Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 5

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Οι Τσομπάνου ήταν περιτριγυρισμένοι από τόσο πολλούς ανθρώπους, που για πρώτη φορά ένιωθαν άσχημα που δεν είχαν γνωρίσει πραγματικά τους συγχωριανούς τους. Το ισόγειο και ο πρώτος όροφος έσφυζε από κόσμο, σαν να ήταν ορφανοτροφείο. Ή σαν να ήταν άσυλο που είχαν ζητήσει κατατρεγμένοι πολίτες. Και ήταν όντως κάτι τέτοιο, αν σκεφτεί κανείς τι τους είχε συμβεί. Δεν είχαν τους γονείς τους, αλλά ταυτόχρονα υπήρχε μια άλλη απειλή που καιροφυλακτούσε έξω από το σπίτι/άσυλο.

Ο Βέλκαν, ο Ντράχοσλαβ και η Εμιλιάνα ήταν στο κέντρο ενός όχλου, λες και ήταν αρχηγοί μιας πρωτόγονης φυλής. Κάθονταν στην τραπεζαρία, ντυμένοι, όπως και όλοι οι άλλοι, αδιάφορα, με ρούχα φθαρμένα, που μύριζαν από χνότα ενός σώματος που κυριαρχείται από τον πληγωμένο εγκέφαλο του. Το λιγότερο που θα σκέφτονταν καθώς γεννιόταν η σημερινή μέρα (ή και όποια άλλη επρόκειτο να ζήσουν, αν τα κατάφερναν, μέχρι να έρθουν πίσω οι δικοί τους, οπότε και θα αναγεννιούνταν), ήταν το τι θα φορέσουν. Οι τρεις Τσομπάνου ήταν οι μόνοι από τους ιδιοκτήτες που είχαν μείνει πίσω. Τα παιδιά είχαν φύγει, με την μητέρα του Βέλκαν, την Ιούλια, να τα ακολουθεί. Είχε διαμαρτυρηθεί, ήθελε να είναι κοντά στον άντρα και τον γιο της, όμως συμφώνησε, όταν κατάλαβε πως η απόφαση των αντρών ήταν τελεσίδικη, αλλά και καταναγκαστική, δηλαδή κάτι που δεν ήθελαν, μα που ήταν αναγκαίο.

Οι μικρές θα σε χρειαστούν, μαμά, είχε πει ο Βέλκαν. Θα χρειαστούν κάποια που να ξέρουν και να τις ξέρει καλά. Ένα γνώριμο πρόσωπο, που το αγαπούν και τις αγαπάει. Γι’ αυτό πρέπει να πας μαζί τους.

Η Ιούλια είχε δει τον άντρα της να ζητά συγνώμη από τον Βέλκαν και εκείνος να τους αφήνει μόνους για λίγο. Ο Ντράχοσλαβ την κοίταξε μόνο για μια στιγμή κατάματα. Έπειτα, γονάτισε τα μάτια του και άπλωσε το χέρι του και αγκαλιάστηκαν. Σε παρακαλώ. Πήγαινε, της είχε ψιθυρίσει. Τρεις λέξεις που χρειάστηκαν πολλή προσπάθεια για να ειπωθούν και η Ιούλια το ήξερε. Είχε ζήσει πάνω από μισό αιώνα με αυτόν τον άνθρωπο και ποτέ δεν θυμόταν να τον είχε δει τόσο καταβεβλημένο. Σκέψη που αναπόφευκτα έφερε μία ακόμα, αλλά πολύ αργότερα, ενώ είχαν ήδη ξεκινήσει για το Μπρασώφ.

Θα τον δω ποτέ ξανά; Θα τους δω και τους τρεις τους ποτέ ξανά;

Ευτυχώς, τότε ένιωσε τις εγγονές της να αναδεύονται στην αγκαλιά της, καθώς κοιμούνταν, και δεν το συλλογίστηκε παραπέρα. Ήλπιζε και προσευχόταν για το καλύτερο.

Τώρα δεν γίνονταν συζητήσεις στο σπίτι των Τσομπάνου. Ο συνωστισμός ήταν πολύς, μα και αρκετά ήσυχος. Οι μόνες κουβέντες που ακούγονταν για πολλή ώρα αφορούσαν στο φαγητό, όπου κάποιος ρωτούσε το συγχωριανό του αν ήθελε λίγο τσάι ακόμα ή μια φέτα ψωμί, ή κάποιος που ζητούσε να του δώσουν λίγη σούπα. Μια φορά, μία γυναίκα σηκώθηκε να πάει στην τουαλέτα – και επέστρεψε δέκα λεπτά αργότερα, με κοκκινισμένα από τα δάκρυα μάτια, κάθισε δίπλα στον άντρα της και δεν έβγαλε μιλιά, ούτε έφαγε άλλο. Τα παράθυρα ήταν ανοιχτά, καθότι η μυρωδιά του καφέ και του τσαγιού και της κοτόσουπας δεν επαρκούσε για να υπερκεράσει τις οσμές που προκύπτουν όταν δεκάδες άνθρωποι ζουν μαζί σε έναν κλειστό χώρο. Οι στάλες της βροχής έπεφταν απέξω, σαν πετραδάκια που τα πετάνε πολλά παιδιά. Ενίοτε ακούγονταν και τα σκυλιά που είχαν ξεμείνει από την ημέρα μετά τον χαμό του Φέρκα και του Σάντα. Οι ιδιοκτήτες τους δεν τα είχαν επιστρέψει στο σπίτι ή στο χωράφι που τα είχαν πρωτύτερα, αφού κανείς δε διαμαρτυρήθηκε για την παρουσία τους. Τα είχαν ταΐσει κι αυτά, όμως δυστυχώς, σε αντίθεση με τους ανθρώπους, ήταν αναγκασμένα να υπομείνουν τη βροχή – που τα περισσότερα την είχαν συνηθίσει, δηλαδή, αφού σχεδόν ποτέ δεν είχαν ζήσει σε μέρος με σκέπαστρο, αλλά και πάλι, δεν τους ήταν ευχάριστο να τα χτυπάει τόσο παγωμένο νερό.

Πρώτος ο Ντράχοσλαβ σκέφτηκε ότι δεν ήξερε πραγματικά τίποτα για τους περισσότερους απ’ όσους τον περιτριγύριζαν. Γνώριζε πώς λέγονταν, θυμόταν αχνά τους προγόνους και τα παιδιά τους -για μερικούς μπορούσε να πει με αρκετή ακρίβεια ποια κτήματα τούς ανήκαν-, αλλά μέχρι εκεί. Δεν τους ήξερε σαν ανθρώπους, πώς σκέφτονταν, πώς περνούσαν τον καιρό τους όταν δεν ήταν αγρότες, τι τους άρεσε (να τρώνε, να πίνουν…), αν είχαν όνειρα… Δεν τους είχε γνωρίσει ποτέ. Κανέναν τους, ούτε καν τον Σεραφείμ Καρατζιάλε, τον επιστάτη τους, ο οποίος καθόταν στα δεξιά του Βέλκαν, μαζί με την Βιολέτα, την γυναίκα του.

Ο Ντράχοσλαβ, και ο Βέλκαν κατ’ επέκταση, είχε πάντα στο μυαλό του ότι η οικογένειά του ήταν από τις παλαιότερες του χωριού, αλλά και η πιο πλούσια του Μπραν, το οποίο σήμαινε πως οι σχέσεις με τους συγχωριανούς τους έπρεπε να είναι περιορισμένες. «Έπρεπε», έτσι το σκεφτόταν. Έτσι είχε μάθει να το σκέφτεται, αφού και οι γονείς του ήταν απόμακροι με τους άλλους. Πιότερο είχε κατά νου ότι οι συγχωριανοί του τον ζήλευαν και μπορεί να προσπαθούσαν να κλέψουν από αυτόν, παρά να γίνουν φίλοι, να περνάνε χρόνο μαζί στο καφενείο κλπ.

Ήταν λάθος να κρατάει τέτοια στάση. Το έβλεπε πλέον. Κανείς τους δεν είχε κάνει το παραμικρό εναντίον του ιδίου και της οικογένειάς του. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά αυτοί που πράγματι έκλεψαν από τους Τσομπάνου ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που υποτίθεται ότι θα τους προστάτευαν. Οι Ούγγροι πρώην ουσάροι. Οι καταραμένοι, οι Ούγγροι. Και είχαν κλέψει, και είχαν απειλήσει τον Ντράχοσλαβ και τον Βέλκαν –ο ένας τους, μάλιστα, με όπλο. Αυτοί που είχαν ό,τι ήθελαν, που ζούσαν πιο πλουσιοπάροχα από την πλειοψηφία των κατοίκων του Μπραν, αυτοί που, χάρη στους Τσομπάνου, είχαν σωθεί από μια άχαρη στρατιωτική ζωή, για μια πολύ, πολύ πιο απλή διαβίωση. Αυτοί οι λεχρίτες είχαν αποδειχτεί η μεγαλύτερη απειλή, μετά τους βρικόλακες.

Τελικά, μάλλον χαιρόταν που είχαν φύγει. Δεν ήταν άξιοι ούτε σαν σωματοφύλακες, ούτε σαν άνθρωποι. Καλύτερα που έβαλαν την ουρά στα σκέλια και τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Τι να τους έκαναν, δηλαδή; Τι διαφορά θα έφερναν οι Ούγγροι σε όσα επρόκειτο να συμβούν; Τις δύο φορές που έπρεπε να κάνουν τη δουλειά τους, τα είχαν σκατώσει, με αποτέλεσμα να χαθούν δύο άνθρωποι και τα δύο αγαπημένα σκυλιά του Ντράχοσλαβ. Για να μη μιλήσουμε που η Μπενγκέσκου έφτασε τόσο κοντά στο να εισβάλλει στο σπίτι.

Όμως, δεν το μπόρεσε. Γιατί την σταμάτησε η Λία. Η Λία φέρθηκε πιο έξυπνα από ουσάρους.

Γινόταν να μην είναι υπερήφανος ο Ντράχοσλαβ για την εγγονή; Δεν γινόταν.

Οπότε ναι, δεν τους ήθελε κοντά του τους Ούγγρους. Ό,τι ήταν να καταφέρουν θα το κατάφερναν μόνοι τους, οι κάτοικοι του Μπραν. Χωρίς ξένες παρεμβάσεις. Οι άντρες του χωριού θα φροντίσουν τα των σπιτιών τους, με την υποστήριξη των γυναικών και, όσο ήταν εφικτό, των δύο γερόντων, του Ντράχοσλαβ και του Στεφάν. Δεν θα υπήρχε ξένη βοήθεια. Η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία θα κρατούσε τις αποστάσεις της, προσπαθώντας να συμμαζέψει το χάλι που ακουγόταν ότι συνέβαινε στο Μπρασώφ και σε άλλες πόλεις της Τρανσυλβανίας. Δεν θα έδιναν δεκάρα για το Μπραν, όσο και αν ήλπιζαν σε αυτούς κάποιοι ντόπιοι.

Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, δεν θα δώσουν δεκάρα εγκαίρως. Άλλος ένας βασικός παράγοντας που είχαν να σκεφτούν. Ο χρόνος. Ένας ακόμα εχθρός για το χωριό. Ο Ντράχοσλαβ πίστευε πως ο Στεφάν είχε δίκιο όταν έλεγε ότι το πράγμα κορυφωνόταν. Οι βρικόλακες θα έκαναν την κίνησή τους σύντομα, ίσως πιο σύντομα απ’ όσο φαντάζονταν οι ντόπιοι. Πόσο σύντομα ακριβώς… Αυτό ήταν δύσκολο να το μαντέψει κάποιος, κάτι που τους πίεζε και δε βοηθούσε να συγκεντρωθούν με τον κατάλληλο τρόπο στο σκοπό τους.

Κανένας δαίμονας στο Μπραν. Έτσι είχε πει ο παπάς. Αυτός ήταν ο σκοπός τους. Σε αυτόν έπρεπε να εστιάζουν. Ο Ντράχοσλαβ θεωρούσε ότι βιάζονται και πως ο Στεφάν έκανε το ίδιο λάθος που είχαν κάνει οι Τσομπάνου πιο πριν, μα, στην τελική, τι άλλη επιλογή είχαν; Να έφευγαν; Όπως είχαν κάνει οι Ούγγροι; Και πού να πήγαιναν; Η Κόμισσα και τα φρικιά της θα τους κυνηγούσαν. Αυτή η καταραμένη ήθελε εκδίκηση, για όσα της είχαν κάνει…

Ο Ντράχοσλαβ έριξε μια ματιά σε όσους είχε γύρω του. Νέοι άντρες και νέες γυναίκες, που δεν είχαν παρά μια πολύ αόριστη ιδέα για τις αμαρτίες που καλούνταν να πληρώσουν. Ούτε ο ίδιος δεν είχε ζήσει την εποχή που η Κόμισσα… έπαθε ό,τι έπαθε και έκανε ό,τι έκανε.

Οπότε γιατί τώρα; αναρωτήθηκε. Γιατί αποφάσισε τώρα να μας κυνηγήσει;

Και μετά: Έχει σημασία; Έχει;

Αποφάσισε πως δεν είχε. Ούτως ή άλλως, δεν θα άλλαζε κάτι, είτε αν έλυνε αυτές τις απορίες του, είτε όχι. Τα τέρατα θα έρχονταν και εκείνοι θα έπρεπε να σταθούν απέναντί τους. Δεν θα κατάφερναν κάτι με το να μάθαιναν γιατί η Κόμισσα είχε θελήσει να επιτεθεί μετά από αιώνες ηρεμίας. Ούτε θα την μετέπειθαν, ούτε θα καθοριζόταν η μάχη με κάποιον άλλο τρόπο. Ό,τι ήταν να γίνει, θα γινόταν.

Ο Ντράχοσλαβ θυμήθηκε την Λία και την Αντελίνα. Τις αγαπημένες του εγγονές που, εν τέλει, δεν τους είχε προσφέρει όλη την αγάπη που θα μπορούσε να τους δώσει. Δεν ήταν ο καλύτερος παππούς που θα μπορούσαν να έχουν. Τους φώναζε και τους φερόταν πιότερο σαν να τον ενοχλούν κάθε ώρα και στιγμή, παρά σαν ήθελε να τις έχει κοντά του και να τους μιλάει για τον κόσμο, τις δυσκολίες της ζωής ή κάτι ανάλογο. Τις είχε αδικήσει. Η εκτίμηση του για τον Σάντα και τον Φέρκα ήταν πολύ πιο ισχυρή, απ’ ό,τι για τις εγγονές του, κι αυτό ήταν ολοφάνερο σε όποιον τον έβλεπε ή έστω τον ήξερε.

Μια δικαιολογία που είχε γι’ αυτή την κατάσταση, η οποία πλέον δεν τον έπειθε και την έβρισκε εντελώς ηλίθια, ήταν πως έτσι είχε μεγαλώσει κι εκείνος. Οι άρρενες Τσομπάνου ήταν πάντα σκληροί άνθρωποι, χωρίς συναισθηματισμούς. Σε δύσκολες περιστάσεις, όπως στο χαμό κάποιου οικείου, οι άντρες «συμπάσχουν, χωρίς να παρασυρθούν. Οι υπερβολές είναι για τις γυναίκες». Όπως επίσης, ότι οι άντρες δεν έπρεπε να ασχολούνται ιδιαίτερα με την εμφάνισή τους και την κατάσταση των ρούχων τους, γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν περιττό, αν όχι «γυναικείο». Ή πως τα αγόρια να είναι κοντά στον πατέρα τους, στις δουλειές, και τα κορίτσια με την μάνα, να μαγειρεύουν και να καθαρίζουν, μέχρι να μεγαλώσουν και να παντρευτούν και να πάνε στην ευχή του Θεού. Αυτά του είχαν εντρυφήσει κι αυτά υποστήριζε, αλλά τώρα του φαίνονταν βλακώδη, ανούσια.

Γιατί δεν είχε περάσει περισσότερο χρόνο με τις εγγονές του; Γιατί; Τι θα θυμούνταν από αυτόν η Λία και η Αντελίνα; Ότι τις μάλωνε και ότι έπρεπε να τον φοβούνται, αντί να θέλουν να περνάνε χρόνο μαζί του;

Αυτές ήταν οι πιο καίριες ερωτήσεις που έπρεπε να απαντήσει, κι όχι να βρει τους λόγους για τους οποίους ένα φρικιό αποφάσισε να ξυπνήσει μετά από αιώνες και να αρχίσει να σκοτώνει κόσμο.

Κι άλλη σημαντική, αν και δυσάρεστη, ερώτηση: Θα τις ξανάβλεπε ποτέ; Θα είχε την ευκαιρία να αναπληρώσει το χαμένο χρόνο και να τους πει πόσο τους αγαπάει; Κι αυτές και την Ιούλια, την γυναίκα του; Θα είχε;

Θα το ήθελε πολύ. Ο Θεός και ο ίδιος ξέρανε πόσο πολύ το ήθελε.

«Μπαμπά;»

Ο Ντράχοσλαβ έστρεψε το θολό από τα δάκρυα βλέμμα του προς τον Βέλκαν.

«Είσαι καλά;»

«Προσπαθώ» απάντησε ο Ντράχοσλαβ. «Προσπαθώ, αγόρι μου».

Κοίταξε τους άλλους. Τους συγχωριανούς του. Ποιοι ήταν; Στ’ αλήθεια; Εκτός από χωριάτες, εκτός από μη έχοντες, από αυτούς που δεν είχαν πού την κεφαλήν κλίναι –έτσι δεν τους είχε αποκαλέσει κάποτε στον γιο του; Ποιοι ήταν; Είχαν παιδιά; Πόσα; Και πώς τα έλεγαν; Με τι παιχνίδια έπαιζαν; (Θα τα ξανάβλεπαν ποτέ;) Άλλους συγγενείς είχαν; (Θα τους ξανάβλεπαν ποτέ;)

Είχε τόσα να μάθει για όλους τους.

Άραγε, είχε και το χρόνο;

Γιατί να μην ξεκινούσε τώρα;

Και η μάχη; Η προετοιμασία που πρέπει να κάνουμε;

  Έχει σημασία;

Ο Ντράχοσλαβ σκούπισε τα δάκρυά του. «Σεραφείμ;» είπε.

Ο Καρατζιάλε τον κοίταξε. «Μάλιστα, κύριε;»

«Μίλα μας για την οικογένειά σου. Για σένα, για την γυναίκα σου, για τα παιδιά σας».

Ο επιστάτης απόρησε, αλλά τελικά μίλησε.

Όλοι μίλησαν για τον εαυτό τους και τους δικούς τους. Κι ήταν από τις ελάχιστες φορές που ο Ντράχοσλαβ Τσομπάνου δεν προσπάθησε ούτε να διακόψει κάποιον ή κάποια, ούτε να συνετίσει, ούτε να διδάξει κάποια παμπάλαια αρχή. Απλά άκουγε και διαλυόταν μέσα του. Γιατί σκεφτόταν συνέχεια το μέλλον και κυρίως το αν θα είχαν ποτέ μέλλον όλοι τους.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook