Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 5

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η καμπάνα σήμανε δώδεκα. Η μέρα είχε αλλάξει. Ο Φεβρουάριος έδωσε την θέση του στον Μάρτιο και τότε η Ρεβέκκα έριξε τον πρώτο δαυλό, για να ακολουθήσουν το παράδειγμά της και οι άλλοι.

Πέντε σπίτια στο Μπραν έπιασαν φωτιά. Και μετά άλλα πέντε. Και άλλα πέντε. Και άλλα έξι. Και άλλα δέκα. Έβαλαν φωτιά και στο καφενείο και στην εκκλησία. Οι βρικόλακες πηγαινοέρχονταν από το κάρο προς κάθε κατεύθυνση, προς όπου έβρισκαν σπίτια, μέχρι που στο τέλος να μην υπήρχε ούτε ένα που να μην πυρπολούνταν. Κρατούσαν έναν ή δύο δαυλούς και τους έριχναν σε ένα (ή και δύο, ανάλογα) παράθυρο του οικήματος που στέκονταν απέξω, σπάζοντας το τζάμι. Δεν σκέφτονταν καν ότι μπορεί κάποια σπίτια να είναι άδεια. Απλά τους επιτίθονταν. Απλά τα πολιορκούσαν, σαν θρησκόληπτοι που καταστρέφουν ένα μνημείο άλλης θρησκείας. Λόγω και του χειμώνα, οι άνθρωποι είχαν απλώσει προβιές στο πάτωμα, ενώ τα τραπέζια και οι καρέκλες ήταν από ξύλο. Σε μερικά σπίτια, έτυχε τα παράθυρα που έσπασαν τα τέρατα να έχει και κρεβάτι και ντουλάπα.

Οι ένοικοι άρχισαν να ουρλιάζουν. Δεν περίμεναν επ’ ουδενί κάτι τέτοιο, να δουν ένα φλεγόμενο παλούκι να μπήγεται στην κατοικία τους και να κατατρώει τα σπλάχνα της. Αναστατώθηκαν τόσο πολύ, που οι άντρες παράτησαν το όπλο τους και έσπευσαν να βοηθήσουν τις γυναίκες. Στο σπίτι των Τσομπάνου, όπου ο δαυλός έπεσε στην κουζίνα, όλοι όσοι ήταν στο ισόγειο (δέκα άτομα συνολικά) άφησαν το πόστο τους, πήραν  και έτρεξαν να σβήσουν τη φωτιά. Ακόμα και ο Βέλκαν ξέχασε προς στιγμήν την Μαγκνταλένα, για να προλάβει το κακό, ενώ ο Ντράχοσλαβ, που δεν μπορούσε να κάνει κάτι, έμεινε να περιτριγυρίζεται από κινούμενους ανθρώπους που προσπαθούσαν να περισώσουν την περιουσία του. Δεν είχαν ιδέα ότι και στον πρώτο όροφο είχε πέσει ένα μεγάλο ξύλο που καιγόταν, και το αντιλήφθηκαν όταν άκουσαν τις φωνές και το ποδοβολητό όσων είχαν στηθεί για να φυλάξουν εκεί. Στους Μαρτινέσκου, οι ιδιοκτήτες και οι Νικολέσκου φώναζαν οι μεν στους δε, να φέρουν νερό από τη λεκάνη της κουζίνας, μήπως και γλιτώσουν την κρεβατοκάμαρα. Οι γιοι της κυρίας Κοβάτσι χτυπούσαν τις φλόγες με πανωφόρια και έριχναν νερό, αλλά μια δυο φορές σταμάτησαν για να σταυροκοπηθούν και να σκεφτούν πόσο δίκιο είχε η μάνα τους, που έλεγε ότι δεν πρέπει να μιλάνε το βράδυ, για να μην τους ακούει ο Διάβολος. Οι γιοι των Στεφόνιου και Ιλιέσκου, ακολουθώντας τις διδαχές των πατεράδων τους, είπαν στις γυναίκες τους να μείνουν μακριά από τις φλόγες, καθότι εκείνοι ήταν οι άντρες του σπιτιού. Ο τωρινός επίτροπος της εκκλησίας, ο Ντομίνικ Παβλένκο, που φιλοξενούσε με την γυναίκα του Έμα τις κόρες των Κοσοβέι, Στόιτσα και Ντάλτσα, μετά των συζύγων τους, παράλληλα με το τρέξιμο που έκανε για να αντιμετωπίσει την καταστροφή του σπιτιού του, άρχισε να ψέλνει, αλλά όχι τις μελωδίες που συνήθιζε, παρά κατάρες που είχε μάθει από τους γονείς του, ο Θεός να αναπαύει την ψυχή τους. Σε ένα σπίτι, ένας άντρας και μια γυναίκα φέρθηκαν τόσο απρόσεκτα, που, ενώ άφησαν το όπλο και τα πυρομαχικά τους στην άκρη για να σβήσουν τη φωτιά, ωστόσο δεν πρόσεξαν ότι τους χύθηκε το μπαρούτι στο έδαφος και στα ρούχα τους, με αποτέλεσμα, δευτερόλεπτα αργότερα, να βρεθούν να καίγονται οι ίδιοι και να αφήνουν το σπίτι στη μοίρα του, για να σώσουν τον εαυτό τους, κλαίγοντας και νιώθοντας τα ρούχα και τη σάρκα τους να τσουρουφλίζονται και τους πόνους να απλώνονται στο κορμί τους σαν αιμοδιψή παράσιτα. Σε άλλη περίπτωση, ένας άντρας που έφερνε ένα τσουκάλι με νερό γλίστρησε και έπεσε, πριν φτάσει στο δωμάτιο που έλιωνε λεπτό προς λεπτό. Το ακόμα χειρότερο εδώ ήταν πως πίσω του ακολουθούσαν κατά πόδας άλλα τρία άτομα, που δεν πρόφτασαν να αποφύγουν τη σύγκρουση και βρέθηκαν κι αυτά στο δάπεδο και το νερό που έφερναν χύθηκε μακριά από τις φλόγες. Δυο πολύ χειροδύναμες γυναίκες κουβαλούσαν ένα τεράστιο, στρογγυλό καζάνι και, όταν είδαν τι συνέβαινε στο δωμάτιο των παιδιών στο σπίτι της μιας, αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν το περισσότερο από το νερό στους άντρες τους –ή σε ό,τι είχε μείνει από αυτούς. Μια άλλη γυναίκα, που ήταν επτά μηνών έγκυος στο πρώτο της παιδί, αλλά είχε πείσει τον πολύ πιο αδύνατο άντρα της να μείνει μαζί του, τον βοηθούσε όπως-όπως, κυρίως εμψυχώνοντάς τον με λόγια, αφού εκείνος ήταν αναγκασμένος να πηγαινοέρχεται με κόπο, κρατώντας σε κάθε χέρι από ένα μικρό δοχείο.

Οι βρικόλακες συνειδητοποίησαν σχεδόν αμέσως ότι κάποια σπίτια δεν είχαν ενοίκους -ή, αν είχαν, αυτοί ήταν εντελώς άχρηστοι-, γιατί δεν ακούστηκαν από όλα τους ουρλιαχτά και οι φλόγες δε βρήκαν αντίσταση και οι καπνοί υψώνονταν από κάθε ρωγμή σαν χέρια μαθητών που ξέρουν να πουν το μάθημα της ημέρας. Άκουσαν συνεχείς ανατινάξεις και έπιπλα που διαλύονταν. Ο Καφενές, δε, που είχε και πολλά αλκοολούχα ποτά, έμοιαζε με γεμάτη πυριτιδαποθήκη πολεμικού πλοίου που έχει ανοιχτή πόρτα και της ρίχνουν δυο τρεις μακρινές βολές με τουφέκι. Οι εκρήξεις ήταν απανωτές, τα ξύλινα ράφια έπεφταν από τη βάση τους και τα γυάλινα μπουκάλια θρυμματίζονταν και άφηναν το υγρό που είχαν να αναμειχθεί με το υπόλοιπο οινόπνευμα που είχε γεμίσει το χώρο.

Τελευταία είχαν αφήσει την εκκλησία, την Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Αυτή την ανέλαβαν όλοι οι ανώτεροι, που της πέταξαν από δύο δαυλούς ο καθένας. Σύνολο δέκα καιόμενα ξύλα. Δεν υπήρξε η παραμικρή αντίσταση. Δεν υπήρχε εκεί μέσα ή και έξω κάποιος να τους σταματήσει. Ήταν πραγματική αγαλλίαση για τους βρικόλακες να τη βλέπουν να γίνεται στάχτη και τις φλόγες να ξεπηδούν από τα παράθυρα σαν γιγάντια, κίτρινα φίδια. Η Μαγκνταλένα ανέλαβε την πλευρά που βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο νεκροταφείο του Μπραν. Πάτησε πάνω σε μερικούς τάφους, στάθηκε έξω από τα παράθυρα και πέταξε τους δαυλούς. Πριν φύγει, έριξε μια ματιά προς τον τάφο του πατέρα της, του Μιχαήλ. Κάτι παλιό ήρθε και συντάραξε το νεκροζώντανο σώμα της, κάτι που ήθελε να ξεκολλήσει από το βούρκο στον οποίο το είχε πετάξει τη νύχτα που η Ρεβέκκα την έκανε βρικόλακα. Μια θλίψη για τις τελευταίες ώρες που είχε δει ζωντανό τον Μιχαήλ, ζωντανό και ακμαίο, προτού τον προδώσει η καρδιά του.

Η Μαγκνταλένα αυτή τη φορά όχι απλά πέταξε τις αναμνήσεις από τον πατέρα της σε ένα βούρκο, αλλά τις απέβαλλε εντελώς, επικαλύπτοντάς τες με άλλες, όπου η ίδια και η αγαπημένη της Ρεβέκκα έκαναν έρωτα στο σκοτεινό κάστρο της Κόμισσας. Με αυτό τον τρόπο, κατάφερε τώρα να πάρει τη ματιά της από τον τάφο του Μιχαήλ Μπενγκέσκου και να φύγει, ποδοπατώντας το χώμα στο οποίο αναπαύονταν οι ψυχές των νεκρών του Μπραν.

Αυτό που ανέμεναν οι βρικόλακες, τελικά άρχισε να γίνεται. Άνθρωποι έβγαιναν από τα σπίτια τους, τρέχοντας αναμαλλιασμένοι, κάποιοι με τα ρούχα τους ακόμα να καπνίζουν από τις φλόγες, ενώ οι περισσότεροι έβηχαν και είχαν τα χέρια τους στο στέρνο, για να μπορέσουν να αναπνεύσουν. Πολλοί σκόνταψαν στο παγωμένο έδαφος και ξεπάγιασαν όταν βρέθηκαν μπρούμυτα ή ανάσκελα πάνω του. Οι περισσότεροι άντρες κρατούσαν το όπλο τους, ενώ οι γυναίκες ακολουθούσαν με ένα σταυρό και αγιασμό.

Οι βρικόλακες δεν άργησαν να τους πάρουν χαμπάρι και να τους επιτεθούν, σαν αγέλη λύκων. Άνοιξαν τα χέρια τους, χαμογέλασαν και έτρεξαν ή πέταξαν προς τους θνητούς, με τα νύχια και τα δόντια τους έτοιμα να καταστρέψουν τη σάρκα και να διαλύσουν κάθε άμυνα, προτού αλλάξουν ή απλά σκοτώσουν (και τραφούν από) τους ανθρώπους.

Τα μόνα οικήματα που έμειναν ανέπαφα για λίγο παραπάνω από τα υπόλοιπα, ήταν το σπίτι των Μπενγκέσκου και το σπίτι των Μολντοβάνου. Η Μαγκνταλένα και η Ροζάλια, που είχαν αναλάβει να ξεφορτωθούν τις οικείες τους, ένιωσαν εκείνο το παλιό κάτι που είχε αισθανθεί προ ολίγου η Μαγκνταλένα να σκιρτάει μέσα τους. Θυμήθηκαν τότε που ήταν άνθρωποι, με την οικογένειά τους. Η Μαγκνταλένα με την μητέρα και τον πατέρα της και η Ροζάλια με τον άντρα και τον πεθερό της. Ευχάριστες μνήμες ήλθαν και παρήλθαν, κάνοντας τις δύο μεταμορφωμένες γυναίκες να διστάσουν και να σφίξουν το δαυλό στο χέρι τους. Σχεδόν αισθάνθηκαν όπως τότε, αδύναμες λόγω της ανθρώπινης φύσης τους, μα και ευτυχισμένες χάρη στους αγαπημένους τους. Μάλιστα, πλησίασαν κι άλλο και άγγιξαν το χερούλι της πόρτας, αλλά ένιωσαν το χέρι τους να καίγεται και το αποτράβηξαν. Δεν ήταν πλέον ευπρόσδεκτες ούτε στην ίδια τους την οικία. Αυτό τις τσάντισε, μα και τις απογοήτευσε. Θα έλεγε κανείς ότι λυπήθηκαν. Αλλά η φωνή της Μίας Ρεβέκκα που άκουγε πλέον η Μαγκνταλένα, αλλά και εκείνη που πλημμύριζε το μυαλό της Ροζάλια, επικράτησαν, και οι δύο ερωμένες της Ρεβέκκα πυρπόλησαν η κάθε μία το σπίτι της. Και, ενώ η Ροζάλια αποχώρισε όπως είχε πλησιάσει, η Μαγκνταλένα εκτοξεύτηκε δέκα μέτρα παραπέρα από το ωστικό κύμα που τη χτύπησε, όταν ο δυναμίτης που είχε βάλει ο Βέλκαν νωρίτερα, όταν είχε βγει και ο Λούκα για να ειδοποιήσει τους άλλους, ανατινάχτηκε με τρομερή ισχύ. Καθώς ήταν πεσμένη στο χιόνι και ανασηκωνόταν, η Μαγκνταλένα έφερε στο νου της το βράδυ που είχε γίνει ένα ανώτερο ον σε αυτό το σπίτι που τώρα δεν υπήρχε πια. Τα ξύλα που είχε αναγκαστεί να βγει και να μαζέψει. Τη σούπα που ποτέ δεν έφαγαν. Την ανησυχία της μητέρας της για την Ρεβέκκα. Τη θλίψη για τον νεκρό πατέρα της. Της τα θύμισε αυτό το σπίτι και η καταστροφή του.

Ξέχασέ το, της είπε η Μία Ρεβέκκα. Επιτέλεσε το καθήκον του. Πλέον, σου ήταν άχρηστο. Ξέχασέ το.

Η Μαγκνταλένα κατένευσε. Άκουσε ένα νιαούρισμα πιο δίπλα της γύρισε. Θα χαμογελούσε στη θέα της γάτας με το άσπρο και μαύρο τρίχωμα -άλλωστε, ανέκαθεν τις συμπαθούσε τις γάτες-, αν το ζωντανό δεν είχε κατεβασμένα τα αυτιά του και δεν την κοιτούσε έτοιμο να της χιμήξει. «Εσύ ήσουν τότε, έτσι;» είπε. «Εκείνο το βράδυ, που απέκτησε νόημα η ζωή μου. Εσένα είχα δει».

Η γάτα γρύλισε. Το τρίχωμά της είχε ανακατωθεί.

Η Μαγκνταλένα σηκώθηκε και είπε στη γάτα «Φύγε. Μην κάνεις καμιά ανοησία».

Αλλά η γάτα δεν την άκουσε και της ρίχτηκε με τα μπροστινά πόδια να έχουν ξεγυμνώσει τα νύχια τους και το στόμα ανοιχτό.

Η Μαγκνταλένα έπιασε την γάτα στον αέρα, φυλάκισε τα πόδια της και με το άλλο χέρι τύλιξε τα δάχτυλά της στο λαιμό του ζώου. Η γάτα προσπάθησε να σκούξει και να χτυπήσει, αλλά ήταν ανώφελο.

«Σου είπα να φύγεις, π’ ανάθεμά σε» είπε η Μαγκνταλένα. «Εσύ φταις για ό,τι θα…»

Όμως, τότε συνειδητοποίησε ότι είχε ξεχαστεί και πως το έργο των δικών της δεν ήταν τόσο εύκολο, όσο πίστευε. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι ανώτεροι αναγκάστηκαν να πετάξουν, για να κάνουν τη δουλειά τους. Γιατί τα σκυλιά δεν τους άφησαν σε χλωρό κλαρί. Τους επιτέθηκαν με γυμνωμένα δόντια. Τα πιο πολλά, μιας και γνωρίζονταν μεταξύ τους, συνεργάστηκαν και κατάφεραν πολλές δαγκωματιές, ειδικά στους κατώτερους βρικόλακες, που ήταν και πιο αργοί στις αντιδράσεις τους και πιο ανόητοι, μιας και προσπαθούσαν να αποσπάσουν από πάνω τους τα μαινόμενα ζώα τραβώντας τα και όχι με το να τα πνίξουν ή να τους βγάλουν τα μάτια, όπως εντέλει αναγκάστηκαν να κάνουν οι ανώτεροι, που, από ένα σημείο και μετά, απηύδησαν. Γιατί δεν περίμεναν πως τα σκυλιά θα ήταν ελεύθερα, νόμιζαν πως θα ήταν όπως τις άλλες φορές, δηλαδή πως μονάχα θα γάβγιζαν από μακριά. Αυτή τη φορά είχαν γίνει εχθρικοί στρατιώτες.

Και να σου τώρα ένα σκυλί που επιτέθηκε στην Μαγκνταλένα και τη δάγκωσε στο δεξί της μπράτσο. Εκείνη μόρφασε και πέταξε τη γάτα μακριά, για να ασχοληθεί με το καινούριο πρόβλημα που την είχε βρει. Έχωσε τα νύχια της στο κεφάλι του σκυλιού και το πίεσε, διαλύοντας το κρανίο του και πιάνοντας τον εγκέφαλό του, τον οποίο και έβγαλε, για να τον αφήσει να πέσει. Κοίταξε το χέρι της που είχε ακόμα αίματα. Τα έγλειψε και μπορούσε να παραδεχθεί ότι της άρεσε, αν και όχι όπως το αίμα των ανθρώπων.

Γύρεψε τη γάτα, αλλά δεν την είδε. Λίγο πριν πεθάνει και η τελευταία ρανίδα ανθρωπιάς μέσα της, χάρηκε που δεν θα αναγκαζόταν να τη σκοτώσει.

Η Ρεβέκκα και ο Νικολάι, από την άλλη, είχαν μπλέξει με τέσσερα σκυλιά, δύο εκ των οποίων ήταν η Σαλμπάτικα και η Λένουσα, του Λούκα Βλαντιμιρέσκου. Οι βρικόλακες τα είχαν χτυπήσει, αλλά όχι πολύ δυνατά, για να τα αποβάλλουν από πάνω τους, κι αυτό κυρίως επειδή τα ζώα τούς δάγκωναν σε διάφορα σημεία και απομακρύνονταν γρήγορα. Ορμούσαν στα πόδια ή χαμηλά στην κοιλιά, ξέσκιζαν τα μαύρα ρούχα των τεράτων και έκαναν πίσω, με κομμάτια υφάσματος να κρέμονται από τα αιματοβαμμένα σαγόνια τους.

«Αναθεματισμένα!» έβρισε η Ρεβέκκα και γύμνωσε τα δικά της δόντια.

Ο Νικολάι έκανε να επιτεθεί, αλλά τότε ακούστηκε μια εκπυρσοκρότηση και το κεφάλι του βρικόλακα εκτοξεύτηκε προς τα πίσω, παρασέρνοντας και το υπόλοιπο σώμα.

«Φύγετε μακριά από τα σκυλιά μου, καθάρματα!» φώναξε ο Λούκα και έπιασε το δεύτερο μουσκέτο, όσο η Κορνέλια γέμιζε το πρώτο. Τώρα που είχαν σβήσει τη φωτιά που παραλίγο να κατακάψει το χαμηλό σπίτι και όσους διέμεναν σε αυτό, ο πατέρας της Στεφανία και του Σάντου μπορούσε να ασχοληθεί με τα τέρατα. Σημάδεψε την Ρεβέκκα, η οποία του χαμογέλασε απειλητικά. «Αφήστε μας ήσυχους!» είπε και έριξε, πετυχαίνοντας την αρχηγό των βρικολάκων στον αριστερό ώμο.

Η Ρεβέκκα τινάχτηκε πλαγιαστά και η Λένουσα με τη Σαλμπάτικα πίστεψαν ότι θα έπεφτε και πως θα είχαν το πάνω χέρι. Αλλά έκαναν τρομερό λάθος. Η Ρεβέκκα όχι μόνο δεν λύγισε τα πόδια της, αλλά στράφηκε τόσο γρήγορα, με τα χέρια της να εκτινάσσονται και τέσσερα νύχια να καρφώνονται στα μάτια των σκυλιών, τα οποία σπαρτάρησαν και γάβγισαν με πόνο, όμως όχι για πολύ.

«Όχι!» ούρλιαξε ο Λούκα, που στράφηκε στην Κορνέλια, λέγοντας «Δώσε μου το όπλο. Δώσε μου το όπλο μου». Εκείνη του το έδωσε, αλλά, όταν αυτός γύρισε προς τον κεντρικό δρόμο, η Ρεβέκκα δεν ήταν πια εκεί –τουλάχιστον, όχι ως εκεί που μπορούσε να δει ο ίδιος. Έβλεπε, όμως, ανθρώπους να τρέχουν και να φωνάζουν, ενώ πίσω τους ή από ψηλά τους ρίχνονταν ανθρωπόμορφοι δαίμονες. Είδε άλλα σκυλιά να κυνηγάνε σερνόμενες μαυροντυμένες μορφές. Είδε σώματα τετράποδων να διαλύονται και αίμα να βάφει το χιόνι. Τέλος, είδε πολλές από τις μορφές να πετάνε καιόμενα ραβδιά σε σπίτια που μόλις είχαν ηρεμήσει από την προηγούμενη επίθεση.

«Θεέ μου» ψέλλισε με υποταγμένη φωνή.

Η Κορνέλια άφησε τη βέργα του μουσκέτου πριν το γεμίσει ξανά. Κοίταξε πρώτα τους κάτωχρους Οσμοκέσκου, που προσεύχονταν, και έπειτα αποτόλμησε μια ματιά κι αυτή. Σταυροκοπήθηκε και έσφιξε τον άντρα της στον ώμο. «Τι Κακό μας βρήκε; Τι Κακό μάς βρήκε, Χριστέ μου;» είπε.

Ο Λούκα κοίταξε την γυναίκα του. «Τα παιδιά, Κορνέλια» είπε με δάκρυα στα μάτια. «Είναι ασφαλή. Τα παιδιά μας είναι ασφαλή».

Η Κορνέλια συμφώνησε, χωρίς να σκεφτεί αυτό που είχε πει ο Στεφάν στη Στεφανία λίγο πριν φύγουν η μάνα της με τον Σάντου. Το Μπρασώφ δεν ήταν τόσο μακριά. Όχι γι’ αυτό το Κακό, είχε τονίσει. Αλλά οι γονείς των παιδιών δεν το θυμήθηκαν, γιατί ένιωσαν ξανά πόσο τους έλειπαν τα μικρά τους. Αυτός ο πόνος υπερκέρασε την ψευδή αίσθηση καθολικής ασφάλειας που παρείχε η απόσταση.

Ο Λουσιάν Μαρτινέσκου και ο Χοράσιου Νικολέσκου τα κανόνισαν στα γρήγορα: πρώτα θα έβγαινε ο ένας, μετά οι γυναίκες και τέλος ο άλλος. Έτσι και έκαναν. Βγήκε ο Λουσιάν, ακολούθησαν η Κωνστάνσα και η Τζορτζέτα και στο τέλος ο Χοράσιου, ενώ το σπίτι γινόταν παρανάλωμα του πυρός. Ο Βασίλι και η αδερφή του η Έλενα τούς είδαν και έσπευσαν να τους ορμήσουν, όμως τους περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη, όταν η σκυλίτσα των Μαρτινέσκου τους επιτέθηκε. Η Ιντελιτζέντ, έχοντας και τον καημό του Πέταρ και του Βάλι που της έλειπαν, βρήκε την ευκαιρία της να ξεσπάσει στην απειλή που είχε μυρίσει από νωρίς. Όμως, ο Λουσιάν είχε φροντίσει να μην αρχίσει τα γαβγίσματα -η Κωνστάνσα τη συγκρατούσε και της έλεγε πως όλα είναι καλά-, ακριβώς για μια στιγμή σαν αυτή.

Η Έλενα, που προπορευόταν του αδερφού της, δεν πρόλαβε να κάνει στην άκρη ή να αμυνθεί κι έτσι η Ιντελιτζέντ έπεσε πάνω της με φόρα και την έριξε στο χιόνι και άρχισε να δαγκώνει και να ξεσκίζει το φόρεμα της μεταλλαγμένης γυναίκας, η οποία μούγκριζε ακατάληπτους ήχους. Ο Βασίλι έκανε να αρπάξει την Ιντελιτζέντ, αλλά δύο βόλια από τα μουσκέτα του Λουσιάν και του Χοράσιου τον έστειλαν πέντε μέτρα πιο πίσω. Οι δύο άντρες δεν έχασαν καιρό. Πέταξαν τα όπλα και έβγαλαν από τον ώμο τα Μάνλιντσερ που τους είχαν δανείσει οι Τσομπάνου. Όπλισαν και έβαλλαν ξανά και ξανά και ξανά: προς τον Βασίλι, στα πόδια της Έλενα και σε άλλους βρικόλακες που κυκλοφορούσαν στο Μπραν και, έτσι όπως στέκονταν, τους παρείχαν «καθαρό» στόχο. Έσωσαν μερικούς συγχωριανούς τους, αλλά για λίγο.

Τότε, όμως, άκουσαν την μια από τις γυναίκες να βγάζει ένα βογκητό και γύρισαν. Είδαν την Ροζάλια να έχει αρπάξει την κατά πέντε χρόνια μεγαλύτερή της Τζορτζέτα Νικολέσκου και να είναι έτοιμη να καρφώσει τα δόντια της στο λαιμό της άλλης.

Ο Χοράσιου σήκωσε το όπλο, αλλά δε χρειάστηκε να ρίξει αμέσως, γιατί η Κωνστάνσα έριξε αγιασμό στην Ροζάλια, η οποία ούρλιαξε και έκανε πίσω, προσπαθώντας να καθαρίσει το πρόσωπό της, που καψαλιζόταν και έβγαζε καπνό. Έτσι, δεν πρόσεξε ποτέ τις τρεις σφαίρες που την έστειλαν πίσω, προς το καιόμενο σπίτι.

«Ελάτε, πάμε» είπε ο Λουσιάν και έδειξε προς τον πίσω δρόμο, που έβγαζε στα χωράφια, στα μαντριά και στους στάβλους. «Πάμε να βρούμε μια άμαξα ή ένα κάρο».

«Περίμενε, Λουσιάν» του είπε η Κωνστάνσα. «Η Ιντελιτζέντ!»

Ο Μαρτινέσκου είδε την σκυλίτσα να σπαρταράει, καθώς η Έλενα είχε ανακτήσει την κυριαρχία της μονομαχίας τους. Είχε καρφώσει τα νύχια της στα πλαϊνά της Ιντελιτζέντ και προσπαθούσε να «σκάψει», να της βγάλει τα σωθικά.

«Μπάσταρδη! Άσε το σκυλί μου ήσυχο!» φώναξε ο Μαρτινέσκου και σημάδεψε. Πυροβόλησε στο κεφάλι την Έλενα και είδε με ευχαρίστηση μια μεγάλη τρύπα να ανοίγει και αίμα να χύνεται από την πληγή. Τα χέρια της Έλενα προσγειώθηκαν στο έδαφος.

Αλλά το κακό είχε γίνει. Η Ιντελιτζέντ είχε χτυπηθεί άσχημα. Μπόρεσε να φύγει από την Έλενα, αλλά δεν έκανε πάνω από τρία βήματα και έπεσε άψυχη. Ο Λουσιάν είδε με τρόμο πως το τέρας είχε δαγκώσει τη σκυλίτσα στη μουσούδα και σχεδόν της είχε αφαιρέσει όλο το δέρμα και τα κόκαλα από κάτω.

«Όχι, Ιντελιτζέντ, όχι».

«Έλα, Λουσιάν, μη χάνουμε χρόνο» του είπε ο Χοράσιου. «Έλα».

Ο Λουσιάν, σκεπτόμενος πόσο θα λυπόνταν τα παιδιά του, με βαριά καρδιά και πόδια που μόνο που δεν τα έσερνε, ακολούθησε τους άλλους. Ίσως να είχε νιώσει καλύτερα, αν ήξερε πως οι τελευταίες σκέψεις της Ιντελιτζέντ ήταν αναμνήσεις από τα παιχνίδια που έκανε κάποτε με τον Βάλι και τον Πέταρ, και όχι κάτι λυπητερό.

Η εγκυμονούσα ήταν μόνη της, έξω από το σπίτι, αφού ο άντρας της, σχεδόν νεκρός από τις αναθυμιάσεις -πάντα είχε πρόβλημα με τα πνευμόνια του, δεν έπαιρνε επαρκείς εισπνοές, κι όλο έλεγε ότι θα πήγαινε σε γιατρό να τον δει, αλλά οι δουλειές προηγούνταν και μετά, η γυναίκα του είχε μείνει έγκυος, κι αυτός δεν ήθελε να την αφήσει, μήτε να μετακινηθούν, για να μην πάθει κάτι εκείνη ή και το μωρό-, μπόρεσε να τη βοηθήσει να βγει από το σπίτι, για να καταρρεύσει ο ίδιος το επόμενο δευτερόλεπτο, στο κατώφλι. Η εγκυμονούσα έκανε να σκύψει, αλλά, από τη μια η φουσκωμένη της κοιλιά κι από την άλλη η πονεμένη μέση της, δεν την άφησαν. Έκανε πίσω με δάκρυα να κυλάνε από τα μάτια της, ενώ οι φλόγες έτρωγαν το σώμα του λιπόθυμου άντρα της.

Όταν γύρισε και βρέθηκε σε κάτι που μπορούσε να το διανοηθεί μόνο ως κόλαση επί της γης, ίσως η Αποκάλυψη του Ιωάννη, έμεινε απλώς να κοιτάζει και να μην ξέρει τι να κάνει, προς τα πού να πάει, ποιον να αποφύγει και ποιον να συμβουλευτεί. Ο κόσμος γύριζε, τα μάτια της δεν μπορούσαν να εστιάσουν κάπου. Έβλεπε κινούμενες μορφές, εντελώς άγνωστες της. Άκουγε δάκρυα άλλων και ουρλιαχτά και κάτι ήχους που της θύμιζαν τις στιγμές που μαγείρευε και ξεκοκάλιζε κάποιο ζώο, για να φάνε.

Ήταν όλα τόσο περίεργα, τόσο δυσοίωνα.

Κι αυτή ήταν μόνη.

Αλλά όχι για πολύ, καθότι είδε ένα γνωστό της πρόσωπο να την πλησιάζει. Ήταν η Ρίλια Μπρεμπάν, η μητέρα του Μιρόν, η οποία είχε ένα πολύ παράξενο βλέμμα και ήταν κάτωχρη, αλλά οι κινήσεις της είχαν μια χάρη, μια σβελτάδα που δεν ταίριαζε σε μια ηλικιωμένη. Δεν είχε τη μαγκούρα της, ενώ από το στόμα της δεν έβγαιναν λόγια παρηγοριάς ή ενθάρρυνσης -όπως τότε, πριν τρεις μήνες που είχαν συναπαντηθεί και η Ρίλια της είχε πει ότι μια χαρά θα τα πήγαινε, απλά έπρεπε να προσέχει και να μην κάνει απότομες κινήσεις, να μη σηκώνει βάρη και να πίνει πολύ γάλα, για το μωρό. Το μόνο που έβγαινε από το ανοιχτό στόμα της Ρίλια ήταν μουγκρητά ζώου και σάλια.

Κι η εγκυμονούσα συνειδητοποίησε δύο πράγματα: πρώτον, ότι δεν είχε πάρει μαζί της το σταυρό ή έστω τον αγιασμό. Ούτε καν ένα μαχαίρι. Είχε φύγει εσπευσμένα, μετά από αγχωμένα παρακάλια του άντρα της. Δεύτερον, αυτό το ον που την πλησίαζε δεν ήταν ακριβώς αυτό που περιέγραφε ο Ιωάννης στο κείμενό του, αλλά δε διέφερε και πολύ. Μάλλον, δε διέφερε καθόλου.

Δεν είχε σκεφτεί ξανά πόσο θα ήθελε να είναι μετά θάνατον με τον σύζυγό της, αν εκείνος πέθαινε πρώτος. Αλλά τώρα, καθώς προσπαθούσε να μιλήσει λογικά στην Ρίλια και έβλεπε ότι η άλλη δεν καταλάβαινε και δεν έκανε πίσω, το σκέφτηκε. Στα αλήθεια. Θα ήταν μαζί. Ξανά Χάιδεψε την κοιλιά της και ζήτησε συγνώμη από το μωρό -το οποίο η Ρίλια είχε πει τότε ότι πίστευε πως ήταν κορίτσι, γιατί η κοιλιά της εγκυμονούσης έπαιρνε κατηφορική κλίση.

Και σταμάτησε να οπισθοχωρεί και περίμενε το τέλος.

Αλλά το τέλος ήρθε, μόνο και μόνο για να γίνει μια νέα αρχή, αφού η εγκυμονούσα έγινε κατώτερη βρικόλακας. Όσο για το μωρό, αυτό μάλλον ήταν πιο τυχερό, γιατί η Ρίλια άρπαξε και τράβηξε προς το μέρος της την γυναίκα τόσο βίαια, που την πέταξε μπρούμυτα στο έδαφος.

Όταν σηκώθηκαν, και οι δύο ήταν γεμάτες αίματα. Η Ρίλια στο πρόσωπο και η άλλη στο λαιμό και ανάμεσα στα πόδια.

Οι γιοι της κυρίας Κοβάτσι ένιωθαν πως ήθελαν να κάνουν εμετό και ήξεραν ότι δεν θα το απέφευγαν. Είχαν δει τις συζύγους τους να πεθαίνουν με τον πιο αποτρόπαιο τρόπο που θα μπορούσαν να φανταστούν. Καθώς εκείνοι έσβηναν τις φλόγες, ακούστηκε από το απέναντι σπίτι, αυτό των Μπενγκέσκου, μια τρομερή έκρηξη, σαν να πυροβολούσαν χίλιοι στρατιώτες μαζί. Πριν καν οι άντρες μπορέσουν να σηκώσουν το κεφάλι τους, τα παράθυρα του δωματίου της μητέρας τους έγιναν θρύψαλα και πέτρες χτύπησαν στο κεφάλι τις δύο γυναίκες, που στέκονταν δίπλα-δίπλα, κρατώντας η κάθε μία από ένα άδειο τσουκάλι, το οποίο έπεσε, όπως κι εκείνες. Οι άντρες είδαν το αίμα και το κόκαλο του κρανίου να ξεπροβάλλουν και τους γύρισαν τα εντόσθια, ενώ ό,τι είχαν φάει ξανάρθε στο προσκήνιο του μυαλού τους, με μια απαίσια γεύση που ξεκίνησε από το στομάχι και ανέβηκε γοργά στον ουρανίσκο και έπειτα βγήκε από το ανοιχτό τους στόμα, σαν καταρράκτης.

Σκούπισαν το στόμα τους και περπάτησαν ως τις νεκρές συζύγους τους. Έσκυψαν και έκαναν να τις αγγίξουν, αλλά δίστασαν, με τα χέρια τους να τρέμουν, και τα μανίκια των πουκαμίσων τους υγρά από το νερό και τα υπολείμματα που είχαν μαζέψει μετά τον εμετό. Γιατί; Γιατί, Θεέ μου, γιατί; αναρωτιούνταν, ενώ από το κεφάλι των γυναικών το αίμα συνέχιζε να βγαίνει, να μουλιάζει τα μαλλιά και να υγραίνει το καπνισμένο πάτωμα. Πώς θα το πω στα παιδιά; έλεγε μέσα του ο καθένας τους. Πώς θα τους πω ότι δεν θα ξαναδούν ποτέ την μητέρα τους;

Δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα για τις σώσουν. Αλλά ο ένας εξ αυτών είδε ένα χλομό πρόσωπο να είναι πίσω από το κατεστραμμένο παράθυρο. Ήταν ο Μιρόν, που δεν τον ήξεραν τόσο καλά οι γιοι της κυρίας Κοβάτσι, αλλά τον αναγνώριζαν… και ταυτόχρονα δεν τον αναγνώριζαν, γιατί είχε αλλάξει. Τους κοίταζε με τις μαύρες τρύπες που είχαν αναπτυχθεί στα μάτια του. Στεκόταν σαν να ήταν παιδάκι που έχει χαθεί. Αλλά τα δόντια, αφύσικα μακριά, δεν άφηναν περιθώρια για να μπερδευτεί κανείς. Δεν ήταν ο Μιρόν Μπρεμπάν. Ήταν ένα τέρας. Ένα από αυτά που τους είχαν ρίξει τα ξύλα με τη φωτιά. Ήταν ένα από αυτά τα τέρατα που έφταιγαν για την έκρηξη στο απέναντι σπίτι και για τον θάνατο των γυναικών.

Οι γιοι της κυρίας Κοβάτσι φώναξαν απειλές προς το ον και αμέσως γύρεψαν τα μουσκέτα τους. Ο ένας βρήκε κάποιο, το πήρε, το ύψωσε και σημάδεψε. Και πυροβόλησε.

Το κεφάλι του βρικόλακα απέκτησε μια μεγάλη τρύπα στο κούτελο και παρέσυρε και το υπόλοιπο σώμα προς τα κάτω.

Όταν βρήκε και ο δεύτερος γιος το άλλο όπλο, το μάζεψε και μαζί βγήκαν έξω. Ο ένας από τους δύο γύρισε προς το χαμό που συνέβαινε στον κεντρικό δρόμο του Μπραν. Είδε μια γυναίκα να προσπαθεί να απωθήσει ένα τέρας, που ήθελε να τη δαγκώσει.

«Μπάσταρδε» είπε. Σημάδεψε. Είχε το κεφάλι του βρικόλακα ακριβώς στο σκόπευτρο. Έκανε να πατήσει τη σκανδάλη, αλλά τότε κάτι βαρύ προσγειώθηκε πάνω του και έπεσε και του έφυγε το όπλο από τα χέρια. Δεν άκουσε το ουρλιαχτό της γυναίκας, που ανέβασε την ένταση, μόνο και μόνο για την κατεβάσει μετέπειτα σε κάτι σαν μουγκρητό ζώου, γιατί δύο χέρια τον γράπωσαν από τους ώμους και τέσσερα δόντια καρφώθηκαν στο πλάι του κεφαλιού του.

«Βοήθεια» είπε στον αδερφό του, αλλά κι αυτός είχε το ίδιο πρόβλημα.

Δύο επιπλέον βρικόλακες, πρώην κάτοικοι του Μπραν, σηκώθηκαν από το έδαφος έξω από το σπίτι της κυρίας Κοβάτσι, με τους ήδη υπάρχοντες, που τους άλλαξαν, να έχουν φύγει, για να βρουν άλλα θύματα. Δε σκέφτονταν πλέον τα παιδιά ή τη σύζυγό ή την μητέρα τους, αλλά πώς θα κατασιγάσουν τη δίψα τους για αίμα.

Το να βγουν έξω και οι χωρικοί που έμεναν προσωρινά στους Τσομπάνου ήταν θέμα χρόνου. Το Κακό που συνέβαινε στον τόπο τους, οι συγχωριανοί τους που υπέφεραν, οι εκρήξεις, τα γαβγίσματα των σκυλιών… Τους τρέλαιναν. Τους προκαλούσαν ανατριχίλα και τους έκαναν να σκέφτονται για τον κόσμο που θα έπρεπε να ζήσουν τα παιδιά τους. Ήθελαν αυτός ο κόσμος να είναι έτσι; Να μην υπάρχει το Μπραν, αλλά ένα απέραντο χωράφι σπαρμένο με αίμα και νεκροζώντανα φρικιά; Δεν θα έπρεπε να παλέψουν; Δεν θα έπρεπε να φανούν αντάξιοι του σκοπού που είχε θέσει ο πατήρ Στεφάν. Κανένας δαίμονας στο Μπραν. Κανένας δαίμονας στο Μπραν.

Ακόμα, ήταν και αυτό το παιχνίδι που υπήρχε στο παιδικό δωμάτιο της Λία και της Αντελίνα. Εκείνη η κούκλα που είχε βρει ο Βέλκαν και την είχε αφήσει εκεί που ανήκε. Παραλίγο να καεί, όταν έπεσε και ο δεύτερος δαυλός, όμως οι κάτοικοι που φύλαγαν το συγκεκριμένο χώρο, μεταξύ των οποίων και ο επιστάτης των Τσομπάνου, ο Σεραφείμ Καρατζιάλε με την γυναίκα του, περιέσωσαν το παιχνίδι, μετά από την επιμονή μιας εκ των γυναικών που βοηθούσαν. Είπε ότι είναι σημαντική αυτή η κούκλα. Είπε ότι δεν θα το άντεχε αν καταστρεφόταν. Είπε ότι σημαίνει κάτι, κάτι που δεν θέλει να χαθεί, που δεν πρέπει να χαθεί. Είπε, τέλος, ότι αυτό το παιχνίδι θα έπρεπε να είναι εδώ, ακέραιο, όταν θα επέστρεφαν οι μικρές Τσομπάνου.

Κι έτσι την πήραν μακριά από τις φλόγες, μέχρι να τις σβήσουν και να την αφήσουν ξανά στο κρεβάτι της Αντελίνα, το οποίο, μιας που ήταν πιο μακριά από το μπαλκόνι και το παράθυρο, δεν είχε καεί. Την άφησαν εκεί. Γιατί ήταν σημαντική.

Κατέβηκαν κάτω, μόνο και μόνο για να βρουν τους χώρους άδειους, με εξαίρεση την κουζίνα, όπου οι εναπομείναντες Τσομπάνου είχαν σηκωθεί και ετοιμάζονταν να βγουν.

«Ελάτε, φεύγουμε» είπε ο Βέλκαν. «Θα χρειαστούμε βοήθεια, για τον πατέρα μου. Θα τον έχουμε στο κέντρο κι εμείς θα είμαστε γύρω του. Εσείς» έδειξε δύο άντρες «θα κοιτάτε πίσω, μη μας έρθουν από εκεί. Εντάξει; Είστε σύμφωνοι;»

Ναι, ήταν.

«Δεν θέλω να φύγω από το σπίτι μου» είπε ο Ντράχοσλαβ με παράπονο, μα και πείσμα. «Εγώ εδώ γεννήθηκα και εδώ θα πεθάνω».

«Πατέρα, δεν έχουμε χρόνο γι’ αυτά. Θα γυρίσουμε στο Μπραν, όταν θα ηρεμήσουν τα πράγματα».

«Ποτέ δεν θα ηρεμήσουν, γιε μου. Μόνο όταν θα πεθάνουν αυτά τα φρικιά θα ηρεμήσει τούτος ο τόπος. Αλλά εγώ δεν θα είμαι εκεί. Εύχομαι να είσαι εσύ, όμως».

«Πατέρα, σας παρακαλώ» είπε η Εμιλιάνα με δάκρυα στα μάτια και τον έπιασε από τον ώμο. «Σας παρακαλώ, ελάτε».

«Όχι. Φύγετε. Σωθείτε εσείς, που είστε νέοι».

«Πατέρα!» φώναξε ο Βέλκαν. «Μην μου το κάνεις αυτό».

Ο Ντράχοσλαβ σήκωσε το τρεμάμενο χέρι του και έπιασε το μανίκι του γιου του και τον έφερε κοντά του. Τον αγκάλιασε και ο Βέλκαν, κλαίγοντας ξανά μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, ανταπέδωσε.

Και άκουσε τους ψιθύρους.

Και έδωσε στον πατέρα του ό,τι του ζήτησε.

Και είπε «Εντάξει, πατέρα. Εντάξει. Καταλαβαίνω».

Όταν άφησαν ο ένας τον άλλο, ο Βέλκαν έπεισε την Εμιλιάνα και τους άλλους και έφυγαν. Βγήκαν από το σπίτι και δεν ξαναείδαν ποτέ τον Ντράχοσλαβ Τσομπάνου.

«Μην απομακρύνεστε» διέταξε ο Βέλκαν και όπλισε το Μάνλιντσερ. «Σεραφείμ, πρόσεχε τα μετόπισθεν».

«Ναι, κύριε Τσομπάνου».

Έξω έβλεπαν ανθρώπους να πυροβολούν εδώ κι εκεί, κινούμενους στόχους, κάποιοι εκ των οποίων ήταν ντυμένοι στα μαύρα, ενώ άλλοι είχαν παραδοσιακές φορεσιές, που όμως είχαν σκιστεί σε διάφορα σημεία και είχαν λερωθεί από κόκκινους λεκέδες. Άκουσαν σφαίρες να βγαίνουν και άλλες να μπαίνουν στη θαλάμη και μετά τα όπλα εκπυρσοκροτούσαν με θόρυβο, έβγαζαν στάλες φωτιάς, σπίθες που εξαφανίζονταν το επόμενο δευτερόλεπτο, ενώ αόρατες στο ανθρώπινο μάτι σφαίρες ή βόλια γύρευαν σαν μικροσκοπικοί σάτυροι ένα σώμα για να το προσβάλλουν. Πολλοί από τους σκόρπιους ανθρώπους ήταν οι ίδιοι που είχαν κλειστεί στο σπίτι των Τσομπάνου.

«Βέλκαν» είπε η Εμιλιάνα και του έδειξε τον κήπο, που ήταν γεμάτος με νεκρά σκυλιά. «Κοίτα τι έπαθαν, τα καημένα».

Ο Βέλκαν θυμήθηκε τον Σάντα και τον Φέρκα, που τους είχαν βρει σε τέτοια κατάσταση και που αναγκάστηκαν να τους θάψουν -ενώ αυτά τα ζώα θα έμεναν εδώ, να γίνονται έρμαια των εντόμων και ποιος ξέρει ποιων αγριμιών-, και η καρδιά του σφίχτηκε. Αλλά μπόρεσε να ελέγξει τον εαυτό μου. «Πάμε» είπε.

Προχώρησαν προς τα βόρεια, προς τα χωράφια.

Αλλά μπροστά τους είδαν τη Ρεβέκκα και τον Νικολάι.

«Πάτε κάπου;» ρώτησε η αρχηγός των βρικολάκων. Πρόσεξε τις γυναίκες που ήταν ανάμεσα στους άντρες. «Αγαπητά μου πλάσματα» τους απευθύνθηκε «αφήστε τους άντρες. Δεν σας αξίζουν. Ελάτε να σας δώσω την αιώνια ζωή και την αδιανόητη δύναμη που κατέχω. Ελάτε να γίνετε ανώτερα όντα. Το αξίζετε».

«Άσε ήσυχες τις γυναίκες, παλιο-μπάσταρδη» είπε ο Βέλκαν και σήκωσε το Μάνλιντσερ. «Άσε μας όλους ήσυχους».

«Το ξέρεις ότι δεν θα μου κάνει τίποτα αυτό, έτσι δεν είναι;»

Ο Βέλκαν την πυροβόλησε και η Ρεβέκκα απέκτησε μια αιμορροούσα πληγή στην κοιλιά.

«Θα έλεγα πως σου πάει» της είπε. «Τι θα έλεγες να σε γεμίσουμε με τρύπες;»

Όπλισε.

Η Ρεβέκκα πήρε λίγο από το αίμα της και το έγλειψε. Και χαμογέλασε. «Θα έλεγα ότι λες πολλά, αλλά πως θα πάθεις ό,τι σου αξίζει. Θα ψοφήσεις. Όλοι σας θα ψοφήσετε». Έγειρε το κεφάλι της προς τα δεξιά. «Όπως ψόφησαν και τα σκυλιά σας».

Ο Βέλκαν και άλλοι δύο άντρες σημάδεψαν τη Ρεβέκκα και τον Νικολάι, τη στιγμή που από πίσω τους ακούστηκαν δύο ριπές.

Ο Σεραφείμ και άλλος ένας είχαν ρίξει σε αυτούς που κάποτε ήξεραν ως οικογένεια Μπρεμπάν. Ήταν και οι τρεις, ο Ράζβαν, η Ρίλια και ο Μιρόν, και την ίδια στιγμή δεν ήταν αυτοί, αλλά τέρατα που ήθελαν να τους σκοτώσουν και να τους κάνουν κι αυτούς τέρατα.

Οι γυναίκες ούρλιαξαν, αλλά η Κωνστάνσα, η σύζυγος του Σεραφείμ, φώναξε «Τους σταυρούς και τον αγιασμό! Γρήγορα». Οι άλλες την άκουσαν και μπήκαν μπροστά από τους συζύγους τους και κράτησαν το σύμβολο της πίστεώς τους, ενώ ο Μιρόν και ο Ράζβαν ξανάβρισκαν το βηματισμό τους, μετά τον πυροβολισμό που υπέστησαν, και ακολούθησαν την Ρίλια.

Όμως, σταμάτησαν γύρω στα έξι μέτρα από την ομάδα και γρύλισαν.

«Φοβούνται τον σταυρό» είπε η Κωνστάνσα. Κοίταξε τον άντρα της. «Σεραφείμ, τι κάθεσαι; Ρίξε στα τέρατα!»

Ο Καρατζιάλε και ο άλλος τύπος σημάδεψαν.

Αλλά τότε τρεις βρικόλακες έπεσαν από ψηλά στο κέντρο της ομάδας. Πρώην συγχωριανοί τους. Τα τέρατα χτύπησαν τις γυναίκες αρκετά δυνατά, για να τους ρίξουν τα ιερά αντικείμενα που κρατούσαν, ενώ παράλληλα το καθένα δάγκωνε από έναν ένοπλο άντρα.

Η Ρεβέκκα και ο Νικολάι επιτέθηκαν κι αυτοί, παρά τους πυροβολισμούς του Βέλκαν και των άλλων, που τους πετύχαιναν, αλλά που δεν τους κρατούσαν πίσω.

Τώρα δοκιμάζουμε πραγματικά τις δυνάμεις μας, είχε πει η Ρεβέκκα την πρώτη νύχτα που επιτέθηκαν στο Μπραν. Πλέον, καθώς έπεφτε πάνω στα θηράματα, σκεφτόταν πόσο μεγάλη αλήθεια είχε ξεστομίσει εκείνο το βράδυ.

Οι γιοι των Ιλιέσκου και Στεφόνιου βρίσκονταν προς την πλευρά των χωραφιών, στα δυτικά του χωριού, με τα όπλα προτεταμένα και οπισθοχωρούσαν, ρίχνοντας πότε-πότε ματιές προς τα πίσω. Οι γυναίκες τους τους ακολουθούσαν, αλλά με πιο αργό βήμα, αφού οι δύο άντρες τις είχαν πυροβολήσει στα γόνατα, μόνο και μόνο για να διαπιστώσουν πως εκείνες μπορούσαν ακόμα να περπατήσουν.

Μετά την αδυναμία τους να προστατέψουν επαρκώς το σπίτι του Ιλιέσκου, αναγκάστηκαν να βγουν και να έρθουν κι αυτοί αντιμέτωποι με τη φρίκη στην οποία βυθιζόταν ώρα με την ώρα ο Μπραν. Κάπου ανάμεσα στην απεγνωσμένη τους προσπάθεια να φύγουν εσπευσμένα και στην (υποχρέωση) θέλησή τους να βοηθήσουν όποιον συγχωριανό ή όποια συγχωριανή έβλεπαν ότι είχε πρόβλημα, δεν πρόσεξαν τους πάλαι ποτέ φίλους τους Ιονάταν Φερέσκου και Βαντίμ Πιτσούρκα, που από την 27η Φεβρουαρίου ήταν κατώτεροι βρικόλακες, οι οποίοι έπιασαν τις γυναίκες και τις δάγκωσαν στο λαιμό, μεταφέροντάς τους το δηλητήριο της φύσης τους.

Αποτέλεσμα αυτού ήταν τώρα να προσπαθούν να φύγουν μακριά από τις συζύγους τους, των οποίων το βλέμμα θύμιζε αυτό ενός πεινασμένου λύκου.

«Σε παρακαλώ» είπε ο ένας στην γυναίκα. «Σε παρακαλώ, μη με αναγκάσεις να σε πυροβολήσω ξανά».

Το ίδιο είπε και ο άλλος στη δική του.

Εκείνες δεν έδωσαν σημασία.

Οι άντρες τις παρακάλεσαν άλλη μια φορά και, αφού δεν κατάφεραν κάτι με τα λόγια, έσφιξαν ο καθένας το όπλο του και σημάδεψαν.

Αλλά δεν πρόλαβαν να πυροβολήσουν, αφού από πίσω τους ήρθε -χωρίς να κάνει αρκετό θόρυβο για να τον ακούσουν- ο ένας εκ των γιων της κυρίας Κοβάτσι και τους έριξε στο έδαφος.

Την επόμενη στιγμή, έπεσαν πάνω τους και οι γυναίκες.

«Λούκα» είπε ο πατήρ Στεφάν «συγχώρεσε με, αλλά πρέπει να βγεις. Πρέπει να βοηθήσεις τους δικούς μας, τους συγχωριανούς μας. Δεν είναι δίκαιο εμείς να καθόμαστε εδώ και εκείνοι να παλεύουν με τους δαίμονες».

Ο Λούκα κοίταξε την Κορνέλια, η οποία δεν ήξερε τι να πει. Της φαίνονταν όλα μάταια. Ακόμα και η αμυδρή πιθανότητα να έρχονταν οι Ούγγροι της φαινόταν γελοία. Τι θα έκαναν; Ποιος μπορούσε να κάνει το οτιδήποτε απέναντι σ’ αυτά τα τέρατα; Φυσικά, θα προτιμούσε αν είχαν έρθει ακόμα και για να τους συλλάβουν, χωρίς ανακρίσεις και άλλα τέτοια, έχοντας αποφασίσει ότι όλοι οι κάτοικοι του Μπραν ήταν ένοχοι. Χίλιες φορές αυτή η καταδίκη, παρά το Κακό που λάμβανε χώρα αυτό το εφιαλτικό βράδυ.

Ο Στεφάν δεν ένιωθε ούτε στο ελάχιστο ότι είχε το δικαίωμα να πει στον Λούκα τι να κάνει. Δεν είχε ιδέα για το τι έπρεπε να κάνουν. Αλλά όσα ψέλλισε τα πίστευε. Όντως, έπρεπε να συνδράμουν όσοι μπορούσαν. Και τι δεν θα έδινε να μπορούσε και ο ίδιος να συμβάλλει στην αντιμετώπιση των τεράτων. Κανένας δαίμονας στο Μπραν. Αυτό έλεγε. Με οποιοδήποτε κόστος.

Αλλά πώς να άλλαζε τα πράγματα, ούτως ώστε να μην ήταν στην άνετη θέση του, σχετικά μακριά από τον άμεσο κίνδυνο της μάχης; Δεν μπορούσε να το πράξει. Δεν ήταν ικανός να κάνει το οτιδήποτε. Μόνο να προσευχηθεί μπορούσε, αν και… πλέον… φοβόταν ότι οι αμφιβολίες για την πίστη του είχαν αποδειχτεί βάσιμες.

Πού ήταν ο Θεός;

Τώρα Τον χρειάζονταν!

Πού ήταν;

Ο Στεφάν δεν ξαναμίλησε.

Για τον Λούκα, όμως, τα λόγια του παπά ήταν καθοριστικά, αν και πολύ πιο καθοριστική ήταν η θέα των νεκρών σκυλιών του. Τα είχε δει να πεθαίνουν με βασανιστικό τρόπο, ενώ προσπαθούσαν να υπερασπίσουν το σπίτι και τους ενοίκους του. Η Λένουσα και η Σαλμπάτικα ήταν νεκρές, γιατί είχαν επιτεθεί στα τέρατα, τη στιγμή που αυτός στεκόταν πίσω από τοίχους που οι βρικόλακες δεν μπορούσαν να διαβούν, τουλάχιστον όχι από μόνοι τους. Τις είχε βοηθήσει λίγο, αλλά όχι αρκετά, για να συνεχίσουν να είναι ζωντανές. Εκείνη η καταραμένη τις σκότωσε και το ευχαριστήθηκε, κι αυτό είναι μια ακόμα σταγόνα στο σχεδόν γεμάτο ποτήρι που ήταν η υπομονή του Λούκα.

Ένα δευτερόλεπτο αργότερα, έπεσε και η τελευταία σταγόνα. Η πιθανότητα εκείνο το τέρας και οι όμοιοι του να συναπαντηθούν κάποτε με τον Σάντου και τη Στεφανία, ίσως και με τη Σορίνα και την οικογένειά της. Δεν έπρεπε να συμβεί αυτό, για κανένα λόγο. Ο Λούκα ένιωσε βαθιά στην ψυχή του την αγωνία που θα βίωναν οι δικοί του, αν τους έβρισκαν τα τέρατα. Τα παιδιά του… να ξεκοιλιάζονται από εκείνη… ενώ τους χαμογελούσε και λουζόταν στο αίμα τους…

ΟΧΙ! ούρλιαξε μέσα του και έπιασε το κεφάλι του.

«Όχι, όχι, όχι. Δεν πρέπει να συμβεί» είπε. «Δεν πρέπει να συμβεί. Δεν πρέπει. Όχι, δεν πρέπει».

«Λούκα;» Η Κορνέλια τον άγγιξε στο μπράτσο. «Λούκα, σε παρακαλώ, μην κάνεις έτσι. Δεν θα το αντέξω».

«Δεν πρέπει να συμβεί. Δεν πρέπει. Εγώ… είμαι ο πατέρας τους. Τα παιδιά δεν πρέπει να κινδυνεύσουν από τους δαίμονες. Όχι, δεν πρέπει». Κοίταξε το μουσκέτο στο χέρι του. «Αυτό δεν κάνει. Δεν κάνει γι’ αυτή τη δουλειά».

Η Κορνέλια κατάλαβε και του έφερε το Μάνλιντσερ των Τσομπάνου. «Ίσως αυτό να κάνει» του είπε.

Ο Λούκα το πήρε, αλλά η γυναίκα του δεν το άφησε αμέσως. Κοιτάχτηκαν κατάματα. Έκλαψαν, ξέροντας ποια θα ήταν η κατάληξη.

«Όσο περισσότερους μπορείς, Λούκα. Σκότωσε όσο περισσότερους μπορείς». Έβγαλε από την τσέπη της τον αγιασμό. «Πάρε».

Εκείνος το έκανε. Έβαλε το μπουκαλάκι στην τσέπη του. Άπλωσε τα χέρια και η Κορνέλια έκανε το ίδιο. Αγκαλιάστηκαν. Φιλήθηκαν, όχι όπως παλιά, όχι όπως όταν νέοι, αλλά με πολύ περισσότερο πάθος. Γιατί ήξεραν. Ήξεραν.

Όταν άφησε την Κορνέλια, ο Λούκα χαιρέτισε τους Οσμοκέσκου.

«Πάτερ, ελπίζω ο Θεός να με συγχωρέσει. Γιατί απόψε θέλω να σκοτώσω. Το θέλω όσο δεν το πόθησα ποτέ».

Ο Στεφάν δεν του απάντησε με λόγια. Απλά ένευσε.

Η Ντανιέλα, όμως, είπε «Ο Θεός θα είναι μαζί σου, Λούκα. Και, πίστεψέ με, ξέρει. Και καταλαβαίνει».

Ο Λούκα ευχαρίστησε την παπαδιά και γύρισε προς την πόρτα. Προτού βγει, σταμάτησε και κοίταξε την Κορνέλια. Τη χάιδεψε στο μάγουλο. Ένιωσε την υγρασία των δακρύων της. «Είσαι όμορφη, Κορνέλια μου. Πάντα ήσουν».

Εκείνη έκλαψε γοερά όταν τον είδε να βγαίνει από την πόρτα.

Ο πρώην επίτροπος της εκκλησίας, που κάποτε λεγόταν Ντομίνικ Παβλένκο, αλλά που πια ήταν βρικόλακας, στεκόταν μαζί με την γυναίκα του Έμα γύρω στα τρία μέτρα μακριά από τους Μαρτινέσκου και τους Νικολέσκου. Στην άλλη πλευρά, έστεκαν οι κόρες των Κοσοβέι, Στόιτσα και Ντάλτσα, μετά των συζύγων τους, που κι αυτοί πλέον ανήκαν στην Κόμισσα. Τα τέρατα εμπόδιζαν τους ανθρώπους από το να φτάσουν στις άμαξες και στα κάρα. Τους είχαν περικυκλώσει και η συνολική εικόνα, τέσσερις ενήλικοι στο κέντρο ενός κύκλου από άλλους, έδινε την αίσθηση ότι ετοιμάζονταν να χορέψουν και όχι να αλληλοσκοτωθούν.

Οι βρικόλακες δεν τους ρίχνονταν, γιατί ο Λουσιάν και ο Χοράσιου είχαν υψωμένα τα όπλα, αλλά κυρίως γιατί οι γυναίκες είχαν εμφανίσει τους σταυρούς και τους κινούσαν προς όλες τις κατευθύνσεις.

Αυτό άλλαξε όταν ήρθαν ο Βασίλι και η Ροζάλια. Πέταξαν σαν νυχτερίδες πρώτα και έπειτα έπεσαν με δύναμη πάνω στους ανθρώπους, σβήνοντας την όποια ελπίδα τους για φυγή ή έστω ένα φυσιολογικό θάνατο.

Η Ρεβέκκα είχε καθηλώσει τον Βέλκαν στο έδαφος. Τον είχε καβαλήσει, όπως θα έκανε αν ήταν εραστές. Το κάτω μέρος του φορέματος της είχε σηκωθεί ως τα γόνατα, αποκαλύπτοντας τα κάτασπρα, αλλά δυνατά πόδια της. Κρατούσε τα χέρια του μακριά από το σώμα του, σε μια λαβή που ο Βέλκαν δεν μπορούσε να σπάσει. Πέραν της φυσικής αδυναμίας του, ήταν και πληγωμένος. Έχανε αίμα από την κοιλιά, όπου τον είχε γδάρει η Ρεβέκκα, όταν τον αφόπλισε.

Ήταν μόνοι τους εκεί. Τους είχε διατάξει όλους -και την Εμιλιάνα, την οποία ο Βέλκαν είχε την ατυχία να τη δει να μετατρέπεται σε κατώτερο βρικόλακα- να φύγουν, να βρουν άλλα θηράματα.

«Τι έχεις να πεις τώρα, άνδρα; Ε; Πώς νιώθεις που είσαι τόσο άχρηστος απέναντι σε μια γυναίκα;» Κοίταξε προς τα κάτω, ανάμεσα στα δικά της και στα δικά του πόδια. Μετά τον ξανακοίταξε στα μάτια. «Δεν θα έλεγα ότι είσαι και πολύ… μεγάλος. Τίποτα δεν είσαι». Γέλασε. «Δεν μπορείς να αντέξεις τη μεγαλοπρέπεια ενός ανώτερου πλάσματος. Δεν…»

Ένας πυροβολισμός διέκοψε το λογύδριό της, ανατινάζοντας το στόμα της. Και μετά άλλος ένας. Και ένας τρίτος.

Η Ρεβέκκα άφησε τον Βέλκαν και κοίταξε τον Λούκα, που πλησίαζε, οπλίζοντας και πυροβολώντας τη με το Μάνλιντσερ. Οι σφαίρες διέλυσαν τον ένα ώμο της και το δεξί της στήθος.

«Εσύ!» έκανε. «Εσύ με τα σκυλιά. Τα ξαπόστειλα για τα καλά, ε;» Του χαμογέλασε.

«ΘΑ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΩ, ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΕΝΗ ΠΟΡΝΗ!» φώναξε ο Λούκα.

Η Ρεβέκκα έκανε να κινηθεί, αλλά τότε ο Βέλκαν την έπιασε από τα πόδια και την έριξε χάμω. Αμέσως, έβγαλε το μαχαίρι του, σύρθηκε πάνω στο σώμα της και το έμπηξε στον αριστερό της ώμο.

Εκείνη ούρλιαξε.

«ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΑΥΤΟ, ΜΠΑΣΤΑΡΔΗ; Ε;» της είπε. «ΤΩΡΑ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΩΤΕΡΟΣ;»

Γύρισε το μαχαίρι και η Ρεβέκκα το ένιωσε να πλησιάζει την καρδιά.

«Κράτα την» είπε ο Λούκα και έπιασε το μπουκάλι με τον αγιασμό. «Κράτα την».

Αλλά ο Βέλκαν δεν τα κατάφερε. Η Ρεβέκκα έφερε πίσω το χέρι της και έπιασε το δικό του και το έσφιξε, σπάζοντας τον καρπό. Ο Βέλκαν φώναξε και χαλάρωσε τη λαβή του και τότε εκείνη μπόρεσε να στριφογυρίσει και να βρεθεί ανάσκελα από πάνω του. Είδε τον Λούκα που έτρεχε, και έκανε στο πλάι, αποφεύγοντας τον αγιασμό που ξεχύθηκε από το μπουκαλάκι. Η Ρεβέκκα έβγαλε το μαχαίρι από το σώμα της και κινήθηκε με απίστευτη χάρη, πετώντας, προς τον Λούκα. Εκείνος έκανε να την χτυπήσει, αλλά αυτή τον χάραξε στο λαιμό με μια κίνηση που ο Λούκα δεν είδε ποτέ.

Το Μάνλιντσερ έπεσε από τα χέρια του. Όπως και ο αγιασμός, με το περιεχόμενο να χύνεται στο χιόνι.

Ο Λούκα γονάτισε, μη μπορώντας να αναπνεύσει, αλλά νιώθοντας την αδυναμία να τον καταβάλει. Τα χέρια του προσπαθούσαν να σταματήσουν την ακατάπαυστη ροή ζεστού αίματος που έχανε το κορμί του, αλλά η τομή ήταν υπερβολικά μεγάλη και βαθειά.

«Δεν θα σε κάνω βρικόλακα εσένα» του είπε η Ρεβέκκα και έγλειψε το αίμα από την λεπίδα, με μερικές από τις πληγές της να γιατρεύονται αμέσως μετά. «Θα σε αφήσω να ψοφήσεις. Σαν τις σκύλες σου». Στράφηκε προς τον Βέλκαν. Ήταν ακόμα πεσμένος στο έδαφος. Τον πλησίασε. Γονάτισε και έπιασε το κεφάλι του. Και μετά το έκοψε με το μαχαίρι και το αφαίρεσε από το υπόλοιπο σώμα. Κατέβασε το πρόσωπό της και ήπιε από την μεγάλη πληγή.

Ο Λούκα πέθανε δευτερόλεπτα αργότερα, έχοντας τον αποτρόπαιο θάνατο του Τσομπάνου σαν τελευταία ανάμνηση.

Ο Ντράχοσλαβ ήταν μόνος, καθισμένος στην καρέκλα που είχε βρει νωρίτερα. Είχε γείρει πάνω της και δεν σκεφτόταν τίποτα άλλο, από τα απανωτά λάθη που είχε κάνει. Που είχαν κάνει όλοι τους. Με πρώτο και βασικότερο, το ότι δεν είχαν φύγει. Ναι, οι βρικόλακες θα τους είχαν κυνηγήσει και πιθανώς θα τους έβρισκαν, αλλά αυτό μπορεί να έπαιρνε πολύ χρόνο και ίσως μέχρι τότε να είχαν καταφέρει να οχυρωθούν καλύτερα.

Είχαν φερθεί με απερισκεψία, αλλά όχι με αυτή που ανέφεραν τα τέρατα τη νύχτα που είχαν πάρει τον Ιονάταν και τον Βαντίμ. Εκείνα είχαν εννοήσει ότι δεν θα είχε νόημα να τους αντισταθούν γενικά και ότι θα έπρεπε να τους παραδοθούν οικειοθελώς, αν δεν ήθελαν να πεθάνουν με το χειρότερο τρόπο. Πράγμα που δεν ίσχυε, ο Ντράχοσλαβ το πίστευε πλέον. Η ανοησία τους ήταν που δεν έφυγαν. Τελικά, σε ό,τι έχει σχέση με την τωρινή κατάσταση, μόνο αυτή ήταν η ανοησία τους.

«Γέρο;»

Σήκωσε το κεφάλι του. Είδε μια όμορφη γυναίκα με πολύ άσπρο δέρμα και μαύρη αμφίεση να στέκεται στο κατώφλι. Σε διάφορα σημεία του ρούχου της, είχε άλλους σκουρόχρωμους λεκέδες. Χαμογελούσε στον Ντράχοσλαβ από το κατώφλι του σπιτιού του. Αλλά δεν έμπαινε.

«Είσαι ο Ντράχοσλαβ Τσομπάνου, σωστά; Γιατί δεν έρχεσαι έξω, να τα πούμε;» του είπε.

Ο Ντράχοσλαβ έσφιξε τη μαγκούρα του. Αναρωτήθηκε τι να είχε απογίνει ο γιος του και η νύφη του και όλοι οι άλλοι. Μάλλον δεν θα ήθελε να ξέρει. Αλλά δεν είχε σημασία έτσι κι αλλιώς. Δεν θα μάθαινε ποτέ για κανέναν τι είχε απογίνει.

«Έλα, παππού, με ξέρεις. Μπορούμε να περάσουμε καλά οι δυο μας» είπε η γυναίκα και έφερε τα χέρια της με τα αφύσικα μεγάλα νύχια στα στήθη της.

Ο Ντράχοσλαβ ανασήκωσε τους ώμους του. «Γιατί δεν έρχεσαι εσύ μέσα;»

Η γυναίκα σάστισε. «Θες να μπω στο σπίτι σου;»

«Ναι. Είμαι γέρος, δεν μπορώ να περπατήσω τόσο εύκολα όσο εσύ. Έλα μέσα, Μαγκνταλένα».

Κι έτσι η Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου μπήκε στο σπίτι του Ντράχοσλαβ Τσομπάνου. Τον προσέγγισε με αργά βήματα. Δεν χρειαζόντουσαν βιασύνες. Γύρω της υπήρχαν μαυρισμένα έπιπλα και μύριζαν απομεινάρια φωτιάς. Αλλά η καταστροφή δεν ήταν εκτεταμένη.

«Εσύ ήσουν εκείνο το βράδυ, έτσι;» ρώτησε ο Τσομπάνου. «Εσύ σκότωσες τα σκυλιά μου. Τον αγαπημένο μου Φέρκα και τον αγαπημένο μου Σάντα. Εσύ παραλίγο να μπεις στο δωμάτιο που κοιμόντουσαν οι εγγονές μου. Σωστά;»

«Ναι. Και πρέπει να παραδεχτώ ότι η μικρή με την οποία μίλησα φέρθηκε πολύ έξυπνα». Έβγαλε κάτι σαν κρώξιμο, που μάλλον ήταν γέλιο. «Σε αντίθεση με εσένα, φυσικά, που δεν θα έχεις καλή κατάληξη. Γιατί μόνο εγώ θα περάσω καλά».

«Την περίμενα όσο τίποτα άλλο αυτή τη στιγμή, Μπενγκέσκου» είπε ο Ντράχοσλαβ, ο οποίος δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί πόσο θα λυπόταν ο γιος του που δεν την είχε αντιμετωπίσει ο ίδιος, που μάλιστα είχε βγει έξω. Δηλαδή, αυτό νόμιζε, ότι ο Βέλκαν δεν συναπαντήθηκε με την Μπενγκέσκου. Το οποίο μπορεί να σήμαινε πολλά πράγματα, που όμως δεν ήταν της παρούσης. Κοίταξε την Μαγκνταλένα στα μάτια. Τα δικά του ήταν κοκκινισμένα και από τα δάκρυα και από την κούραση, ενώ εκείνης απέπνεαν την απειλή του θανάτου. Ο οποίος θάνατος πλέον δεν τρόμαζε τον Ντράχοσλαβ Τσομπάνου.

«Χαίρομαι που δεν σου χάλασα το χατίρι, γέρο».

Όταν έφτασε στα δύο μέτρα, είδε τον Ντράχοσλαβ να βγάζει ένα πιστόλι και να την πυροβολεί. Μία, δύο, τρεις φορές. Τέσσερις. Πέντε. Όλες στην κοιλιά και στο κεφάλι. Η Μαγκνταλένα έκανε μονάχα δύο βήματα πίσω. Οι σφαίρες την πόνεσαν, αλλά είχε αρχίσει να τις συνηθίζει. Επιπλέον, το πιστόλι δεν έκανε σοβαρή ζημιά, ούτως ή άλλως.

Ο Ντράχοσλαβ κατέβασε το χέρι του.

«Γέρο» του είπε η άλλη. «Τα θνητά σου όπλα δεν με βλάπτουν. Είμαι ένα ανώτερο ον. Θα ζήσω αιωνίως». Τον πλησίασε. «Και τώρα έχει έρθει η σειρά σου να πάρεις λίγη από τη δόξα που προσφέρει η Ρεβ… η Κόμισσα».

«Ξέρεις, οι παλιοί πάντα έλεγαν ότι τους βρικόλακες δεν μπορείς να τους νικήσεις με κανένα άλλο όπλο, πέραν από το σταυρό, τον αγιασμό και ένα παλούκι στην καρδιά. Ίσως και αποκεφαλισμό». Χαμογέλασε στην Μαγκνταλένα, που τώρα στεκόταν ακριβώς από πάνω του. «Αλλά οι παλιοί δεν είχαν την ευκαιρία να δοκιμάσουν πιο δυνατά όπλα».

«Τα δοκίμασαν οι άλλοι τα πιο δυνατά όπλα, γέρο. Μουσκέτα και άλλα παρόμοια. Δεν τους βοήθησαν».

«Δεν αναφερόμουν σε τέτοια όπλα, μπάσταρδη μάγισσα».

Η Μαγκνταλένα παραξενεύτηκε, αλλά δεν αντέδρασε.

Κάτι που πρόσφερε στον Ντράχοσλαβ το χρόνο που χρειαζόταν.

Έβγαλε το δυναμίτη που του είχε δώσει ο Βέλκαν, τον έφερε ανάμεσα σε αυτόν και την Μπενγκέσκου και τον πυροβόλησε με την τελευταία σφαίρα του όπλου.

Η Ρεβέκκα είχε δει την καλή της να μπαίνει στο μεγαλύτερο σπίτι του Μπραν και είχε χαμογελάσει, ξέροντας πως κάποιος ή κάποια μόλις παραδόθηκε. Έτσι είχε γυρίσει και στραφεί προς τους άλλους ανώτερους, το Βασίλι, την Ροζάλια και τον Νικολάι και πήγαινε προς αυτούς, όταν άκουσε τον εκκωφαντικό θόρυβο από το σπίτι. Είδε καπνούς να βγαίνουν. Έτρεξε. Κοίταξε στο εσωτερικό. Είδε ρωγμές και χαλάσματα και έπιπλα που είχαν γίνει κομμάτια. Στη μύτη της ήρθε η μυρωδιά του αίματος, πολύ αίματος, και καθώς ο αέρας καθάριζε μπόρεσε να διακρίνει ό,τι απέμεινε από δύο ανθρώπινα σώματα. Μάζες από κόκαλα και εντόσθια και ρούχα, όλα ανακατεμένα μεταξύ τους, πολλά από τα οποία πεταγμένα σε όλους τους τοίχους σαν να τα είχαν χτίσει εκεί, ως επιπλέον διακόσμηση.

Είδε με τρόμο τα ρούχα της αγαπημένης της Μαγκνταλένα να είναι κι αυτά εκεί. Αλλά όχι το σώμα της. Όχι, το μόνο που υπήρχε από αυτό ήταν η σκόνη του που αναμειγνυόταν με τον αέρα του σπιτιού. Η Ρεβέκκα ούρλιαξε και έκανε να μπει, αλλά δεν μπορούσε. Αυτή η κατάρα που βάραινε τους ομοίους της δεν της επέτρεπε να σπεύσει να βοηθήσει τη Μαγκνταλένα.

«Μαγκνταλένα!» φώναξε. «Μαγκνταλένα! Δεν γίνεται να πεθάνεις. Είσαι ένα ανώτερο ον. Δεν σου αρμόζει τέτοια μοίρα, να πεθάνεις δίπλα από έναν θνητό».

Ο Νικολάι ήρθε δίπλα της, όπως και η Ροζάλια. Η τελευταία άγγιξε την Ρεβέκκα στον ώμο και της είπε να φύγουν από εκεί. «Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουμε αναλάβει ακόμα» σχολίασε. «Ο παπάς, η γυναίκα του και η γυναίκα του Βλαντιμιρέσκου».

Η Ρεβέκκα δεν κουνήθηκε. Σύριξε και χτύπησε τον τοίχο, κάνοντάς του μια μικρή ρωγμή.

«Έλα» την παρότρυναν οι άλλοι δύο. «Πέθανε. Δεν μπορείς να κάνεις κάτι…»

Η Ρεβέκκα γύρισε και έπιασε τον Νικολάι από τον λαιμό. «Πρόσεχε τα λόγια σου, καταραμένε. Εγώ είμαι πολύ καλύτερή σου. Πολύ πιο ανώτερη από σένα και από κάθε άντρα που γεννήθηκε από μια άτυχη γυναίκα. Θες να σε εξαφανίσω δια παντός, Νικολάι; Ε;»

Ο Νικολάι δεν αποκρίθηκε.

«Ρεβέκκα μου» έκανε η Ροζάλια και της χάιδεψε τα χέρια. «Κι εγώ λυπάμαι για την Μαγκνταλένα. Αλλά έχουμε μια εντολή να εκτελέσουμε».

Η Ρεβέκκα την κοίταξε και η Ροζάλια κατάλαβε πως, αν η Ρεβέκκα ήταν άνθρωπος, θα έκλαιγε.

«Έλα, Ρεβέκκα. Πάμε».

Εκείνη δεν αντέδρασε. Φαινόταν ότι ή θα έμενε στο ίδιο σημείο, αναγκάζοντας και τον Νικολάι να είναι σε αυτή τη δυσάρεστη θέση, ή θα τον σκότωνε τελικά. Αλλά, μορφάζοντας από παραίτηση, έκανε ό,τι της έλεγαν. Άφησε τον άλλο και είπε «Πάμε, λοιπόν. Νικολάι, εσύ φέρε δύο αναμμένους δαυλούς».

«Εντάξει».

Σε λίγο, στέκονταν έξω από το σπίτι των Οσμοκέσκου. Αυτοί, ο Βασίλι, η Έλενα και δεκάδες άλλοι κατώτεροι βρικόλακες, πρώην κάτοικοι του Μπραν. Είχαν περικυκλώσει την οικία, μην τυχόν οι ένοικοι το έσκαγαν από κάποια άλλη έξοδο.

Α

λλά, απ’ ό,τι είδε η Ρεβέκκα, κανείς από τους τρεις δεν το κουνούσε από κει μέσα. Είχαν μαζευτεί κοντά-κοντά και κοιτούσαν προς αυτούς.

Τότε ήρθε ο Νικολάι με τους αναμμένους δαυλούς.

«Βγείτε από το σπίτι» είπε η Ρεβέκκα και έκανε νόημα στον άλλο να πλησιάσει και να φέρει κοντά στο παράθυρο τα παλούκια. «Όπως βλέπετε, μπορούμε να σας κάψουμε ζωντανούς. Αν βγείτε, όμως, θα σας προσφέρουμε την αιώνια ζωή και τη δυνατότητα να υπηρετήσετε την Κόμισσα».

«Δεν θα βγούμε» φώναξε ο πατήρ Στεφάν. «Φύγετε από δω, δαίμονες. Αρκετό κακό κάνατε».

Η Ρεβέκκα αναγνώρισε τη φωνή του. «Εσύ ήσουν που φώναζες “Κανένας δαίμονας στο Μπραν”, έτσι δεν είναι; Ναι, εσύ ήσουν, παπά. Πώς σου φαίνεται που έχασες; Μμμ; Πού είναι ο Θεός, παπά; Γιατί δεν Τον επικαλείσαι, μπας και σε σώσει; Ω, ξέχασα. ΔΕΝ ΘΑ ΣΕ ΣΩΣΕΙ ΚΑΝΕΝΑΣ ΘΕΟΣ!»

Καμιά αντίδραση.

«Βγείτε από το σπίτι. Μόνο εσείς απομείνατε. Δεν υπάρχει τίποτα που να σας κρατάει εδώ».

Καμιά αντίδραση.

Σχεδόν. Η Ρεβέκκα άκουσε τα αναφιλητά της μιας γυναίκας, της πιο παχουλής. «Ακόμα και εκείνος ο άντρας» είπε. «Αυτός που ήταν μαζί σας και πυροβολούσε εμένα και τον Νικολάι, ενώ του σκότωνα τα σκυλιά; Ακόμα και αυτός πέθανε. Εγώ τον σκότωσα. Και τον ανέστησα, επίσης. Πλέον, είναι ένας από εμάς, τ’ ακούτε; Είναι ένα ανώτερο ον».

Ο Στεφάν είπε στην Κορνέλια «Μην το κάνεις. Και να λέει την αλήθεια, δεν είναι πια ο Λούκα που ξέραμε. Έχει γίνει ένα τέρας, Κορνέλια. Μη βγεις!»

Η Κορνέλια δεν τους κοιτούσε. «Λυπάμαι» ψέλλιζε. «Λυπάμαι».

«Μην το κάνεις, Κορνέλια» είπε και η Ντανιέλα. «Καλύτερα ο θάνατος, παρά…»

Αλλά η Κορνέλια δεν τους άκουσε. «Ελπίζω να με συγχωρέσετε. Κι εσείς και ο Θεός». Όρμησε προς την πόρτα. Άνοιξε και έπεσε στην αγκαλιά της Ροζάλια, που τύλιξε το δεξί χέρι της γύρω από τον λαιμό της Κορνέλια. «Πού είναι ο άντρας μου; Πού είναι ο Λούκα; Θέλω να δω τον άντρα μου».

«Φέρ’ την εδώ» είπε η Ρεβέκκα και η Ροζάλια υπάκουσε.

Η Κορνέλια τώρα στεκόταν έξω από την πόρτα των Οσμοκέσκου, ζητώντας ακόμα να δει τον Λούκα.

«Κράτα την από τα χέρια, Ροζάλια».

Όταν εκείνη το έκανε, η Ρεβέκκα έφερε το νύχι του δείκτη του χεριού της στη μια πλευρά του λαιμού της Κορνέλια. Είπε «Παπά. Βγείτε από το σπίτι. Αλλιώς θα τη σκοτώσω εδώ, μπροστά σας».

Οι Οσμοκέσκου δεν αντέδρασαν.

«Θέλω να δω τον άντρα μου» είπε η Κορνέλια. «Σας παρακαλώ, πού είναι;»

Καμιά αντίδραση.

«Σας παρακαλώ, σας παρακαλώ. Μόνο να τον δω…»

Η Ντανιέλα κάτι είπε στον Στεφάν κι αυτός κατένευσε.

«Σας παρακαλώ…» συνέχισε η Κορνέλια.

Η Ρεβέκκα είδε τους δύο ηλικιωμένους να σηκώνονται, να πιάνονται χέρι-χέρι, για να αλληλοστηρίζονται, και να έρχονται προς το μέρος της. Είπε στον Νικολάι να σβήσει τους δαυλούς. Δεν τους χρειάζονταν πια.

Όταν βγήκαν από το σπίτι τους, με τις μαγκούρες τους να πατάνε στο κρύο έδαφος, οι Οσμοκέσκου ήξεραν πως δεν θα πατούσαν ποτέ ξανά σε αυτό.

Έκλαψαν και ψέλλισαν μια προσευχή.

Το Μπραν καιγόταν γύρω τους. Οι συγχωριανοί τους τους κοιτούσαν με απλανές, νεκρό, μα και συνάμα διεφθαρμένα ζωντανό βλέμμα. Την πρώτη μέρα απ’ όταν επέστρεψαν στο χωριό και έμαθε για τον κακό χαμό που έκαναν τα σκυλιά την προηγούμενη νύχτα ο Στεφάν είχε διερωτηθεί γιατί δεν ένιωθε σίγουρος για την πίστη του και προστατευμένος. Είχε την αίσθηση ότι θα το μάθαινε σύντομα. Και να που είχε καλό ένστικτο, ίσως για πρώτη φορά μετά από καιρό.

Επίσης, θυμήθηκε το εσωτερικό ταξίδι που δεν αποφάσιζε ποτέ του να κάνει. Εκείνο που θα ξεκινούσε από το νησί του Θεού προς το άλλο, όποιο κι αν ήταν και όπου κι αν έβγαζε. Τελικά, απ’ ό,τι φαινόταν, θα το έκανε αυτό το ταξίδι. Τον τρόμαζε, αλλά ο Θεός δεν ήταν εκεί, για να τον αποτρέψει -τουλάχιστον, ο Στεφάν δεν ένιωθε πως ήταν εκεί-, ενώ η Ντανιέλα του θα βίωνε κι αυτή την ίδια εμπειρία. Δυστυχώς.

Αλλά θα είμαστε μαζί, σκέφτηκε. Κάτι είναι κι αυτό. Μια μικρή παρηγοριά.

Ρεβέκκα: «Γονατίστε. Γονατίστε μπροστά στο ανώτερο είδος».

Η Ντανιέλα είπε «Δεν μπορούμε. Με το ζόρι περπατάμε».

«Ω, μα τι κρίμα… Τόσο κατώτεροι πια; Νικολάι, Βασίλι, βοηθήστε τους».

Ο Νικολάι και ο Βασίλι έπιασαν τον Στεφάν και την Ντανιέλα από τις μασχάλες και τους λύγισε τα γόνατα. Οι ηλικιωμένοι μόρφασαν και βόγκηξαν.

Στεφάν: «Δεν θα νικήσετε. Ο Θεός θα φροντίσει γι’ αυτό».

Ρ

εβέκκα: «Μα θα εύχεσαι να νικήσουμε, παπά. Θα το ευχηθείς, να είσαι σίγουρος».

Ο Στεφάν κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. «Ποτέ! Άλλωστε, δεν έχει σημασία. Εγώ θα είμαι νεκρός». Κοίταξε την γυναίκα του. «Και οι δύο θα είμαστε νεκροί».

«Ω, όχι, παπά. Όχι. Εσύ δεν θα πεθάνεις. Δεν θα πεθάνεις. Δεν θα έχεις την ίδια μοίρα με την αγαπημένη μου Μαγκνταλένα».

Ο Στεφάν είδε τη Ρεβέκκα να χαμογελάει και εκείνη να τον πλησιάζει. Προσευχήθηκε για μια τελευταία φορά, πριν εκείνη σκύψει προς το μέρος του.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook