Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 5

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Πρεσβυτέριο Μπόρλεϊ, Αγγλία

Ο Τζον Μπάρλοου κοιμόταν, όταν η Ροντίκα Ντραγκίτσι σηκώθηκε από το κρεβάτι τους και προχώρησε γυμνή ως το γραφείο του. Κάθισε στην καρέκλα του και κοίταξε την γραφομηχανή μάρκας TMachine. Στον κύλινδρο, υπήρχε μια σελίδα, μισο-συμπληρωμένη με ένα διήγημα του Μπάρλοου, που είχε να κάνει με μια γυναίκα που κοιμόταν με διάφορους πλούσιους άντρες, για να την καταστήσουν έγκυο και να τους απομυζήσει –κυριολεκτικά, αφού η ίδια υποτίθεται ότι ήταν ένα διαβολικό είδος αράχνης, που μπορούσε να παίρνει ανθρώπινη μορφή και τους παραπλανούσε. Δίπλα από τη γραφομηχανή, βρίσκονταν οι χειρόγραφες σημειώσεις του σχετικά με την έρευνα που διεξήγαγε τον τελευταίο καιρό. Σχετιζόταν με μια υπόθεση που είχαν κάνει διάφοροι συγγραφείς, ότι πράγματι υπήρχαν υπερφυσικά όντα ανάμεσα στους ανθρώπους. Λυκάνθρωποι, βαμπίρ, φαντάσματα. Ακέφαλα πνεύματα που αναζητούσαν εκδίκηση για την τιμωρία που τους είχε επιβληθεί. Και άλλα παρόμοια.

Ήταν σχεδόν αστείο το ότι ο Μπάρλοου δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο κοντά στην αλήθεια ήταν και πόσο επικίνδυνα ζούσε από τότε που ήρθε στο κάστρο της –ίσως και από πιο πριν, ίσως και από την πρώτη στιγμή που είχε αποφασίσει να ασχοληθεί με ζητήματα που ξεπερνούσαν την αμελητέα φύση του. Το διήγημα που έγραφε, καθώς και η έρευνα με την οποία καταπιανόταν… Ήταν σαν να προσπαθούσε να καταλάβει όσα γίνονταν γύρω του. Αλλά αυτός δεν το πήγαινε εκεί, όχι, καθόλου. Αυτό που ήθελε ήταν τόσο πεζό, που καταντούσε από τη μια γελοίο και από την άλλη ριψοκίνδυνο. Ήθελε απλά να έχει έμπνευση, για να γράφει ευφάνταστες ιστορίες, για το περιοδικό του, και έτσι να βγάζει χρήματα.

Η Ροντίκα, όμως, τον καταλάβαινε. Ήταν άνθρωπος. Και άνδρας. Και, όπως πίστευε ακράδαντα η αγαπημένη της Ρεβέκκα, οι άνδρες ήταν τα πιο ηλίθια πλάσματα που είχαν δημιουργηθεί ποτέ. Φυσικά, εξαίρεση αποτελούσε ο αγαπημένος της Ίλιε Στάνκου. Ο στρατιώτης της. Αυτός δεν ήταν ηλίθιος άνδρας. Ήταν γενναίος. Αψήφησε τον κίνδυνο του να αγαπήσει μια κόμισσα και της προσέφερε την τρυφερότητα και την ευτυχία που δεν είχε καταφέρει να της δώσει κανένας άλλος, και ειδικά ο κόμης –ο οποίος δεν ήθελε κιόλας να έχει μια χαρούμενη γυναίκα. Πώς γίνεται να είναι ηλίθιος ένας ερωτευμένος; Απλά δεν γίνεται. Ακόμα και οι ανοησίες που μπορεί να κάνει συγχωρούνται και με το παραπάνω. Γιατί θέλει να είναι ευτυχισμένος και να κάνει και κάποιον άλλο ευτυχισμένο. Θα ήταν άδικο να χαρακτηρίσει κανείς ως ηλίθια μια τόσο καλή ψυχή.

Ο νυχτερινός ουρανός έξω από το Πρεσβυτέριο ήταν μαύρος, σαν τα μάτια της Ροντίκα. Τα άστρα, τόσο λευκά, όσο τα δόντια της, που τώρα είχαν μακρύνει. Το σώμα της είχε μυρμηγκιάσει, όπως κάθε φορά που ετοιμαζόταν να γευτεί αίμα. Δεν είχε νιώσει καθόλου ικανοποίηση από τον έρωτα του Μπάρλοου. Ποτέ κανείς δεν θα αντικαθιστούσε τα χάδια και τον οργασμό που της είχε προσφέρει ο Ίλιε. Ο συγγραφέας το μόνο που κατάφερνε κάθε φορά που ξάπλωνε με την Ροντίκα ήταν να σπαταλάει την ενέργειά του και να χάνει λίγο ακόμα από το μυαλό του.

Δεν ήξερε τι του γινόταν, μόνο οι ιστορίες του τον ένοιαζαν. Δε φανταζόταν καν τι είχε καταφέρει όταν την επισκέφτηκε στο κάστρο της. Είχε ξυπνήσει μέσα της ένα θηρίο που εκείνη το συγκρατούσε προσφέροντάς του πότε-πότε άτυχους διαβάτες και πεζοπόρους και πλανόδιους που πήγαιναν στο Μπρασώφ ή που έρχονταν από αυτό. Η Ροντίκα είχε μείνει στάσιμη για αιώνες και ο Μπάρλοου τής είπε πως είχε έρθει η ώρα να κάνει το καθήκον της.

Να προσφέρει στον κόσμο, σε κάθε χώρα και σε κάθε λαό, το μεγαλύτερο αγαθό όλων. Την αιώνια ζωή. Ξεκινώντας από ένα ασήμαντο χωριό στα Καρπάθια. Κι εκείνη είχε αφήσει ελεύθερο το θηρίο που κατοικούσε μέσα στην ίδια και στα παιδιά της, στη Ρεβέκκα, στον Νικολάι, στο Βασίλι και στην Έλενα, οι οποίοι είχαν κάνει το καθήκον τους.

Το Μπραν έπεσε.

Σειρά είχε η υπόλοιπη Τρανσυλβανία. Μετά, η Βλαχία, η Μολδαβία, η Ουγγαρία, η Γαλλία, η Ελλάδα… Οι χώρες της Ανατολής. Η Αφρική. Και αργότερα, οι ΗΠΑ και η Αυστραλία. Μία-μία, όλες οι χώρες θα έπεφταν. Ή θα εξυψώνονταν, ανάλογα πώς το έβλεπε κανείς. Θα έπαιρνε πολύ χρόνο, αιώνες ίσως, αλλά αλίμονο, είχαν να προσφέρουν όσο ήθελαν. Άλλωστε, ήταν βρικόλακες. Ο χρόνος δεν είχε καμιά σημασία γι’ αυτούς.

Αλλά όλα στον καιρό τους.

Η Ροντίκα διάβασε ξανά τις σημειώσεις του ανίδεου Μπάρλοου. Είχε πει γι’ αυτά τα ευρήματα στην Ρεβέκκα. Οι συγγραφείς που είχαν δώσει τις πληροφορίες ζούσαν σε διάφορα μέρη του κόσμου και, αν δεν είχαν κάποια άλλη, άσχετη ή σχετική δουλειά, θα ήταν σαν άστεγοι, χωρίς σπίτι, οικογένεια και κάποιον σκοπό στη ζωή τους. Η Ροντίκα είχε πει στη Ρεβέκκα πως θα έπρεπε να τους επισκεφτούν κι αυτούς, ίσως νωρίτερα από ό,τι υπολόγιζαν. Μπορεί να αναλάμβανε η ίδια αυτό το καθήκον, όταν θα ξεμπέρδευε με τον Μπάρλοου. Δεν έπρεπε να συνεχίσουν να γράφουν και να μιλούν γι’ αυτά τα πράγματα, γιατί κάποιοι θα τους πίστευαν και ποιος ξέρει τι θα έκαναν.

Οι περισσότεροι είναι άντρες, είχε πει η Ρεβέκκα. Δεν έχουμε λόγο να ανησυχούμε.

  Υπάρχουν και παμπόνηροι άντρες, Ρεβέκκα μου. Πίστεψε με, έχω γνωρίσει μερικούς από δαύτους. Μάλιστα, τους είδα να πιάνουν και να σκοτώνουν τον Ίλιε μπροστά στα μάτια μου. Δεν είναι να τους εμπιστεύεσαι.

Ο Μπάρλοου αναδεύτηκε και γρύλισε, σαν γουρούνι, όπως όταν έβλεπε εφιάλτες.

Η Ροντίκα, ξέροντας πως μπορεί αυτός να πεταγόταν ιδρωμένος και ενθουσιασμένος για μια ακόμα ιδέα που του γεννήθηκε από το όνειρό του, άφησε τα χαρτιά και σηκώθηκε και τον πλησίασε και έσκυψε πάνω από τον εκτεθειμένο λαιμό του. Και έγινε ξανά η Κόμισσα.

ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *