Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 5

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Μπρασώφ

Ο Ζαλάν έδωσε την άδειά του και ο Μίκλος μπήκε στο γραφείο. Δεν έχασε χρόνο, δεν κάθισε όπως την προηγούμενη φορά, παρά ανέφερε τα νεώτερα στον ανώτερό του. «Κύριε αντιστράτηγε, συνεχίζουμε τις έρευνες για τους συγγενείς των αφιχθέντων. Για τους πρώην ουσάρους, που είπαν οι Βλαντιμιρέσκου, δεν έχουμε κάποια πληροφορία. Από τα δικά μας αρχεία δε φαίνεται να καταζητείται κάποιος λιποτάκτης του ουγγρικού στρατού. Έστειλα μήνυμα και στο Επιτελείο γι’ αυτό. Επίσης, έχουμε επιβεβαίωση για τους “υπόπτους”. Όλοι οι ηλικιωμένοι, και αυτή η Κοβάτσι που μας είπαν οι Βλαντιμιρέσκου, μετά από επίμονες ερωτήσεις μας και απειλές -οφείλω να πω-, είπαν ότι θεωρούν ως υπεύθυνους για τις εξαφανίσεις… βρικόλακες». Ο Μίκλος έριξε μια ματιά στις σημειώσεις του. «Συγκεκριμένα, ανέφεραν μία “Κόμισσα”. Έτσι την είπαν. Δεν ξέρουν ποιο είναι το όνομά της, καθώς, όπως ανέφεραν, “ξεχάσαμε και τώρα το πληρώνουμε”. Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό».

«Μάλιστα». Ο Ζαλάν έριξε λίγες ακόμα στάχτες από το τσιγάρο του στο σταχτοδοχείο. «Μια άγνωστη Κόμισσα, λοιπόν. Και βρικόλακες».

«Είναι και η ίδια βρικόλακας, απ’ ό,τι κατάλαβα. Λένε ότι είναι μεγάλη σε ηλικία. Δεν ξεκαθάρισαν πόσο ακριβώς. Αλλά είπαν, πολύ μεγάλη, διακοσίων χρονών και βάλε».

«Οι Βλαντιμιρέσκου; Πήγαν σε αυτή τη Σορίνα;»

«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε. Το επιβεβαιώσαμε. Δεν έχουν φύγει από το Μπρασώφ».

«Καλώς. Κάποιο άλλο ευχάριστο νέο;»

«Ναι, αλλά δεν θα το έλεγα ευχάριστο. Έχουν έρθει από την Gazeta Transilvaniei. Περιμένουν έξω από την πύλη. Θέλουν πληροφορίες για τους χωριάτες και για το Μπραν. Κάποιος τους το είπε».

«Πάντα υπάρχει κάποιος για να μιλήσει». Ο Ζαλάν έπιασε το φλιτζάνι του, αλλά ο καφές είχε τελειώσει. Ξεφύσησε. Έτριψε τα μάτια του, μια κίνηση που, απ’ ό,τι φαινόταν, μπορεί και να του γινόταν συνήθεια. Ήθελε να μιλήσει με τους δημοσιογράφους, αλλά όχι ακόμα. Όχι προτού έχει να τους πει κάτι ουσιώδες, που να αποδεικνύει ότι η πολιτοφυλακή κάνει όντως τη δουλειά της υπό τη δική του ηγεσία.

«Τι θα θέλατε να τους πούμε, κύριε αντιστράτηγε;» Ο Μίκλος ακουγόταν επίμονος, μα κουρασμένος.

Ο αντιστράτηγος δεν του απάντησε σε αυτό. «Τι πιστεύεις ότι πρέπει να κάνουμε, Μίκλος; Μμμ; Πώς θα πρότεινες να συνεχίσουμε με αυτή την υπόθεση;»

«Νομίζω ότι τα πάμε μια χαρά, κύριε αντιστράτηγε. Θέλω να πω, με τα στοιχεία που έχουμε, δεν μπορούμε να κάνουμε και πολλά. Βασιζόμαστε σε μαρτυρίες, αλλά όλες αναφέρουν ότι στο Μπραν υπάρχουν βρικόλακες». Χαμογέλασε. «Πώς να αντιδράσουμε σε αυτό; Πόσο σοβαρά μπορούμε να πάρουμε έναν τέτοιο ισχυρισμό;»

«Ναι, ναι, το ξέρω». Ο Ζαλάν θυμήθηκε τα λόγια της Στεφανία για όσους είχαν μείνει στο Μπραν. Κινδυνεύουν. Όλοι τους. Κύριε αντιστράτηγε, σας εκλιπαρώ, στείλτε μερικούς από τους άντρες σας. Σας εκλιπαρώ. Θα τους επιτεθούν. Δεν ξέρουμε πότε, αλλά θα το κάνουν. Το έχουν ξανακάνει και χάθηκαν άνθρωποι από το Μπραν. Συγχωριανοί μας. Σας εκλιπαρώ. Σας εκλιπαρώ. Σας εκλιπαρώ.

«Με όλο το σεβασμό, κύριε αντιστράτηγε» είπε ο Μίκλος «όμως, για την ώρα ας ακολουθήσουμε τις διαταγές που δώσατε πιο πριν. Όταν μάθουμε κι άλλα για την υπόθεση…»

Ζαλάν: Γιατί φύγατε μόνο οι γέροι και τα παιδιά;

«… τότε στέλνουμε άντρες στο Μπραν, για να ερευνήσουν».

  Σάντου: Γιατί κάποιος έπρεπε να μείνει και να αντιμετωπίσει τους… όποιους επιτίθενται στο χωριό.

«Συν τοις άλλοις, βρέχει πάρα πολύ και έχει σκοτεινιάσει. Μέχρι να φτάσουν οι δικοί μας, θα έχουν πουντιάσει. Εντάξει, είμαστε σκληροτράχηλοι στην πολιτοφυλακή, αλλά ξέρουμε και πότε συμφέρει να κάνουμε εξορμήσεις». Χαμογέλασε, αλλά, όταν είδε τον ανώτερό του να μη συμμερίζεται την προσπάθειά του για χιούμορ, σοβάρεψε πάλι. «Αυτό νομίζω εγώ» ολοκλήρωσε τη σκέψη του ο Μίκλος.

Οι μαυροντυμένες μορφές τον κυνηγούσαν στο άγνωστο χωριό. Αυτός, φοβισμένος σαν να ήταν ξανά μικρό παιδί. Δεν τις είχε δει καθαρά, αλλά κάτι είχε δει. Κατάλευκα πρόσωπα, κάτω από τις κουκούλες. Γαμψά νύχια, σαν του αετού. Και… μήπως είχαν μεγάλα δόντια αυτές οι μορφές και ήθελαν να πιουν το αίμα του; Και σαν να ήταν γυναίκα η μορφή που προπορευόταν. Φαινόταν να έχει γυναικεία στήθη.

  Κι εκείνος έτρεχε. Και φώναζε. Αλλά κανείς δεν τον άκουγε. Ήταν μόνος. Αυτός και οι (βρικόλακες) μαυροντυμένες μορφές.

«Κύριε αντιστράτηγε;»

«Κατάλαβα» είπε ο Ζαλάν, που ένιωθε ότι το κεφάλι του θα σπάσει και το σώμα του θα πέσει στο πάτωμα, ξεψυχισμένο. Η σκατο-υπόθεση ήταν ένα μπερδεμένο κουβάρι από διάφορες κλωστές ραψίματος, από εκείνες που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες –και η δικιά του ενίοτε, όταν άφηνε τους φαντασμένους ποιητές. Αλλά το ρούχο που είχε προκύψει ήταν ένας συνδυασμός τσιγγάνικης και χωριάτικης τεχνοτροπίας από την Τρανσυλβανία, το οποίο ρούχο ο Ζαλάν δεν μπορούσε να καταλάβει ποιος θα καταδεχόταν να το φορέσει.

Όποιους επιτίθενται στο χωριό.

Σας εκλιπαρώ.

  Χάθηκαν άνθρωποι.

  Θεωρούν ως υπεύθυνους για τις εξαφανίσεις βρικόλακες… Ανέφεραν μία “Κόμισσα”.

  Σας εκλιπαρώ.

  Χάθηκαν.

  Άνθρωποι.

  Βρικόλακες.

  Οι υπεύθυνοι.

  Οι μαυροντυμένες μορφές.

  Τον κυνηγούν.

  Χριστέ μου.

  Σας εκλιπαρώ.

Δεν με παρατάς, κοριτσάκι; Ε; Δεν με παρατάτε όλοι σας, λέω εγώ;

«Με τους δημοσιογράφους τι θέλετε να κάνουμε, κύριε αντιστράτηγε;»

«Τίποτα». Ο Ζαλάν ξεφύσησε και σηκώθηκε και έκανε το γύρο του γραφείου. Έπιασε το παλτό και το κράνος του. «Άκου, Μίκλος. Εγώ φεύγω. Έστω και για δύο ώρες. Δεν το βλέπω να κρατάω περισσότερο αν μείνω εδώ. Θα μιλήσω εγώ στους τύπους από την Gazeta Transilvaniei. Θα τους ξεκαθαρίσω ότι, προς το παρόν, δεν υπάρχει κάτι που να αξίζει να δημοσιεύσουν. Όταν έχουμε, θα τους πούμε. Εσύ φρόντισε να μην ανοίξει το στόμα του κανένας άλλος, γιατί θα πέσουν κεφάλια».

Ο Μίκλος είχε την άποψη ότι μπορούσαν να πουν στην εφημερίδα για τους αφιχθέντες, μήπως δει κάποιος συγγενής το άρθρο και εμφανιστεί, αλλά αφού μίλησε ο Ζαλάν, το θέμα θεωρείτο λήξαν. Δεν θα σκοτιζόταν κιόλας. Είχε άυπνος από το προηγούμενο βράδυ. Ακόμα και στη βασική εκπαίδευση τούς άφηναν να κοιμηθούν λίγο, πριν τους αρχίσουν στα καψόνια. Τώρα το κορμί του έμοιαζε να έχει βαρύνει κατά εκατό κιλά. Ώρες-ώρες, το ένιωθε σαν να μούδιαζε, σαν να παρέλυε. Το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει και να ξεκουραστεί, αλλά αυτό δεν ήταν στα άμεσα σχέδια. Οπότε ναι, έδινε ήδη πάρα πολλά στους χωριάτες. Αρκούσαν. «Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε».

«Με πρώτο και καλύτερο το δικό σου κεφάλι, αφού θα είσαι ο ανώτερος αξιωματικός σε υπηρεσία. Έγινα κατανοητός;»

«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε»

Ο Ζαλάν άνοιξε την πόρτα, αλλά δε βγήκε. Είδε την πλάτη και το πίσω μέρος του κράνους των πολιτοφυλάκων που στέκονταν έξω από το γραφείο του, καθώς και την πόρτα απέναντι, που ήταν αίθουσα ανακρίσεων. Σας εκλιπαρώ. Χάθηκαν άνθρωποι. Αναστέναξε. «Μίκλος;» είπε.

«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε;»

«Ετοίμασε δεκαπέντε άντρες, από τους οποίους ένας λοχαγός θα ηγείται και θα έχει ακόμα έναν λοχία. Πες τους ότι το πρωί, πριν ξημερώσει, ξεκινάνε για το Μπραν. Ό,τι σκατόκαιρο κι αν έχει. Θα πάρουν μαζί τους και μια άμαξα μεταφοράς κρατουμένων. Θέλω επιτόπιες έρευνες και ανακρίσεις. Ως το μεσημέρι, να έχουν ξεμπερδέψει με όλους τους χωριάτες του Μπραν που θα βρουν εκεί και να έχουν πάρει το δρόμος της επιστροφής για το Μπρασώφ». Πήρε μια ανάσα. Σας εκλιπαρώ. Θα τους επιτεθούν. «Αν υπάρχουν ύποπτοι ή αν το κρίνουν απαραίτητο οι επικεφαλείς, ας μείνουν, αλλά να στείλουν εδώ έναν πολιτοφύλακα, για να μας πει τι γίνεται, αν χρειάζονται ενισχύσεις κλπ».

«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε».

«Θα προσπαθήσω να έρθω κι εγώ όσο πιο νωρίς μπορέσω, βέβαια. Απλά στο λέω να το έχεις κατά νου. Αν δεν προλάβω, προχώρησε το σχέδιο όπως είπα».

Ο Μίκλος διαβεβαίωσε τον ανώτερό του ότι όλα θα γίνονταν όπως ήθελε.

Ο Ζαλάν έφυγε από το γραφείο, με τη φωνή της Στεφανία Βλαντιμιρέσκου να τον στοιχειώνει ακόμα με τα παρακάλια της.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook