Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 5

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η καμπάνα ακούστηκε και πάλι στις οκτώ και τέταρτο, αλλά αυτή τη φορά όχι από το μηχανισμό που είχαν ρυθμίσει από παλιά, παρά από τα χέρια του Λούκα Βλαντιμιρέσκου. Χτύπησε όσο πιο δυνατά μπορούσε το γλωσσίδι, ώστε να παράγει καθαρό ήχο, που θα έφτανε σε κάθε σπίτι. Είχε κοιμηθεί ελάχιστα το προηγούμενο βράδυ, όχι πάνω από τρεις ώρες. Άφησε την γυναίκα του, την Κορνέλια, να φυλάει το σπίτι των Οσμοκέσκου, στο οποίο και είχαν εγκατασταθεί, όσο εκείνος αναπαυόταν. Δεν το ήθελε, αλλά είχε πειστεί, όπως κάθε φορά που η Κορνέλια αποφάσιζε κάτι, συν ότι ήταν κουρασμένος, έτσι κι αλλιώς. Όταν ξύπνησε, κάπου στις τέσσερις τα ξημερώματα, έβγαλε το νυχτικό του και φόρεσε άρον-άρον ένα μαύρο παντελόνι, ένα λευκό πουκάμισο, τις καφέ μπότες και το λευκό γιλέκο του, πήρε το πιστόλι και το μουσκέτο και έσπευσε στην κουζίνα, για να αναλάβει το καθήκον του.

Τράβηξε το σχοινί είκοσι φορές, με το βαρίδι να συγκρούεται στη μια ή την άλλη πλευρά της καμπάνας. Θυμήθηκε που παλιά, σαν παιδί, όταν δε δούλευε με τον πατέρα του, συνήθιζε να έρχεται και να χτυπάει την καμπάνα. Τότε δεν υπήρχε ο μηχανισμός με το ρολόι -αυτός προστέθηκε το ’88, όταν επιτέλους ο πατήρ Στεφάν έπεισε τον μητροπολίτη να δώσει μερικά χρήματα και να τον προσθέσουν εργάτες από το Μπρασώφ-, παρά μονάχα το σχοινί που κρεμόταν από το καμπαναριό προς το έδαφος, ακουμπώντας στον τοίχο, σαν παχιά περικοκλάδα. Τα πολύ μικρά παιδιά δεν έφταναν το σχοινί, αλλά τα μεγαλύτερα, όντας και μυημένα στη θρησκεία από το κατηχητικό, περίμεναν πώς και πώς να πάρουν την άδεια του ιερέα και ένα-ένα να σημάνουν την έναρξη της Θείας Λειτουργίας ή κάποιου άλλου Μυστηρίου. Ο Λούκα δεν ήταν των γραμμάτων, δεν είχε καταφέρει να μάθει γραφή και ανάγνωση, αλλά, υπό τον πατέρα Στεφάν, παρακολουθούσε τα μαθήματα, γιατί του άρεσαν οι ιστορίες από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, ενώ, μετά το πέρας του κατηχητικού και για μερικές μέρες, σκεφτόταν το δίδαγμα –και προσπαθούσε να ξεχάσει τις βιαιότητες που είχαν κάνει οι κακούργοι στους χριστιανούς τα παλαιά χρόνια. Η αδερφή του, η Σορίνα, από την άλλη, που ήταν κι αυτή παρούσα όταν δίδασκε ο Στεφάν ή η Ντανιέλα, τα πήγαινε πολύ καλύτερα και σε σύντομο χρονικό διάστημα είχε μάθει τα βασικά –μπορούσε ακόμα και να υπογράφει και, με τα χίλια ζόρια, είχε καταφέρει και τον αδερφό της, αλλά μόνο ως προς αυτό το κομμάτι.

Η καμπάνα, όπως και η εκκλησία, ήταν ανέκαθεν ένα σημαντικό μέρος του Μπραν και όλοι χάρηκαν όταν εκσυγχρονίστηκε. Τον πρώτο καιρό, τους προκαλούσε το θαυμασμό που σήμανε μόνη της την ώρα. Μερικοί παππούδες, μάλιστα, είχαν διερωτηθεί μήπως τη χτυπούσε κάποιος άγιος ή άγγελος, προκαλώντας χαμόγελα στους γύρω τους. Παρά τις εξηγήσεις των νεώτερων, ότι ήταν ανθρώπινο επίτευγμα, οι γέροντες δεν είχαν πειστεί, όχι όλοι, δηλαδή. Για τον Λούκα, πάντως, όπως και για άλλα παιδιά (που πλέον είχαν τη δική τους οικογένεια το καθένα), ήταν μια πτυχή της ζωής του που πάντα θα αγαπούσε και που δεν θα ξεχνούσε. Του έφερνε στο νου τους γονείς του, τα φαγητά που έτρωγαν, τις δουλειές που έκαναν, τα παιχνίδια που έπαιζε με άλλους συνομήλικους του. Ήταν ένα σύμβολο της παιδικής του ηλικίας και, ως γνωστόν, κάτι που αγαπήσαμε σαν παιδιά, θα το θυμόμαστε για πάντα και θα θέλουμε να το ξαναδούμε ή και να το χρησιμοποιήσουμε για άλλη μια φορά. Για να χαρεί και πάλι το παιδί μέσα μας.

Τώρα ο Λούκα ένιωθε τα ρούχα του να βαραίνουν από τη βροχή που στην αρχή, πριν από μια ώρα, έπεφτε με αμελητέο ρυθμό, σαν να άδειαζε κάποιος τις τελευταίες σταγόνες του ποτού του που είχαν μείνει στο ποτήρι. Μια δυο φορές, σταμάτησε εντελώς, μέχρι που ξανάρχισε και ολοένα και αύξανε την έντασή της, όσο η Κορνέλια ετοίμαζε το πρωινό.

«Πολύ αμφιβάλλω αν θα σταματήσει» σχολίασε εκείνη, που είχε κοιμηθεί ακόμα λιγότερες ώρες από τον Λούκα και φορούσε τα ίδια ρούχα με χθες.

«Ναι» συμφώνησε αυτός. «Πιο πιθανό να βρέχει όλη μέρα». Και όλη νύχτα, συμπλήρωσε με το μυαλό του.

Και οι δύο ακούστηκαν πολύ δυσαρεστημένοι.

«Ο Θεός θα μεριμνήσει» είπε ο πατήρ Στεφάν. Καθόταν μαζί με την Ντανιέλα κοντά στο τραπέζι. Είχαν κι αυτοί το ψυχοπλάκωμα που είχε καταλάβει τους συγχωριανούς τους.

«Όλοι αυτό ελπίζουμε, πάτερ».

Όταν η Κορνέλια σέρβιρε το φαγητό, τον καφέ και το τσάι, έφαγαν χωρίς να μιλούν, αλλά και χωρίς να έχουν μεγάλη όρεξη. Το ψωμί έμοιαζε μπαγιάτικο, σκληρό σαν πέτρα. Τα αυγά είχαν μια περίεργη, δυσάρεστη μυρωδιά. Το τσάι και ο καφές δεν είχαν αρκετή γλύκα, για να ποθείς και δεύτερο φλιτζάνι. Και οι τέσσερις μόρφαζαν από ενόχληση όσο έτρωγαν. Τα χέρια τους δεν τα κουνούσαν με θέρμη, αδημονώντας για την επόμενη μπουκιά και την επόμενη γουλιά, αλλά σαν να εξαναγκάζονταν με την απειλή ενός όπλου. Μασουλούσαν πολλές φορές, λες και ήθελαν επίτηδες να καθυστερήσουν, μήπως και κάποιος να τους λύτρωνε από την υποχρέωση.

Ήταν ένα παράξενο γεύμα, διαποτισμένο από μια αλλόκοτη απέχθεια για τρόφιμα που όλοι τους είχαν φάει πολλάκις στο παρελθόν και για τα οποία ποτέ δεν είχαν διαμαρτυρηθεί. Και ούτε εκείνη τη στιγμή διαμαρτύρονταν, όχι ακριβώς, απλά φαινόταν ότι δεν ευχαριστιόντουσαν καθόλου το πρωινό. Για την Κορνέλια, δε, ήταν αδύνατο να μη συγκρίνει αυτή την περίσταση με την αντίστοιχη που είχε ζήσει στο Μπρασώφ, στο σπίτι της Σορίνα. Μέρα με τη νύχτα, που λένε. Σε εκείνη την περίπτωση, εκτός του ότι είχαν φάει πολύ πιο πλουσιοπάροχα, δεν είχαν νιώσει για κανένα λόγο ότι τρέφονταν με αποφάγια ή κάτι τέτοιο. Ούτε κατά διάνοια.

Κάποια στιγμή γύρω στις οχτώ και δέκα, ενώ τα πιάτα άδειαζαν, η Ντανιέλα είχε πει στον Λούκα ότι θα ήταν χρήσιμο να χτυπήσει κι αυτός την καμπάνα. «Αλλά με πυγμή» τόνισε. «Για να πάρουν όλοι το μήνυμα. Κι από δω και πέρα, αν συμφωνείτε, έτσι πρέπει να κάνουμε. Να δίνουμε το σύνθημα ότι είμαστε εδώ. Ζωντανοί. Έτοιμοι. Κι όχι μία φορά την ημέρα, αλλά πρωί, μεσημέρι και βράδυ. Ειδικά το βράδυ».

«Ναι, έτσι πρέπει» είπε ο Στεφάν. «Και με αυτόν τον τρόπο, θα καλούμε και τον Θεό. Θα Του υπενθυμίζουμε την παρουσία μας και την απειλή που υπάρχει κοντά μας».

Οι Βλαντιμιρέσκου συμφώνησαν και πιάστηκαν χέρι με χέρι, σφίγγοντας την ενωμένη γροθιά τους.

Ο Λούκα άφησε τελικά το σχοινί και έτρεξε αμέσως στο σπίτι, πριν ξεπαγιάσει. Αργότερα, κατά το μεσημέρι, θα πήγαινε ξανά να χτυπήσει την καμπάνα. Και έπειτα, το βράδυ.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Μαργαρίτα Τσεντελιέρου
Pietá

Βρείτε μας στο Facebook