Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 5

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Παρ’ όλη τη βροχή και το φόβο, ο Λουσιάν Μαρτινέσκου ήταν από τους ελάχιστους που κατάφεραν να κάνουν κάτι περισσότερο από το να πνίγονται στην μιζέρια τους. Πήγε στον Καφενέ. Άνοιξε την πόρτα και η μυρωδιά του καφέ και της βότκας, αν και μπαγιατεμένη, ωστόσο κυριαρχούσε στο χώρο. Πλησίασε τον πάγκο και έριξε μια ματιά στην χθεσινή Gazeta Transilvaniei, το εξώφυλλο της οποίας είχε μερικούς σκουρόχρωμους λεκέδες από κάποιο ποτό. Η φωτογραφία ενός στρατιωτικού που ήταν στο δρόμο, μαζί με άλλους να φαίνονται στο φόντο, κρατούσε τουφέκι και κοιτούσε το φακό με αυστηρό βλέμμα, σαν να θεωρούσε ύποπτο τον φωτογράφο, είχε χάσει ένα μικρό κομμάτι, λόγω του μουλιάσματος που υπέστη από καφέ ή κάτι παρεμφερές, με αποτέλεσμα ο τύπος να φαίνεται λες και φορούσε στο κεφάλι του ένα κουτσουρεμένο κράνος. «ΟΙ ΠΟΛΙΤΟΦΥΛΑΚΕΣ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ – ΟΙ ΤΑΡΑΞΙΕΣ ΥΠΟΧΩΡΟΥΝ» φώναζε ο βαρύγδουπος τίτλος. Ο Λουσιάν θυμόταν πως είχε διαβάσει στο συγκεκριμένο άρθρο ότι ο δημοσιογράφος παρέθετε ένα σωρό νούμερα και «αποδείξεις» που συνηγορούσαν υπέρ της στάσης της πολιτοφυλακής σχετικά με τις ταραχές που γίνονταν στο Μπρασώφ. Παρουσίαζε τους «ταραξίες» ως αποβράσματα, κακούς ανθρώπους, «άπλυτους» και «που δεν είχαν την προκοπή να δουλέψουν, όπως όφειλαν σαν νέοι». Από την άλλη, η πολιτοφυλακή ήταν «αγία», δεν έκανε υπερβολές, αλλά μόνο τις αναγκαίες ενέργειες «για την ασφάλεια της πόλης». Κάτι τέτοιο ήθελε να περάσει στο κοινό, ενώ προς το τέλος του άρθρου ανέφερε με πλάγια και έντονα γράμματα ότι το Μπρασώφ (και η Τρανσυλβανία γενικά), στα τέλη του 19ου αιώνα, θα πρέπει να εκσυγχρονιστεί κι όχι «να υποσκάπτεται η φήμη και η ασφάλειά της, από κακοπροαίρετους, φλύαρους κακούργους».

Ο Λουσιάν δεν είχε να πει κάτι ως προς όλα αυτά, όπως απέδειξε και χθες, όταν δύο πελάτες τον είχαν ρωτήσει. Τι να πω, ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί; Ποιος μπορεί να πει με βεβαιότητα; Έτσι είχε αναφέρει. Τώρα φόρεσε την άσπρη ποδιά του, έπιασε ένα κουτί με σπίρτα και κίνησε να ανάψει τις λάμπες. Ήταν ψηλός άντρας, όχι πολύ παχουλός, ενώ προτιμούσε τα φαρδιά ανοιχτόχρωμα παντελόνια και τα μαύρα πουκάμισα. Το καφετί γιλέκο του σήμερα ήταν το ίδιο που φορούσε χθες, αλλά παρέμενε καθαρό. Είχε μελαχρινά γένια τεσσάρων ημερών, που, σύμφωνα με την γυναίκα του (η οποία τον πείραζε συχνά πυκνά για τις όποιες απροσεξίες του στην εμφάνιση), τον έκαναν να μοιάζει με περιφερόμενο τσιγγάνο.

Είχε σηκωθεί μαζί με τη γυναίκα του, την Κωνστάνσα, αφού άκουσαν τα πρώτα κουδουνίσματα στις οκτώ. Συναπαντήθηκαν με τους Νικολέσκου, με τους οποίους έμεναν μαζί από τις 26 του μήνα -στα πλαίσια της κοινής συγκατοίκησης για περισσότερη προστασία-, καθώς πήγαιναν στην εξωτερική τουαλέτα, περπατώντας γρήγορα, όπου έμειναν για είκοσι λεπτά, κυρίως περιμένοντας να υποχωρήσει η βροχή, και επέστρεψαν με τον ίδιο τρόπο, το ταχύτερο δυνατό, πέντε λεπτά μετά τα τελευταία χτυπήματα του Λούκα. Πήραν με αργό τέμπο το πρωινό τους γεύμα, που αποτελούνταν από λίγο ψωμί, δύο κομμάτια μπακλαβά, γάλα και καφέ. Φαινόταν ότι ο Λουσιάν είχε πολύ πιο κακή διάθεση από την Κωνστάνσα, τον Χοράσιου και την Τζορτζέτα, ένεκα που, σε αντίθεση με εκείνους, αυτός έμοιαζε να τρώει λες και είχε χάσει την αίσθηση της γεύσης. Σαν να ήταν ένα μαχαίρι που «έτρωγε» το ψωμί, χωρίς απόλαυση ή δυσαρέσκεια, αλλά απλά κάνοντάς το. Μόνο όταν ήρθε η σκυλίτσα τους, η Ιντελιτζέντ, που είχε γκρι τρίχωμα, μόνο τότε ο Λουσιάν μπόρεσε να χαμογελάσει και να φάει έστω και με λίγη όρεξη.

Η Κωνστάνσα δεν τον αδικούσε και τόσο. Κι εκείνης της έλειπαν τα παιδιά τους. Είχαν δύο αγόρια, τον δεκαπεντάχρονο Πέταρ και τον δεκατριάχρονο Βάλι, οι οποίοι στην εμφάνιση είχαν μοιάσει πιότερο στον Λουσιάν, παρά στην Κωνστάνσα. Ήταν παιδιά με μεγάλη αγάπη για τους γονείς τους, που τους βοηθούσαν και στο σπίτι, και στο καφενείο και στα χωράφια, ενώ παρακολουθούσαν κι αυτά, όπως κάποτε οι γονείς τους, τα μαθήματα του πατέρα Στεφάν και της Ντανιέλα. Ήταν ήσυχα και ευγενικά παιδιά, χωρίς να τσακώνονται κάθε μέρα, που σέβονταν τους μεγαλύτερους, αφού τους μιλούσαν σαν να ήταν όλοι οι αγαπημένοι τους δάσκαλοι, ενώ δεν τους διέκοπταν ποτέ –είχαν σταματήσει αυτή τη συνήθεια στα έξι, περίπου. Ο Βάλι ήταν πιο δυνατός από τον Πέταρ, αλλά ο Πέταρ είχε περισσότερες συναισθηματικές αντοχές, κάτι που είχε φανεί πολύ όταν πέθανε η αγαπημένη τους σκυλίτσα, η Φρουμοάσα. Ο Βάλι είχε καταρρακωθεί, έκλαιγε και παρακαλούσε τον Λουσιάν και την Κωνστάνσα να την ξυπνήσουν και να αρχίσει πάλι να γαβγίζει και να τρέχει. Ο Πέταρ είχε κλάψει κι αυτός, αλλά χωρίς να κρυφτεί στο δωμάτιο που μοιραζόταν με τον αδερφό του, ο οποίος είχε σπεύσει όταν ο Λουσιάν του είπε ότι θα έθαβε τη Φρουμοάσα. Ήταν δύσκολες οι επόμενες μέρες, ο Βάλι δεν είχε όρεξη ούτε για παιχνίδι ούτε για μάθημα ή για τις δουλειές. Για φαγητό, εκεί κι αν τον πίεσαν πολύ οι δικοί του. Όμως, ευτυχώς, ο πατέρα του είχε φέρει την Ιντελιτζέντ, η οποία κέρδισε μια θέση στην καρδιά των παιδιών και τα αναζωογόνησε, με τα γαλάζια μάτια του Βάλι -αυτά τα είχε κληρονομήσει από την μητέρα του- να αστράφτουν και τον Πέταρ να αγκαλιάζει την Ιντελιτζέντ μετά από τον αδερφό του. Αυτό το σκυλί είχε προσφέρει σε όλους τους πολλές μέρες χαράς. Όταν, δε, είχε γεννήσει για πρώτη φορά… Τα παιδιά είχαν το μυαλό τους μόνο στα κουτάβια και δεν ήθελαν να τα δώσουν σε κανέναν. Κι όταν συμβιβάστηκαν με την απόφαση των γονιών τους, ότι δεν γινόταν να τα κρατήσουν, διάλεξαν τα ίδια σε ποιους θα τα έδιναν, δηλαδή στους φίλους τους, αλλά και τα πήγαν σε αυτούς, κρατώντας τα στην αγκαλιά τους.

Και τώρα… δεν ήταν εδώ. Ο Βάλι και ο Πέταρ έλειπαν και η Ιντελιτζέντ από χθες το απόγευμα είχε την ίδια -και χειρότερη στάση- στάση με τον Λουσιάν. Το μεσημέρι, καθώς την αποχαιρετούσαν τα παιδιά, έκλαιγε μαζί τους, νιώθοντας το τελεσίδικο αντίο που της έλεγαν, και δεν σταμάτησε ούτε το βράδυ, παρά τις πρώτες πρωινές ώρες της σημερινής μέρας, όταν και είχε κουραστεί πλέον. Οι γονείς των παιδιών δεν είχαν επιτρέψει να έχουν σκυλί μέσα στο σπίτι, γιατί ήταν πολύ μικρό, οπότε άφηναν την Ιντελιτζέντ στην μπροστινή πλευρά, στον κεντρικό δρόμο. Αλλά, με το που επέστρεψαν και πήγαν να μπουν στο σπίτι και άκουσαν την σκυλίτσα να κλαίει, αποφάσισαν να την πάρουν μαζί τους, μέσα.

Η Κωνστάνσα δεν ήξερε τι ήταν πιο οδυνηρό στο προηγούμενο βράδυ. Τα δικά της αναφιλητά, του Λουσιάν ή της Ιντελιτζέντ, από το διπλανό δωμάτιο των παιδιών που έλειπαν; Ή των Νικολέσκου, που κι εκείνοι ήταν στενοχωρημένοι από την απουσία των δικών τους παιδιών; Δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα, αν και μάλλον έτεινε στο ότι που είχαν όλοι τόσο πεσμένη διάθεση.

Ο Λουσιάν είχε πει στους άλλους ότι θα πήγαινε στο καφενείο, κι ας μην ερχόταν κανένας. Χάιδευε την Ιντελιτζέντ στο κεφάλι, η οποία κοιτούσε προς το διάδρομο των δωματίων, όταν του ήρθε η ιδέα. «Το έχω ανάγκη» τόνισε. «Δεν… δεν μπορώ έτσι απλά να μην πάω. Να τα παρατήσω. Δεν το νιώθω σωστό».

«Καταλαβαίνω. Εγώ, όμως, δεν νομίζω πως θέλω να έρθω, Λουσιάν». Η Κωνστάνσα ανασήκωσε τους ώμους της. Είχε μακριά ξανθά μαλλιά και φορούσε μια μαύρη φούστα, άσπρη πουκαμίσα και μπότες. Το πράσινο μαντήλι κεφαλής της το είχε αφήσει παράμερα, στο τραπέζι. «Σε πειράζει να πας μόνος σου;»

«Όχι, Κωνστάνσα». Έτριψε το κεφάλι της Ιντελιτζέντ και έσκασε ένα χαμόγελο. «Δεν με πειράζει. Άλλωστε, κάπως έτσι δεν τα φέρναμε βόλτα όταν ήσουν έγκυος; Και τις δύο φορές;»

«Ναι. Εσύ στο καφενείο κι εγώ εδώ. Βέβαια τότε είχα και τη μαμή να με μαλώνει που ήθελα να καθαρίσω και να φτιάξω φαγητό. Τώρα…»

«Τώρα θα έχεις τον Χοράσιου, την Τζορτζέτα και την Ιντελιτζέντ, για παρέα».

Οι Νικολέσκου κατένευσαν, ενώ η σκυλίτσα κοίταξε τον Λουσιάν, σηκώνοντας και γέρνοντας το κεφάλι της, με χαμηλωμένα τα αυτιά της και τα καστανόχρωμα μάτια της να ψάχνουν την επιβεβαίωση που γύρευε, ότι τα παιδιά θα έρχονταν σύντομα.

Μη με κοιτάς έτσι, καρδιά μου. Σε παρακαλώ, ευχήθηκε μέσα του ο Λουσιάν, και η Ιντελιτζέντ γύρισε αλλού, προς το δάπεδο, όπου και ξάπλωσε, με το κεφάλι της ανάμεσα στα μπροστινά της πόδια και την ουρά της να μην κινείται νευρικά, όπως συνήθιζε όταν ήταν χαρούμενη.

Σε ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ.

Έφυγε για το καφενείο λίγο αργότερα και είχε σκοπό να μείνει μέχρι το μεσημέρι. Αν άντεχε. Αν έβρισκε νόημα σε όλο αυτό.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook