Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 5

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Κοντά στα σύνορα με την Ουγγαρία

Οι τέσσερις πρώην ουσάροι και μετέπειτα σωματοφύλακες του Ντράχοσλαβ Τσομπάνου είχαν καταλύσει στις πεντέμισι για δύο ώρες σε ένα πανδοχείο της πόλης Οραντέα. Ταξίδευαν χωρίς σταματημό από τη στιγμή που είχαν περάσει την Ντέβα, όπου έμειναν πάλι για δύο ώρες και πήραν προμήθειες. Μέχρι τώρα, δεν είχαν συναντήσει κανένα εμπόδιο, κι ούτε περίμεναν να συναντήσουν. Δεν ήταν φυγάδες ή λιποτάκτες. Εντάξει, είχαν κλέψει από το πρώην αφεντικό τους –και από τα δύο πρώην αφεντικά τους-, αλλά πολύ αμφέβαλλαν ότι οι Τσομπάνου θα πήγαιναν στην πολιτοφυλακή γι’ αυτό, για μερικά όπλα. Πέραν του ότι τα κατείχαν παράνομα εξ αρχής που τα πήραν -οι σωματοφύλακές τους τα είχαν “δανειστεί” από τον ουγγρικό στρατό, όταν ήταν ακόμα στο τάγμα των ουσάρων και είχαν ελεύθερη είσοδο στις αποθήκες πυρομαχικών-, πλέον είχαν πιο σοβαρά προβλήματα να λύσουν. Κι αυτός ήταν ο λόγος που οι Ούγγροι είχαν πάρει το δρόμο της επιστροφής προς την πατρίδα. Οι βρικόλακες. Τα παραμύθια που είχαν αποδειχτεί πιο αληθινά απ’ όσο θα ήθελαν.

Κάποια στιγμή λίγο μετά το Μπραντ, καθώς συνάντησαν τους πρώην συναδέλφους τους ουσάρους που έκαναν ασκήσεις με πυρά -πράγμα που σήμαινε ότι ο δρόμος ήταν κλειστός και κανείς δεν περνούσε, αλλά τους δικούς τους, τους ομοεθνείς τους, εννοείται πως θα τους άφηναν-, σκέφτηκαν να πουν για τα τέρατα, μπας και σωθούν ή μήπως και σταλούν μονάδες στο Μπραν, αλλά απέρριψαν την ιδέα. Πρώτον, δεν θα τους πίστευαν, όπως και οι ίδιοι δεν είχαν πιστέψει ότι υπήρχαν βρικόλακες -μέχρι που τους είδαν, δηλαδή- και δεύτερον, δεν θα σκοτίζονταν για το τι συνέβαινε στο γαμημένο το Μπραν. Το είχαν αφήσει πίσω τους, και αυτό και τα προβλήματά του. Τέλος.

Έτσι είχαν αποφασίσει, μα στην πραγματικότητα τους ήταν δύσκολο να ξεχάσουν, ειδικά οι δύο που είχαν συναπαντηθεί με τα φρικιά. Ο ύπνος τους ήταν ταραχώδης, γεμάτος σκοτάδι και σκιές που αποσπόντουσαν από το περιβάλλον τους, για να τους επιτεθούν. Μορφές που βρομούσαν θάνατο και σαπισμένη σάρκα. Ψηλές και δυνατές και γρήγορες μορφές. Ανίκητες. Δαίμονες επί της Γης. Τους περικύκλωναν και εκείνοι δεν ήξεραν πού να σημαδέψουν, από πού να περιμένουν το χτύπημα. Και το ότι αργούσε να συμβεί το αναπόφευκτο τούς ήταν πολύ χειρότερο από το να τους σκότωναν αμέσως.

Οι Ούγγροι εύχονταν να ξεχνούσαν σύντομα τα όσα είχαν δει και τα όσα είχαν νιώσει. Πήγαιναν στην πατρίδα. Για μια νέα αρχή. Ήταν ακόμα νέοι, κάτω από τα σαράντα. Κάπου στη Βουδαπέστη περίμενε τον καθένα τους από μια κυρά. Τέσσερις γυναίκες, οι οποίες θα σήμαναν το τέλος της συνεργασίας των Ούγγρων. Γιατί έτσι το είχαν συνεννοηθεί. Από τη στιγμή που θα πατούσαν το πόδι τους στην πρωτεύουσα, θα χωρίζονταν και ίσως καμιά φορά να συναντιούνταν στο δρόμο και να ένευαν ο ένας στον άλλο. Μπορεί και με την πάροδο του χρόνου να κρατούσαν επαφή. Θα το έβλεπαν.

Προς το παρόν, και ώρα οχτώ παρά δέκα, ξεκινούσαν από το πανδοχείο της Οραντέα. Είχαν πληρώσει το λογαριασμό τους, οπότε δεν ανησυχούσαν γι’ αυτό. Απλά βγήκαν στην κρύα νύχτα και πλησίασαν την άμαξα. Δύο μπήκαν μέσα και οι άλλοι δύο ανέβηκαν στη θέση του οδηγού. Τα όπλα τα είχαν πάνω τους –σιγά μην τα άφηναν στην άμαξα, να τους κλέψουν τίποτα αλήτες ή τσιγγάνοι. Ο δρόμος ήταν άδειος από κόσμο, με εξαίρεση κάνα δυο πολιτοφύλακες που περιπολούσαν. Κατά τα άλλα, ούτε ψυχή. Οι δύο έριξαν μια γρήγορη ματιά προς κάθε κατεύθυνση, για παν ενδεχόμενο. Μήπως πεταγόταν κάνα τέρας και τους έπιανε απροετοίμαστους… Αλλά δε συνέβη κάτι.

Οι Ούγγροι έφυγαν και, όπως αποδείχτηκε, δε βρήκαν κανένα ουσιώδες εμπόδιο ούτε στα σύνορα. Γιατί ναι, τους σταμάτησαν, και ναι, τους είπαν ότι η πολιτοφυλακή του Μπρασώφ ζητούσε να μάθει για τέσσερις συγκεκριμένους άντρες που είχαν υπηρετήσει στον ουγγρικό στρατό και είχαν φύγει πριν δέκα χρόνια περίπου. Αλλά μήπως θα μπορούσαν οι συνάδελφοι στα σύνορα να πουν ότι δεν συνάντησαν ποτέ τους εν λόγω πρώην ουσάρους; Ειδικά αν τους έδιναν και μια μικρή προμήθεια, για το ότι αναγκάζονται να μένουν ξάγρυπνοι μες στο κρύο, για τα λίγα λεφτά που τους πληρώνει η χώρα τους;

Σαφώς. Κανείς δεν είδε κανέναν.

Τουλάχιστον, αυτό υποσχέθηκαν οι μεν στους δε.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook