Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 5

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Μπραν

3 λεπτά πριν την Επίθεση

Κάποιοι από τους κατοίκους είχαν αρχίσει να έχουν πονοκέφαλο. Άλλοι έπιναν νερό ή βότκα, για να καλμάρουν την καρδιά τους. Ένας δύο που κόντευαν τα εξήντα προσπαθούσαν να κρατήσουν ανοιχτά τα μάτια τους, μιας και δεν είχαν συνηθίσει να μένουν ξάγρυπνοι. Ο Λουσιάν Μαρτινέσκου σκέφτηκε αν θα άνοιγε αύριο τον Καφενέ. Η Εμιλιάνα Τσομπάνου, αφήνοντας στην άκρη την ανάμνηση των θυγατέρων της, θυμήθηκε τον αποθανόντα πατέρα της και κατ’ επέκταση την μητέρα της, που την είχε αφήσει σε μια πολύ δύσκολη στιγμή της ζωής της, ενώ θα έπρεπε να είναι δίπλα της. Είχαν φύγει από το Μπρασώφ, για αλλαγή, για να μην βιώνουν όλοι τους το πένθος που βάραινε το πατρικό της Εμιλιάνα. Πόσο έξω είχαν πέσει, όταν νόμιζαν ότι θα βελτιώνονταν τα πράγματα -ειδικά για τις μικρές-, αν επέστρεφαν στο Μπραν… Ο Ντράχοσλαβ κρατούσε τη μαγκούρα, αλλά στην τσέπη του παντελονιού του είχε ένα εξάσφαιρο πιστόλι Γκάσερ. Γεμάτο. Για παν ενδεχόμενο. Ο γιος του, ο Βέλκαν, φανταζόταν την πόρτα να ανοίγει και να εμφανίζεται η Μαγκνταλένα και εκείνος αρχικά να βλέπει το πρόσωπό της πίσω από το σκόπευτρο του Μάνλιντσερ και έπειτα, με απανωτές ριπές, να της βγάζει τα μάτια και να της διαλύει τη μύτη και να καταστρέφει κάθε τι όμορφο που είχε αυτή. Ο Λούκα Βλαντιμιρέσκου είχε δίπλα του το ένα μουσκέτο, αφού κρατούσε το άλλο, και καθόταν πλαγιαστά στην κουζίνα των Οσμοκέσκου, έτσι ώστε να γυρίζει το κεφάλι στα δεξιά και να βλέπει την γυναίκα του και το ηλικιωμένο ζευγάρι και μετά να γυρίζει στα αριστερά και να βλέπει την πόρτα και το παράθυρο.

Περίμεναν.

Το κάρο κυλούσε. Οι νυχτερίδες πλησίαζαν.

2 λεπτά πριν την Επίθεση

Οι γιοι των Ιλιέσκου και Στεφόνιου, που είχαν μείνει πίσω για να υπερασπιστούν τον τόπο τους, ήταν μαζί με τις γυναίκες στους στο ίδιο σπίτι και αναρωτιόντουσαν αν θα έβλεπαν ξανά τους πατεράδες τους και αν τους πήγαιναν ποτέ ξανά στο καφενείο, για να περάσουν την ώρα τους. Η Κορνέλια είχε γεμάτη την ποδιά της με σακουλάκια με μπαρούτι και μαύρα βόλια και τη βέργα του όπλου. Τα γόνατά της την πονούσαν από το καθισιό, αν και πίστευε ότι περισσότερο έφταιγε που αγωνιούσε και που φοβόταν. Η Ντανιέλα καθόταν πίσω της, κρατώντας το σταυρό που φορούσε στον λαιμό της. Έφερε στον νου της στιγμές από το κατηχητικό, όταν εκείνη δίδασκε τα παιδιά ανάγνωση και γραφή, μέσα από τα Ιερά Κείμενα. Προσπαθούσε να μην τα ζορίζει, να μην τα κάνει να απογοητευτούν όταν δεν τα κατάφερναν, αλλά μερικές φορές της ήταν δύσκολο και ύψωνε τη φωνή της. Επικρατούσε σιγή και τα παιδιά κατέβαζαν το κεφάλι κι εκείνη ένιωθε ένοχη, ότι τα αδικούσε. Όμως, της έλειπαν εκείνες οι ώρες, γιατί ως επί το πλείστον περνούσαν ξέγνοιαστα και με χαρά και αναπλήρωνε το χρόνο που δεν θα είχε με ένα δικό της παιδί. Θα είχε άραγε ποτέ ξανά την ευκαιρία να διδάξει;

Τα τέρατα έρχονταν.

1 λεπτό

Οι γιοι της κυρίας Κοβάτσι και οι σύζυγοί τους συζητούσαν και χαριτολογούσαν, για να μην κοιμηθούν, παρά το ότι η μητέρα τους τους έλεγε από παλιά ότι τα βράδια δεν έπρεπε ποτέ να μιλάνε, γιατί ο Διάβολος άκουγε τι έλεγαν και κατέστρωνε τα ύπουλα σχέδια του. Στο δωμάτιο της Λία και της Αντελίνα, δύο αντρόγυνα περίμεναν, πότε λέγοντας κάτι άσχετο (για τα χωράφια, για τα ζώα…) και πότε κοιτώντας την κούκλα που είχε ανασύρει ο Βέλκαν από την αποθήκη και που την είχε στήσει στον τοίχο ανάμεσα στα κρεβάτια των κοριτσιών. Τους προκαλούσε θλίψη, γιατί ήξεραν πως σε αυτό το χώρο θα έπρεπε να κοιμούνται δύο παιδιά, σκέψη που τους θύμιζε τα δικά τους τέκνα και… τι να έκαναν άραγε; Να ήταν καλά;

40 δευτερόλεπτα

Τα σκυλιά σηκώθηκαν από το έδαφος και άρχισαν να γαβγίζουν. Οι γάτες ξύπνησαν και νιαούρισαν φοβισμένες. Τα αιγοπρόβατα βέλαξαν. Οι κότες κακάρισαν.

Τα ζώα σήμαναν το συναγερμό.

Ο Στεφάν έκλεισε τα μάτια του και παρακάλεσε τον Θεό να τους φυλάξει.

30

Στον κεντρικό δρόμο του Μπραν, εμφανίστηκε το κάρο και οι βρικόλακες που το ακολουθούσαν. Από τον αέρα προσγειώθηκαν οι τέσσερις ανώτεροι. Χωρίς να καθυστερήσουν άλλο, έπιασαν τους αυτοσχέδιους δαυλούς που είχαν φτιάξει και χρησιμοποιώντας μια τσακμακόπετρα, ένα κομμάτι σίδερο και μπαρούτι, τους άναψαν και ο κάθε ανώτερος βρικόλακας διάλεξε ένα σπίτι.

20

Η Ρεβέκκα φώναξε «ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΜΠΡΑΝ. ΠΑΡΑΔΟΘΕΙΤΕ. ΒΓΕΙΤΕ ΑΠΟ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΣΑΣ ΚΑΙ ΔΕΧΘΕΙΤΕ ΤΗΝ ΜΟΙΡΑ ΣΑΣ. ΔΕΧΘΕΙΤΕ ΤΗΝ ΑΝΩΤΕΡΗ ΦΥΣΗ ΠΟΥ ΦΕΡΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΓΙΝΕΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΥΠΗΚΟΟΙ ΤΗΣ ΚΟΜΙΣΣΑΣ ΡΟΝΤΙΚΑ ΝΤΡΑΓΚΙΤΣΙ. ΑΝ ΔΕΝ ΣΥΜΜΟΡΦΩΘΕΙΤΕ, ΘΑ ΥΠΟΦΕΡΕΤΕ. ΤΟ ΜΠΡΑΝ ΘΑ ΠΑΨΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΗΜΕΡΑ. ΔΕΧΘΕΙΤΕ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΣΕΤΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥ».

10

Οι κατώτεροι βρικόλακες χωρίστηκαν ώστε να καλύψουν τους δύο παράπλευρους δρόμους, από την μεριά των χωραφιών και των μαντριών και των στάβλων.

Κανείς δε βγήκε από το σπίτι του.

5

Ο Νικολάι και ο Βασίλι κοιτούσαν με θανατερή προσμονή το μισοφωτισμένο σπίτι που διάλεξαν για αρχή.

Κανείς δε βγήκε από το σπίτι του.

3

Η Μαγκνταλένα και η Ροζάλια ένευσαν η μία στην άλλη, για την τέλεια νύχτα που ήταν βέβαιες ότι θα περάσουν.

Κανείς δε βγήκε από το σπίτι του.

Μόνο ο πατήρ Στεφάν είπε «ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΑΙΜΟΝΑΣ ΣΤΟ ΜΠΡΑΝ! ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΑΙΜΟΝΑΣ ΣΤΟ ΜΠΡΑΝ!»

1

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *