Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 5

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest


9 μετά μεσημβρίας
3 ώρες πριν την Επίθεση στο Μπραν

Μπρασώφ

Στο σπίτι της Σορίνα και του Ματέι, ο Σάντου και η Στεφανία κάθονταν στην κουζίνα και περίμεναν τους δύο γονείς να βάλουν τα παιδιά τους για ύπνο. Τα μεγαλύτερα, η Σάσα και ο Άμπελ, δεν είχαν τόσο θέμα, κοιμούνταν εύκολα, αλλά ο μικρότερος, ο Ντορίν, ήθελε να του πουν παραμύθι και οι δύο, να τον καληνυχτίσουν και μετά να τον αφήσουν. Αλλιώς δεν υπήρχε περίπτωση να κλείσει μάτι. Η Στεφανία είχε ρωτήσει αν καταλάβαινε ο μικρός τι του αφηγούνταν -δύο χρονών ήταν, άλλωστε-, αλλά είπαν πως, απ’ ό,τι είχαν καταλάβει, δεν τον ενδιέφερε το περιεχόμενο, όσο το να ακούει την μαμά και τον μπαμπά, σαν να ήθελε ενδόμυχα να θυμάται πως ήταν μαζί του, κοντά του.

Τα παιδιά Βλαντιμιρέσκου ένιωθαν άβολα στο σπίτι. Δηλαδή, παρά την πολύ καλή φιλοξενία και όλες τις ανέσεις που τους παρείχαν οι Καρντέι, δεν ήθελαν να είναι εδώ. Τους έλειπαν οι γονείς τους, τους έλειπαν οι Οσμοκέσκου, τους έλειπαν τα ζωντανά τους. Τους έλειπε το Μπραν. Ήταν σαν να τους είχαν εξορίσει. Το μυαλό τους πήγαινε μόνο στον τόπο τους, ειδικά από τη στιγμή που είχαν φύγει από το κτίριο της πολιτοφυλακής, όπου η Στεφανία κατάλαβε τι εννοούσε ο Σάντου όταν της είχε πει να μην εμπιστεύεται τους Ούγγρους. Πολύ αμφέβαλλε αν θα έκαναν κάτι, και μάλιστα άμεσα. Είχαν δίκιο όλοι όσοι έλεγαν ότι οι Ούγγροι δεν θα ενδιαφέρονταν για το τι συνέβαινε στο Μπραν. Μακάρι να ήταν διαφορετικά τα πράγματα, μα ήταν ανώφελο να προσποιούνται πια. Έπρεπε να το δεχτούν. Όσο κι αν τους πλήγωνε, η αλήθεια ήταν μία. Το χωριό ήταν κατ’ ουσίαν ανυπεράσπιστο. Οι εναπομείναντες κάτοικοι θα έπρεπε να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους.

Ίσως, σκεφτόταν η Στεφανία, αν κρατούσαν, αν κατάφερναν να αντιμετωπίσουν τα τέρατα και τη μάγισσα που τα διαφεντεύει για πολύ καιρό…

Αλλά θα μπορούσαν; Θα μπορούσαν;

«Τι λες να κάνουν στο Μπραν;» ρώτησε ο Σάντου, βγάζοντάς τη από τις σκέψεις της. Έτριβε τα χέρια του, από νευρικότητα. «Ο μπαμπάς, η μαμά; Ο πατήρ Στεφάν, η Ντανιέλα; Οι υπόλοιποι;»

«Δεν ξέρω. Ελπίζω να είναι καλά» απάντησε η Στεφανία και έπιασε το σταυρό που φορούσε στο λαιμό της. Παρακάλεσε τον Θεό να φυλάει τους κατοίκους του χωριού. Περίμενε. Καμιά κίνηση. Καμιά φωνή. Καμιά απάντηση. Την τρέλαινε όταν συνέβαινε αυτό. Θυμήθηκε που ο πατήρ Στεφάν της είχε πει ότι ο Θεός απαντάει όποτε το κρίνει απαραίτητο και όχι με τον τρόπο των ανθρώπων. Αλλά απαντάει.

Πότε, όμως; Και πώς;

Τότε ήρθαν οι γονείς Καρντέι, χαμογελώντας. Κάθισαν στο τραπέζι και, μετά τα τυπικά (για το πώς είναι να μεγαλώνεις παιδιά και τις δυσκολίες του να εργάζεσαι ως δάσκαλος), ρώτησαν και πάλι για ποιο λόγο είχαν φύγει ο Σάντου και η Στεφανία από το Μπραν. Δεν είχαν πειστεί ότι οι γονείς τους απλά τους είχαν στείλει για να περάσουν λίγο χρόνο με τους συγγενείς τους. «Γιατί, αν ήταν έτσι, τότε για ποιο λόγο έφυγε ο Σάντου την πρώτη φορά; Ή και η Κορνέλια; Και ο Λούκα, γιατί να μην έρθει;» τόνισε η Σορίνα.

Τα παιδιά δεν ένιωθαν καλά. Δεν ήταν όπως με τους Ούγγρους, που τους ανέκριναν, αλλά δεν τους ήταν ευχάριστο να λένε ψέματα και να προσπαθούν να αποφεύγουν να παραδεχτούν για το Κακό που είχε βρει το Μπραν. Γιατί ήθελαν να πουν τα πάντα. Το είχαν ανάγκη, έπρεπε να μιλήσουν σε ανθρώπους που δεν θα τους απόπαιρναν ούτε θα τους κατηγορούσαν ή κάτι τέτοιο, αλλά καταλάβαιναν ότι το μόνο που θα κατάφερναν θα ήταν να αναστατώσουν τους Καρντέι. Θα τους τρομοκρατούσαν, ειδικά τη Σορίνα, που καταγόταν από το Μπραν και σίγουρα θα ήξερε για τους θρύλους που κυκλοφορούσαν για το κάστρο και την Κόμισσα.

«Άλλαξε γνώμη η μαμά» είπε ο Σάντου. «Και… έπεισε και τον μπαμπά, να με αφήσει να έρθω». Ούτε δεκάχρονο δεν θα έπειθα, σκέφτηκε, αλλά τι άλλο να πει; Δεν είχε όρεξη για κουβέντες.

Η Στεφανία είπε «Απλά θεώρησαν ότι θα ήταν καλή ιδέα να περάσουμε λίγο χρόνο μαζί σας. Άλλωστε, ο μπαμπάς τα καταφέρνει με τις δουλειές, όποτε ο καιρός είναι καλός για δουλειές».

«Είστε σίγουροι;» ρώτησε η Σορίνα. «Δεν μου ακούγονται και πολύ σωστά αυτά που λέτε».

Ο Ματέι, που μάλλον έπιασε το βασικό νόημα -ότι τα παιδιά δεν θα έλεγαν κάτι άλλο-, άλλαξε θέμα και τους ρώτησε πώς τους φαίνεται το Μπρασώφ. «Βέβαια, το πετύχατε σε δύσκολη περίοδο. Υπάρχει μια γενικότερη ελπίδα, θα έλεγα, ότι μπορούμε να διώξουμε τους Ούγγρους και να ενωθούμε με τη Βλαχία και τη Μολδαβία. Γι’ αυτό και τις τελευταίες μέρες έχουμε διαδηλώσεις. Γίνονται προσπάθειες να πειστούν όλοι οι ντόπιοι και να πιεστεί η κυβέρνηση της Ουγγαρίας…»

Η κουβέντα συνεχίστηκε, με τη Στεφανία και τον Σάντου να μιλάνε ελάχιστα, καθότι δεν μπορούσαν να σκεφτούν τίποτα άλλο από το Μπραν και τους δικούς τους.

Να ήταν όλοι καλά, άραγε;

Με αυτή την ερώτηση να τους τυραννάει, ξάπλωσαν λίγο αργότερα, αλλά κοιμήθηκαν τα ξημερώματα.

Όταν πλέον το Μπραν ήταν ήσυχο ξανά.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook