Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 5

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Μπραν

Οι Οσμοκέσκου είχαν ξυπνήσει πριν από καμιά ώρα και κάθονταν μαζί με τους Βλαντιμιρέσκου. Όταν τους άκουσε να σηκώνονται, η Κορνέλια είχε προσπαθήσει αφενός να ηρεμήσει τον εαυτό της και να σκουπίσει τα δάκρυά της, και αφετέρου έσπευσε να τους πείσει πως έπρεπε να μείνουν στο κρεβάτι. Όμως, και ο Στεφάν και η Ντανιέλα ήταν αποφασισμένοι και δεν έκαναν πίσω.

«Περνάμε όλοι δύσκολες στιγμές» είπε η Ντανιέλα με καρτερικότητα. «Δεν έχουμε καιρό για να κοιμόμαστε. Πρέπει να είμαστε όλοι απίκο».

«Είμαστε εμείς εδώ» είχε πει η Κορνέλια. «Μην κουράζεστε».

«Σε ευχαριστώ, καλή μου» της είχε χαμογελάσει ο Στεφάν, δίχως χαρά, «αλλά οφείλουμε να είμαστε δίπλα σας. Να είμαστε όλοι μαζί».

Η σύζυγος του Λούκα δεν το είχε προχωρήσει, παρά ακολούθησε τους Οσμοκέσκου στην κουζίνα. Εκείνος σηκώθηκε και βοήθησε τα δύο γερόντια.

«Για ποιο λόγο έκλαιγες, αγαπητή μου;» ρώτησε η Ντανιέλα όταν κάθισαν.

Η Κορνέλια σταμάτησε και κοίταξε τον άντρα της. Μετά, προχώρησε και πήρε τη θέση της στα δεξιά του Λούκα. «Ονειροπόλησα για λίγο» είπε. «Φαντάστηκα το μέλλον των παιδιών μου, καθώς και το δικό μου και του Λούκα. Είδα πως είχαν κάνει τις δικές τους οικογένειες και πως είχαν έρθει να μας δουν και εγώ ήμουν πολύ χαρούμενη».

Ο πατήρ Στεφάν είπε «Είμαι βέβαιος πως θα ευτυχίσουν. Και ο Σάντου και η Στεφανία. Το αξίζουν, είναι πολύ καλά παιδιά».

«Ναι» χαμογέλασε η Κορνέλια και κοίταξε το χέρι του Λούκα που έπιασε το δικό της. «Ναι, κι εγώ αυτό νομίζω, πάτερ». Ρούφηξε τη μύτη της. «Άλλωστε, γι’ αυτό τα διώξαμε. Για να ευτυχήσουν». Σκούπισε το πρόσωπό της με την ανάστροφη της παλάμης της. «Με συγχωρείτε. Απλά μου λείπουν τα παιδιά μου. Ποτέ δεν μου είχαν φύγει και… δεν μου είναι εύκολο».

«Σε καταλαβαίνουμε, Κορνέλια» τη διαβεβαίωσε ο Στεφάν. «Είναι πολύ σκληρό για όλους μας, και περισσότερο για όσους έχουν παιδιά. Δε χρειάζεται να απολογείσαι». Προσπάθησε να κρατήσει τη φωνή του όσο πιο ψύχραιμη μπορούσε, όπως έκανε και η Ντανιέλα. Γιατί κι εκείνος είχε δει ένα όνειρο, αλλά δεν είχε καμιά σχέση με αυτό της Κορνέλια. Βασικά, ήταν το ακριβώς αντίθετο: ένα σκοτάδι χωρίς ανθρώπους, και δη χαρούμενους ανθρώπους. Υπήρχαν μόνο τέρατα. Τέρατα που λυμαίνονταν ό,τι αποθέματα έβρισκαν από πλάσματα του Θεού. Τον είχε τρομάξει πολύ τον Στεφάν και το είχε πει στην γυναίκα του, η οποία πρότεινα να σηκωθούν, γιατί δεν ήταν σωστό να κοιμούνται, ενώ οι άλλοι αγωνιούσαν. Του τόνισε, όμως, να μην αποκαλύψει τον εφιάλτη του και στους Βλαντιμιρέσκου. Ο Στεφάν τής είχε πει ότι δεν θα του ήταν εύκολο, αλλά πως θα το προσπαθούσε.

«Σας ευχαριστώ, πάτερ».

Τώρα είχαν όλοι μπροστά τους ένα μικρό ποτήρι ή φλιτζάνι με τσάι και ένα πιάτο με plăcintă, ένα γλυκό αρτοσκεύασμα με τυρί urdă και μήλο. Είχαν ανάψει πέντε κεριά και φρόντισαν ώστε να διατηρηθεί η φωτιά στο τζάκι. Δεν πολύ-μιλούσαν, παρά είχαν βυθιστεί ο καθένας στις σκέψεις του, με εξαίρεση την Κορνέλια που είχε αδειάσει το μυαλό της και ίσα που κατάφερνε να μην κλείσει τα μάτια της. Προηγουμένως, τουλάχιστον, που ετοίμαζε το τσάι και έκοβε το γλυκό, είχε κάτι να κάνει και ξεχνιόταν. Μεγάλο πράγμα να έχεις κάτι για να απασχολείσαι και να μη σκέφτεσαι κάθε ώρα και στιγμή τα δεινά που σε ταλαιπωρούν.

Ο Στεφάν και η Ντανιέλα έσφιγγαν τις μαγκούρες τους και το βλέμμα τους πλανιόταν στις εικόνες που κοσμούσαν το σπιτικό τους. Παρακαλούσαν τον Θεό, τον Χριστό, τον κάθε άγιο ξεχωριστά, να μην τους εγκαταλείψουν. Να τους δώσουν τη δύναμη που χρειάζονταν και τη φώτιση να πάρουν τις σωστές αποφάσεις. Και, πάνω από όλα, να έχουν καλά όσους έφυγαν εγκαίρως από το Μπραν και να έχουν το καλύτερο δυνατό μέλλον.

Ο Λούκα, από τη μεριά του, έλεγχε ανά λίγα δευτερόλεπτα τα μουσκέτα και το μαχαίρι που είχε στη ζώνη του. Όπως και το παράθυρο, αν και δεν του άρεσε, γιατί δεν μπορούσε να δει το παραμικρό. Όμως, ήξερε ότι συνέχιζε να βρέχει. Ήξερε πως ήταν αυτός ο λόγος -έστω, ένας από τους λόγους- που θα εμπόδιζε τους Ούγγρους να έρθουν στο Μπραν. Ο καιρός δεν ήταν με το μέρος τους. Ο Λούκα ευελπιστούσε να είναι ο Θεός, όμως. Να είναι κοντά τους όταν θα Τον χρειάζονταν. Γιατί μια φορά μόνοι τους δεν θα τα κατάφερναν. Ήταν πολύ λίγοι και καθόλου εκπαιδευμένοι στην τέχνη του πολέμου. Ήξεραν από κυνήγι, αλλά πόσο να τους βοηθούσαν κι αυτά τα λίγα που γνώριζαν περί αυτού; Δεν είχαν να πιάσουν κάνα αγριογούρουνο, αλλά να παλέψουν με νεκροζώντανα τέρατα. Εντελώς διαφορετική κατάσταση.

Η Ντανιέλα τον έβλεπε τον Στεφάν, που καθόταν μεν, αλλά έχοντας φοβερή υπερένταση, αφού έσφιγγε και ξέσφιγγε τη μαγκούρα του, σαν να ήθελε να τη χρησιμοποιήσει για να σηκωθεί και να φύγει. Ο εφιάλτης του, προφανώς. Τον είχε αναστατώσει πολύ περισσότερο απ’ ό,τι είχε καταλάβει η ίδια. Ήταν και το ότι ένιωθε πως δεν είχε μπορέσει να βοηθήσει όπως ήθελε τους συγχωριανούς του. Συν το ότι αμφέβαλλε για την πίστη του. Αυτό, πάλι; Ολόκληρος παπάς και να αναρωτιέται πού είναι ο Θεός και γιατί δεν νιώθει ότι είναι κοντά στους πιστούς Του; Πώς περίμενε ότι θα αντιμετώπιζαν τους δαίμονες, αν δεν είχαν τον Θεό δίπλα τους; Δεν υπήρχε περίπτωση ο Μεγαλοδύναμος να άφηνε έτσι το ποίμνιό Του.

Αλλά ίσως αφήσει εμάς, σκέφτηκε. Ο Στεφάν έχει διαπράξει πολύ μεγάλη αμαρτία. Είναι εκπρόσωπος του Κυρίου και την τελευταία εβδομάδα γυροφέρνει στον νου του απορίες που για τον ίδιο θα έπρεπε να είναι απαντημένες. Θα έπρεπε να ξέρει ότι είναι «άγνωσται αι βουλαί του Κυρίου». Όχι, διόρθωσε τον εαυτό της, το ξέρει, αλλά δεν το έχει δεχτεί. Ο ίδιος έχει διαβεβαιώσει στο παρελθόν την αγαπημένη μας Στεφανία πως ο Θεός απαντάει, αλλά όχι όπως μιλάνε οι άνθρωποι. Έχει καταφέρει να παρηγορήσει τόσους και τόσους πιστούς, πριν αλλά και όσο είμαστε στο Μπραν. Μπόρεσε να συμφιλιωθεί με τον Ντράχοσλαβ και να τον φέρει κοντά στους συγχωριανούς του. Με τι δύναμη τα κατάφερε όλα αυτά; Μόνο με τη δική του;

Ο Στεφάν έπρεπε να ζητήσει συγχώρεση. Ξανά και ξανά. Γι’ αυτό ήταν έτσι τώρα. Ανησυχούσε γιατί ολιγοπιστούσε. Όπως τότε, παλιά, που περνούσαν τα χρόνια, δεν έκαναν παιδιά και ο Στεφάν κατέπεφτε και εκνευριζόταν και κοιτούσε τα πρόσωπα στις εικόνες σαν να ήταν προδότες της χώρας του, ενώ στην πραγματικότητα εκείνος πρόδιδε την πίστη του. Τι νόμιζε, ότι η Ντανιέλα δεν πληγωνόταν που δεν κυοφορούσε και που δεν αποκτούσαν παιδιά; Δεν έκλαιγε; Δεν απογοητευόταν; Ναι, αντιλαμβανόταν τον πόνο του άντρα της, όμως αυτό ήταν ένα πράγμα και το πώς αυτός το διαχειριζόταν ήταν ένα άλλο.

Η Ντανιέλα θυμήθηκε που ήταν νέοι και εκείνος στεκόταν στην Ωραία Πύλη της εκάστοτε εκκλησίας και κήρυττε. Είχε μακριά μαύρα μαλλιά και γένια και σοβαρό ύφος, δασκαλίστικο, αλλά όχι με την κακή έννοια. Δεν προσπαθούσε να επιβάλλει όσα έλεγε, αλλά να προβληματίσει. Να πείσει τον κόσμο για την αλήθεια των λόγων του Ευαγγελίου, αφήνοντας όμως τον καθένα και την καθεμιά να αποφασίσει για το τι θα δεχόταν και τι όχι. Η Ντανιέλα, ξανθιά με ανοιχτά πράσινα μάτια τότε, τον παρατηρούσε από τη θέση της, θαυμάζοντάς τον. Όπως όλοι στον ναό. Δεν τον διέκοπταν, δεν μίλαγαν μεταξύ τους, απαξιώντας για τα λεγόμενά του. Ήταν εκεί, για να τον ακούσουν. Για να πιστέψουν.

Πού είχε πάει εκείνος ο Στεφάν; Τι είχε απογίνει; Είχε γίνει κυνικός και ανυπόμονος, αντί να ήταν ευγενικός και με καρτερικότητα;

Έχω να τα βάλω με ανύπαρκτα τέρατα, της είχε πει, λίγο καιρό αφότου είχαν έρθει στο Μπραν και έμαθε για τα όσα έλεγαν οι κάτοικοι για τους βρικόλακες. Είναι ο λόγος μου απέναντι στον δικό τους.

Δεν ήταν τόσο ανύπαρκτα πια. Όφειλε να το παραδεχτεί. Όλοι όφειλαν να το παραδεχτούν. Τα τέρατα υπήρχαν. Αλλά και πάλι, αυτό δεν ήταν λόγος για ολιγοπιστίες. Γιατί, για να υπάρχει ο Διάβολος και οι υπηρέτες του, τότε υπάρχει και ο Θεός, με τους πιστούς Του και τους αγγέλους Του. Και είναι πιο ισχυρός.

Η Ντανιέλα είδε τον Στεφάν να αναδεύεται και να την κοιτάζει. Συγνώμη, έλεγαν τα μάτια του. Τον είχε μάθει πλέον. Όταν έμενε για πολλή ώρα αμίλητος και μετά την κοιτούσε με σμιγμένα φρύδια, ζητούσε την συμπάθειά της για ό,τι θα έκανε στη συνέχεια. Γιατί κι εκείνος ήξερε ότι αυτή θα προσπαθούσε να τον σταματήσει. Κάτι που η Ντανιέλα πήγε να πράξει και τώρα, αλλά την πρόλαβε.

Ο Στεφάν έσπασε τη σιωπή, λέγοντας «Λούκα, πήγαινε σε όλους τους κατοίκους. Πες τους να έχουν τον νου τους. Χτύπα και την καμπάνα. Κάτι θα γίνει. Το νιώθω. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι. Πήγαινε και γύρνα αμέσως εδώ».

Ο Λούκα είπε ναι και έπιασε το ένα από τα μουσκέτα. Φόρεσε το πανωφόρι του και, αφού πήρε την άδεια από την Κορνέλια -που του ένευσε-, βγήκε στο σκοτάδι και τη μπόρα του Μπραν.

«Χριστέ μου» έκανε, όταν οι δυνατές σταγόνες της βροχής άρχισαν να πέφτουν πάνω του. Έμοιαζε σχεδόν εσκεμμένο, λες και τον είχαν στόχο. Ήταν σαν να πετούσαν κάποιοι με εκείνα τα στρογγυλά… πράγματα που πετάνε και που τόσο τα έδειχνε η Gazeta Transilvaniei (όταν είχε κάνα άρθρο για τις βουνοπλαγιές της Τρανσυλβανίας και πόσο πολύ άξιζε να επισκεφτεί κανείς τα χωριά που υπήρχαν κοντά σε αυτές και να περιδιαβεί τα Καρπάθια από ψηλά)… Πώς τα έλεγαν; Αερόστατα, ναι. Ήταν, λοιπόν, σαν να πετούσαν κάποιοι με μερικά από δαύτα και προσπαθούσαν να μουσκέψουν όλο τον τόπο με μάνικες.

Ο Λούκα χαμογέλασε λιγάκι. Του φαινόταν πολύ παιδική η σκέψη του, ώρες-ώρες.

Νιάου.

Κοίταξε κάτω στα πόδια του και είδε μια γάτα με άσπρο και μαύρο τρίχωμα, το οποίο είχε επίσης βιώσει τον κατακλυσμό του Μπραν. Ούτε να την είχαν βουτήξει σε ποτάμι, σκέφτηκε ο Λούκα και χαμογέλασε κι άλλο. Η γάτα τινάχτηκε δυο τρεις φορές και έγλειψε το τρίχωμά της, σαν να ήθελε να μαζέψει τα νερά, αλλά ο Λούκα πολύ αμφέβαλλε αν θα τα κατάφερνε.

«Θα ’ρθεις μαζί μου;» της είπε και η γάτα σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε με τα μεγάλα σκουρόχρωμα μάτια της. Και έγλειψε τα μουστάκια της. Και νιαούρισε ξανά.

Ο πατέρας της Στεφανία και του Σάντου δεν ήξερε τι σήμαινε αυτό, αλλά, όπως διαπίστωσε όταν άρχισε να περπατάει, μάλλον σήμαινε ότι η γάτα θα του κρατούσε λίγη παρέα, καθότι τον ακολουθούσε κατά πόδας, με τα αυτιά και την ουρά της κατεβασμένα.

Αλλά, γύρω στα είκοσι λεπτά αργότερα, όταν επέστρεψε στο σπίτι, δεν ήταν μαζί του η γάτα. Γιατί είχε πάει και είχε ελευθερώσει τα σκυλιά του, την Σαλμπάτικα και την Λένουσα. Τα άφησε παραδίπλα από το σπίτι των Οσμοκέσκου, στην εκκλησία, όπου η σκεπή προεξείχε λίγο και κάπως θα μείωνε την έκθεση των σκυλιών στη βροχή. Το να τις ελευθερώσει ήταν μια ιδέα που του ήρθε όταν πήγε στο πρώτο σπίτι, αυτό των Τσομπάνου, όπου είδε κάνα πεντάρι ή έξι σκυλιά να κάθονται κοντά στον εξωτερικό τοίχο και να τον πλησιάζουν μόνο όταν αυτός μπήκε στην αυλή. Τον μύρισαν, τον αναγνώρισαν και επέστρεψαν στη θέση τους, αφήνοντας τον Λούκα να συλλογίζεται ότι τα περισσότερα σκυλιά του Μπραν ήταν (ή είχαν υπάρξει) κυνηγόσκυλα, τα οποία, τουλάχιστον μέχρι πριν λίγα χρόνια, φρόντιζαν να κρατάνε μακριά τα άγρια ζώα. Κι εφόσον οι κάτοικοι δεν ήταν στρατιώτες, αλλά κυνηγοί, τι θα χρειάζονταν να έχουν κοντά τους σε περίπτωση ανάγκης; Όπως, ας πούμε, όταν θα έρχονταν τα τέρατα;

Τα σκυλιά τους, βέβαια! Τα οποία τους είχαν προειδοποιήσει τις προηγούμενες νύχτες –άλλο που εκείνοι δεν είχαν κάνει κάτι γι’ αυτό. Τώρα ήταν που θα τα χρειάζονταν και αυτό το τόνισε σε όλους. «Αφήστε τα σκυλιά ελεύθερα» τους είπε. «Όσο πιο πολλά, τόσο το καλύτερο».

Και κάπως έτσι, ένας εκπρόσωπος από κάθε οικογένεια βγήκε και αμόλησε τα σκυλιά του, κυρίως τα ενήλικα. Σιγά-σιγά, το Μπραν γέμισε με μεγαλόσωμα τετράποδα, τα οποία, από τη μια ήταν χαρούμενα που ήταν ελεύθερα, αλλά από την άλλη δεν τους άρεσε που θα καταβρέχονταν.

Όμως, κι αυτό άρχισε να αλλάζει. Η βροχή σταδιακά περιορίστηκε σε στάλες, μέχρι που τελικά σταμάτησε. Το οποίο ήταν καλό ή κακό; Οι κάτοικοι δεν ήταν βέβαιοι, ειδικά και μετά τα νεώτερα με την εκτίμηση του πατέρα Στεφάν ότι κάτι θα γινόταν.

Αυτό που δεν πρόσεξε ο Λούκα ήταν πως και κάποιος άλλος είχε κινηθεί στο σχεδόν εγκαταλελειμμένο χωριό. Βγήκε, έκανε όσα είχε σχεδιάσει και επέστρεψε στο πόστο του.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook