Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 5

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Προηγούμενο

Σημείωση του επιμελητή: Λόγω τεράστιας έκτασης, το κείμενο είναι χωρισμένο σε σελίδες. Μπορείτε να μετακινηθείτε στις σελίδες από τους συνδέσμους που θα βρείτε στο τέλος του κειμένου. Μην ξεχάσετε να μας αφήσετε τις σκέψεις σας! Καλή ανάγνωση!

28 Φεβρουαρίου 1897 μ.Χ.

8 προ μεσημβρίας

16 ώρες πριν την Επίθεση στο Μπραν

Μπραν, Τρανσυλβανία

Η καμπάνα ξύπνησε τους εναπομείναντες κατοίκους του χωριού την τελευταία αυτή μέρα, όχι με κάποιο πένθιμο ή στρατιωτικό σκοπό, όπως θα άρμοζε στην περίσταση, αλλά όπως κάθε φορά, σαν να ήταν μια ακόμα μέρα που έπρεπε να σηκωθούν από τα κρεβάτια τους και να κάνουν τις δουλειές τους. Μέτρησε χτύπους, με απειροελάχιστη διαφορά τον ένα από τον άλλο, ένα σχεδόν συνεχόμενο νταν-νταν-νταν-νταν-νταν-νταν-νταν-νταν, θυμίζοντας γιατρό που ακούει με στηθοσκόπιο την καρδιά του ασθενούς και που προσπαθεί να καταλάβει σε τι κατάσταση βρίσκεται. Όμως, δεν κορόιδεψε κανέναν και καμιά. Από το πρώτο μέχρι το τελευταίο, όλα τα κουδουνίσματα της ανήγγειλαν το άγνωστο μέλλον που στρωνόταν σαν ένα χαλί βασανιστηρίων, γεμάτο αιχμηρές παγίδες που ήταν δυσδιάκριτες στο μάτι και που μόνο όταν θα τις πατούσες και θα ένιωθες το δέρμα να τρυπιέται και το αίμα να κυλάει θα καταλάβαινες ότι είχες πέσει κι εσύ θύμα κάποιου σαδιστή που σε είχε πιάσει και ήθελε απεγνωσμένα να διασκεδάσει με τα μαρτύριά σου.

Υπήρχε κρύο, μα και ζέστη σε κάθε σπίτι που έμεναν άνθρωποι του Μπραν. Υπήρχαν λίγα ή πολλά άτομα, ενήλικες όλοι, συγχωριανοί και φίλοι μεταξύ τους, γονείς και παιδιά την ίδια στιγμή, που όμως είχαν αναγκαστεί να αποχωριστούν τα δικά τους παιδιά και τους δικούς τους γονείς. Υπήρχαν πυροβόλα όπλα, άλλα σύγχρονα και άλλα πιο παλιά. Υπήρχαν και άλλα όπλα, διαφορετικά: μαχαίρια, σταυροί και σκόρδα και μπουκαλάκια με αγιασμό. Υπήρχε ελπίδα, αλλά και τρόμος, σαν η ψυχή του κάθε ανθρώπου να ήταν ένα γλυκό αποτελούμενο από δύο εντελώς διαφορετικές γεύσεις. Κι υπήρχαν σκέψεις που συνέκλιναν όλες στην ίδια μακάβρια απορία: είχε νόημα να βγουν από το σπίτι και να κάνουν τις γνωστές δουλειές που είχαν μάθει να κάνουν από τα μικράτα τους;

Ναι, μπορούσαν. Από πρακτικής απόψεως, μπορούσαν. Δεν είχαν τραυματιστεί και δεν ήταν άρρωστοι από κάποια φοβερή νόσο. Οι περισσότεροι δεν είχαν φτάσει καν τα πενήντα έτη της ζωής τους. Τα λιγοστά εργαλεία, δε, ήταν λειτουργικά και ως συνήθως αναπαύονταν σε κάποια αποθήκη ή στο χωράφι του ιδιοκτήτη τους, μέχρι τη στιγμή που θα γίνονταν χρήσιμα ξανά.

Μπορούσαν, λοιπόν.

Αλλά είχε νόημα;

Είχε;

Πίστευαν πως δεν είχε. Ήταν μια αίσθηση, ένα ένστικτο, όπως όταν είσαι γονιός και βλέπεις το παιδί σου να τρέχει πάνω κάτω και δεξιά αριστερά, και ξέρεις ότι κάποια στιγμή θα πέσει. Δεν το έχεις δει ακόμα να συμβαίνει, αλλά δε χρειάζεται κιόλας. Βέβαια, δεν ήξεραν τι θα επερχόταν αυτό το βράδυ. Ήλπιζαν πως θα είχαν χρόνο, πολύ περισσότερο χρόνο, για να προετοιμαστούν καλύτερα, να ανασυνταχθούν και να βρουν ένα σχέδιο που να μπορούν να το εφαρμόσουν και να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ήθελαν να προλάβουν τα τέρατα, κι όχι το αντίθετο, γιατί εκείνα ήταν πολύ ισχυρά και λόγω της διαβολικής φύσης τους, αλλά, κυρίως, επειδή τα φοβούνταν. Αυτά μπορεί να μην το έβλεπαν έτσι, όμως οι άνθρωποι του Μπραν έτρεμαν και μόνο στη σκέψη τους, ότι θα έρχονταν γι’ αυτούς, για να αποτελειώσουν το έργο τους και να τους μετατρέψουν και τον τελευταίο κάτοικο σε βαμπίρ.

Όμως, τη στιγμή ακριβώς που θα περίμεναν να τους πιάσει πανικός, θυμούνταν πως τουλάχιστον είχαν προφτάσει να απομακρύνουν τα παιδιά και τους γηραιούς συγγενείς τους. Ήταν εκτός κινδύνου, προς το παρόν, περιτριγυρισμένοι από ένοπλους άντρες, πάνω απ’ όλα ασφαλείς. Και… ίσως μια μέρα να κατάφερναν να συναπαντηθούν ξανά. Ίσως.

Ήταν μια παρηγορητική σκέψη για όσους είχαν μείνει πίσω, στο χωριό. Και μετά, έλεγαν μέσα τους ότι μπορεί να έρχονταν την κατάλληλη στιγμή οι Ούγγροι πολιτοφύλακες ή και άλλοι στρατιωτικοί. Ήταν κι αυτή μια πιθανότητα. Θα καταλάβαιναν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στο Μπραν και θα έσπευδαν, μην τυχόν και είχαν να κάνουν με κάτι που ήταν πιο σοβαρό απ’ ό,τι φαντάζονταν. Και, γιατί όχι, ίσως έφταναν πάνω στην ώρα. Το Μπρασώφ δεν ήταν πολύ μακριά.

Δεν ήταν τόσο κακό να ελπίζουν, έτσι δεν είναι; Γιατί, αν δεν είχαν κάτι να τους κρατάει στη ζωή, ποιος ο λόγος να μην πήγαιναν οι ίδιοι στο κάστρο, άοπλοι και χωρίς καμιά πρόθεση για μάχη; Θα τέλειωνε η αγωνία τους νωρίτερα. Δεν θα είχαν να περιμένουν πότε και αν θα ερχόταν βοήθεια, ούτε το τι θα τους έκαναν τα τέρατα, όποτε έρχονταν κι αυτά. Και μετά… σκοτάδι. Ή χειρότερα.

Ελπίδα και τρόμος.

Οι κάτοικοι του Μπραν δεν ήξεραν πώς να ξεκινήσουν αυτή τη μέρα ή οποιαδήποτε άλλη από όσες πιθανώς τους απέμεναν. Είχαν αυτό το βάρος στο στήθος, που τους συμπίεζε το ηθικό τους, σαν μπότα που πατάει αργά-αργά ένα έντομο, για να το κάνει να νιώσει όλο τον πόνο του θανάτου του. Δεν ήταν στρατιώτες, για να ξέρουν πώς ακριβώς είναι να βρίσκεσαι σε μάχη και τι πρέπει να κάνεις σε κάθε μέρα πολέμου. Ήταν αγρότες, χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις, πέραν των απολύτων βασικών που σχετίζονταν με τις δουλειές τους.

Αλλά αυτό είχε αλλάξει τις τελευταίες μέρες. Ή, μάλλον, έτεινε να αλλάξει. Μετά τη φυγή των δικών τους, το ότι συγκεντρώνονταν και κοιμούνταν ανά ομάδες, και αφού οι Τσομπάνου τούς είχαν εξοπλίσει με πυροβόλα που δεν είχαν ξαναδεί ποτέ -αλλά που ευτυχώς δεν ήταν πολύ δύσκολο να μάθουν να χειρίζονται-, ήταν αρκετά σαφές πως πλέον έπρεπε να φέρονται αλλιώς και να σκέφτονται με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που είχαν συνηθίσει.

Έπρεπε να γίνουν στρατιώτες.

Για το καλό το δικό τους και των παιδιών τους.

Για το Μπραν, και όχι μόνο

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook