».

«Υπάρχει έξυπνος άντρας, Κόμισσα μου;»

Η Ροντίκα γέλασε και μετά τής είπε κάθε τι που είχε βρει ο Μπάρλοου.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook