Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 5

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest


11 μετά μεσημβρίας
1 ώρα πριν την Επίθεση στο Μπραν

Κάστρο του Μπραν

Το κάρο που είχε φτιάξει κάποτε ο Μιχαήλ, ο πατέρας της Μαγκνταλένα και σύζυγος της Μαριάννα, γέμιζε τώρα με κούτσουρα και παλιά ρούχα, που είχαν πάρει οι βρικόλακες από διάφορα δωμάτια του κάστρου και το κελάρι. Έβγαλαν το όχημα από το στάβλο που το είχαν παραχώσει όταν το πήραν κατά το φινάλε της πρώτης τους επίθεσης στο Μπραν. Η Ρεβέκκα, η Ροζάλια και η Μαγκνταλένα επέβλεπαν τους άλλους, χωρίς να μιλάνε. Μόνο χαμογελούσαν. Γιατί μαζί με αυτά τα αντικείμενα θα έπαιρναν και άλλα χρήσιμα σύνεργα.

Όταν ήταν έτοιμοι, η Ρεβέκκα έδωσε το έναυσμα και ξεκίνησαν.

Για το Μπραν.

Για μια νέα αρχή.


Μισή ώρα πριν την Επίθεση στο Μπραν

Μπραν

Περίμεναν. Ήταν μαζεμένοι στην κουζίνα ή σε κάποιο άλλο δωμάτιο του σπιτιού που είχαν συγκεντρωθεί σε ομάδες. Αλλού τέσσερα άτομα, αλλού έξι, αλλού δέκα. Στους Τσομπάνου ήταν τουλάχιστον τριάντα. Όλοι γνωστοί πλέον. Όλοι ενδιαφέρονταν για όλους. Όλοι είχαν σκοπό να σώσουν τους εαυτούς τους και όσους άλλους είχαν έρθει να μείνουν στο σπίτι τους ή είχαν πάει να μείνουν σε άλλο σπίτι, για να είναι πιο ασφαλείς.

Περίμεναν. Είχαν τα όπλα έτοιμα. Οι άντρες βαστούσαν από ένα και είχαν άλλο ένα δίπλα. Κυρίως, μουσκέτα, αλλά και μερικά Μάνλιντσερ που τους είχαν μοιράσει οι Τσομπάνου. Ο καθένας, όμως, προτιμούσε το όπλο που ήξερε από παλιά. Με αυτό είχε κυνηγήσει τόσες και τόσες φορές, με αυτό θα πολεμούσε. Τουλάχιστον, αυτό θα έκαναν οι περισσότεροι –συμπεριλαμβανομένου και του Λούκα Βλαντιμιρέσκου.

Περίμεναν. Οι γυναίκες που δεν ήξεραν να χρησιμοποιούν τα όπλα κάθονταν δίπλα στους άντρες, κρατώντας τα πυρομαχικά. Αυτές θα γέμιζαν και εκείνοι θα έριχναν. Για να μην χάνουν χρόνο. Για να χτυπήσουν εγκαίρως το στόχο.

Περίμεναν. Είχαν αναμμένα κεριά, για να βλέπουν. Γιατί τα τέρατα, σαν όντα του σκοταδιού, μπορούσαν να κινηθούν ακόμα και χωρίς μια σπίθα να φέγγει. Αλλά εκείνοι, οι άνθρωποι, δεν το μπορούσαν και έτσι, παρά το ότι προδίδονταν, είχαν αναγκαστεί να αφήσουν μια δυο μικρές εστίες φωτιάς.

Περίμεναν. Είχαν μαζί τους και δυο τρεις ξύλινους σταυρούς και σκόρδα και αγιασμό. Γιατί οι παλιοί έλεγαν ότι αυτά είναι τα σπουδαιότερα όπλα απέναντι σε βρικόλακες. Χρειάζονταν καθετί που γνώριζαν ότι είχε αποτέλεσμα ή που είχαν ακούσει ότι βοηθάει.

Περίμεναν. Απέξω άκουγαν μόνο το φύσημα του αέρα, κι αυτό όχι συνέχεια. Κάπου-κάπου, κάποιο σκυλί γάβγιζε, όμως δίχως ένταση. Παρ’ όλ’ αυτά, εκείνοι καλύπτονταν και κάρφωναν τη ματιά τους προς τις εισόδους που είχαν αποφασίσει να υπερασπίζονται, μόνο και μόνο για να διαπιστώσουν ότι δεν θα συνέβαινε κάτι, κι έτσι χαλάρωναν λιγάκι.

Περίμεναν. Δεν είχαν σταματήσει τις προσευχές τους. Επαναλάμβαναν το «Πιστεύω» και το «Πάτερ ημών» και όποιον άλλο ύμνο μπορούσαν να θυμηθούν. Σε κάποιο σπίτι, μια γυναίκα έψαλλε σιγανά το «Η ζωή εν τάφω». Ο άντρας της σοκαρίστηκε και της ζήτησε να θυμηθεί κάποιον άλλο στίχο. Αλλά εκείνη δεν το μπορούσε.

Περίμεναν. Κοιτούσαν προς το παράθυρο και την πόρτα. Είχαν σφραγίσει τις εισόδους με τραπέζια και καρέκλες. Όποιος προσπαθούσε να εισβάλλει θα δυσκολευόταν αρκετά για να μπορέσουν να αμυνθούν. Ίσως και να μη μπορούσε να μπει. Αν ίσχυαν τα λεγόμενα των παλιών, τότε οι βρικόλακες θα χρειάζονταν την άδεια των ενοίκων. Και σίγουρα, κανένας δεν θα έδινε την άδειά του για να μπουν τα τέρατα.

Περίμεναν. Συχνά δάκρυζαν και προσπαθούσαν να φέρουν ξανά και ξανά στο μυαλό τους αναμνήσεις με τα παιδιά τους και με τους ηλικιωμένους συγγενείς τους. Δουλειές που έκαναν μαζί, παιχνίδια που έπαιζαν μαζί. Γιορτές που περνούσαν μαζί. Χαρές και λύπες -αλλά κυρίως χαρές- που έρχονταν και παρέρχονταν. Ποτέ δεν είχαν χωρίσει και νόμιζαν πως ποτέ δεν θα χώριζαν.

Περίμεναν. Ο Βέλκαν είχε στα αριστερά του τον Ντράχοσλαβ και στα δεξιά του την Εμιλιάνα, ενώ πιο πίσω στην κουζίνα ήταν άλλοι δύο άντρες. Ο νεώτερος Τσομπάνου είχε ακουμπήσει το Μάνλιντσερ πάνω στα πόδια του, με το δείκτη του δεξιού του χεριού να αγγίζει τη σκανδάλη. Στον νου του, είχε την Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου και φανταζόταν ότι ερχόταν σε αυτόν. Είχε πει στους άλλους, που φυλούσαν άλλους χώρους του σπιτιού πως, αν έβλεπαν την συγκεκριμένη γυναίκα, να τον φώναζαν. Είπε ότι είναι δική του.

Περίμεναν. Ο Ντράχοσλαβ, όπως και ο Στεφάν με την Ντανιέλα, ήταν οι μόνοι ηλικιωμένοι που είχαν μείνει στο Μπραν και ήξεραν πως αυτές τις ώρες ήταν μάλλον οι μόνοι που δεν θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν σε κάποιον. Αυτές τις στιγμές είχαν σκεφτεί όταν πρότειναν να φύγουν και οι γέροντες, μαζί με τα παιδιά. Αλλά οι ίδιοι είχαν αποφασίσει να μείνουν. Δεν υπήρξε κανείς να τους πιέσει. Όχι ότι θα κατάφερνε και κάτι, δηλαδή, ακόμα και με το να τους φώναζε. Δεν θα έφευγαν. Κατά κάποιον τρόπο, βοηθούσαν τους άλλους, έτσι πίστευαν. Επηρέαζαν τους συγχωριανούς τους, απέπνεαν μια μορφή δύναμης, διαφορετική ο καθένας, που οι άλλοι άνθρωποι τη χρειάζονταν. Ήταν μια έμμεση πνοή ζωής, όταν τα πράγματα ζόριζαν και χρειάζονταν το κάτι παραπάνω, για να τους κρατήσει. Έβλεπαν και άκουγαν τον ένα ή τον άλλο -τον Ντράχοσλαβ, βέβαια, τις τελευταίες μέρες, γιατί πρωτύτερα σχεδόν δεν τον αναγνώριζαν- και μια σιγουριά τους γέμιζε, ένα αίσθημα ότι μπορούσαν να σηκώσουν βάρη που έμοιαζαν αδιανόητα. Τους χρειάζονταν κοντά τους.

Περίμεναν. Τους τρέλαινε που ήταν ακίνητοι και που δεν ήξεραν τι και πότε θα συμβεί. Οι άντρες, που είχαν εμπειρία από κυνήγι -το οποίο ήταν χρονοβόρο-, θα περίμενε κανείς ότι θα είναι πιο ήρεμοι και πως θα το πουν και στις γυναίκες τους. Αλλά οι συνθήκες ήταν διαφορετικές. Γιατί δεν ήταν αυτοί οι κυνηγοί. Ήταν οι κυνηγημένοι. Τα υποψήφια θηράματα. Και το ήξεραν, και δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο πέραν από το να εύχονται για το καλύτερο, για τη σωτηρία τους.

Περίμεναν. Δεν ήξεραν ποιο θα ήταν το χειρότερο σενάριο αυτής της βραδιάς –ή και άλλων: το να έχει δίκιο ή άδικο ο πατήρ Στεφάν; Δηλαδή, το να γίνει κάτι σήμερα ή να μη γίνει; Αν γινόταν, θα βίωναν τον τρόμο. Αν δεν γινόταν, θα έχαναν το μυαλό τους από την αναμονή, μόνο και μόνο για να έχουν να περιμένουν και την επόμενη βραδιά, και την μεθεπόμενη ίσως κοκ. Απ’ όπου κι αν το έπιαναν, οδηγούνταν σε αδιέξοδο. Και δεν υπήρχε τρόπος να γυρίσουν από κει που είχαν έρθει. Όχι πια. Ή που θα συνέβαινε το αναμενόμενο ή που δεν θα συνέβαινε -σήμερα.

Περίμεναν.

Περίμεναν.

Περίμεναν.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook