Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 5

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest


7 μετά μεσημβρίας
5 ώρες πριν την Επίθεση στο Μπραν

Κάστρο του Μπραν

Οι βρικόλακες ήταν συγκεντρωμένοι στην τραπεζαρία, όπου κάθονταν στις σχεδόν σάπιες καρέκλες, οι οποίες μόνο αρχοντικές δεν ήταν πια. Όλοι τους, από τους κατώτερους έως τους πλέον ισχυρούς. Η Ρεβέκκα είχε πλάι της την Μαγκνταλένα και την Ροζάλια, που είχαν πάρει δύο καθίσματα και τα είχαν τοποθετήσει ένα στα δεξιά και ένα στα αριστερά της Ρεβέκκα. Ο Νικολάι, ο Βασίλι και η Έλενα κάθονταν από τη μια μεριά. Από την απέναντι, ήταν η Μαριάννα, ο Ιονάταν, ο Βαντίμ, ο Νάντρου, ο Αρσένιε, ο Μιρόν, η Ρίλια και ο Ράζβαν, όλοι τους με τα χέρια να κρέμονται σαν χαλασμένοι δείκτες ρολογιού, με το στόμα ανοιχτό να βγάζει κάπου-κάπου ένα μισο-νυσταγμένο, μισο-πεινασμένο γρύλισμα, και με το βλέμμα τους σταθερά καρφωμένο στο τραπέζι με τα μουχλιασμένα πιάτα και τα γεμάτα με νεκρά έντομα ποτήρια και μπουκάλια που είχαν ξεμείνει από τη βραδιά που πέθαναν όλοι οι ένοικοι του κάστρου από την Ροντίκα Ντραγκίτσι. Στο κέντρο της τραπεζαρίας, υπήρχε ένα κηροπήγιο με αναμμένα τρία κεριά. Έξω από τα διαλυμένα παράθυρα, η βροχή συνεχιζόταν ακάθεκτη και ο ουρανός είχε χαθεί στο έρεβος.

Η Ρεβέκκα, που είχε ακόμα νωπή την ανάμνηση από τη συνάντησή της με την Κόμισσα -και το αίμα που είχε ρουφήξει από τον Ιονάταν και τον Βαντίμ, χωρίς βέβαια να τους δώσει τη δική της ισχυρή φύση, αλλά τους μετέτρεψε σε νεκροζώντανα ανδρείκελα-, σκεφτόταν όσα της είχαν αναφέρει οι άλλοι από τις τελευταίες τους επιδρομές. Υπήρχαν οπλισμένοι άνθρωποι που φρουρούσαν τους δρόμους του Μπραν, αλλά δεν ήταν τόσο καλοί. Τραυμάτισαν την Έλενα, ναι, όμως δίχως να τη βλάψουν πολύ, ενώ ο Βασίλι τούς είχε αφοπλίσει πολύ εύκολα. Επιπλέον, από τους πιο πρόσφατους κατώτερους, ο νεαρός Μιρόν είχε αντισταθεί, παρά το ότι ήταν σε μειονεκτική θέση, αφού έπρεπε να προστατέψει τους δύο γέρους που είχε μαζί του. Κόντεψε να ξεκοιλιάσει τον Νικολάι και να τον αποκεφαλίσει, κάρφωσε στην κοιλιά της Έλενα ένα σταυρό και χτύπησε τον Βασίλι στο κεφάλι. Τα σημάδια είχαν εξαφανιστεί, αλλά αυτό δεν έσβηνε όσα είχε καταφέρει ο Μιρόν. Ένας εναντίον τριών και είχε κάνει τόσο χαμό. Δεν ήταν να το πάρουν αψήφιστα, παρότι η αδύναμη ανθρώπινη φύση του Μιρόν τον πρόδωσε στο τέλος. Υπό άλλες συνθήκες, μπορεί και να τους κατάφερνε πιο καίρια πλήγματα και να άντεχε περισσότερο. Όπως είχε θέσει σωστά ο Νικολάι, τι θα γινόταν αν στο Μπραν υπήρχαν κι άλλοι σαν τον Μιρόν; Ή και σε άλλες χώρες;

Αλλά η καλή της η Κόμισσα είχε την λύση. Την πιο απλή, την πιο ξεκάθαρη. Την οποία επανέλαβε τώρα η Ρεβέκκα. «Το ξαναλέω. Η Κόμισσα αποφάσισε ότι έχει έρθει η ώρα να δράσουμε. Θέλει το αίμα του Μπραν. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Δηλαδή, είτε θα έρθουν με το μέρος μας, είτε θα προσπαθήσουν να μας εξοντώσουν, οπότε θα τους σκοτώσουμε και θα πιούμε το αίμα τους, αλλά χωρίς να τους αλλάξουμε».

«Όσοι αντισταθούν» είπε ο Νικολάι «θα πεθάνουν, σωστά;»

«Ναι. Αλλά αν τα παρατήσουν, θα τους αλλάξουμε. Θα το κρίνουμε εκείνη τη στιγμή. Επίσης, να ξαναπώ ότι τα ζώα δεν τα αλλάζουμε, απλά τα σκοτώνουμε».

«Ειδικά τα παλιόσκυλα» είπε ο Βασίλι.

«Σίγουρα, αυτά».

«Θα αρχίσουν να ουρλιάζουν, με το που θα μας πάρουν χαμπάρι. Θα ειδοποιήσουν τα θηράματα».

«Πλέον δεν θα έχει σημασία, Βασίλι. Γιατί δεν θα σταματήσουμε μέχρι να χαθεί και ο τελευταίος χωριάτης. Αν χρειαστεί, θα μείνουμε στο Μπραν μέχρι λίγο πριν το ξημέρωμα. Δεν θα σταματήσουμε. Το Μπραν θα πεθάνει. Όση αντίσταση κι αν φέρουν τα θηράματα».

Η Μαγκνταλένα είπε στη Ρεβέκκα «Κάτι που πρέπει να σκεφτούμε είναι το ότι θα αφήσουμε νεκρούς και καταστροφή. Τι θα γίνει αν έρθουν από κάποια άλλη πόλη και δουν τι κάναμε;»

«Γι’ αυτό δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι. Δεν θα χάσουμε το χρόνο μας για να μαζέψουμε τα σκουπίδια».

Ο Νικολάι είχε άλλη ερώτηση. «Όταν πιάσαμε τον Μιρόν και τους γέρους, έφευγαν από το Μπραν. Τουλάχιστον, αυτό φαινόταν να κάνουν, αν σκεφτούμε ότι είχαν γεμίσει την άμαξα με ρούχα και άλλα τέτοια. Είμαστε σίγουροι ότι θα βρούμε κόσμο στο Μπραν; Μήπως έχουν φύγει;»

Ο Βασίλι αναθεμάτισε. Η Ροζάλια και η Μαγκνταλένα, το ίδιο.

Η Ρεβέκκα απάντησε και πάλι. «Δεν νομίζω να έφυγαν όλοι, Νικολάι. Πού να πάνε τόσα θηράματα; Αλλά και να έχουν φύγει, δεν θα μας ενοχλήσει και πολύ αυτό. Θα τους βρούμε. Όπου κι αν πάνε θα τους βρούμε. Άλλωστε, αυτό είναι το σχέδιο. Να κατακτήσουμε τον κόσμο, να τους κάνουμε όλους βρικόλακες. Όσους δεν επιλέξουν τον θάνατο, δηλαδή».

«Δεν καταλαβαίνεις;» ρώτησε ο Βασίλι. «Αν έχουν φύγει, θα το πουν σε όλους και θα βρούμε πολύ περισσότερη αντίσταση, από αυτή που περιμένουμε. Η δουλειά μας θα γίνει ακόμα δυσκολότερη».

«Ίσως. Αλλά… Ξέρεις τι λέω εγώ, Βασίλι; Γιατί να σκοτιστούμε τώρα γι’ αυτό; Σε λίγες ώρες, θα επισκεφτούμε το Μπραν. Και θα μάθουμε αν έφυγαν τα θηράματα».

Επικράτησε σιωπή.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook