Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 5

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

1 μετά μεσημβρίας
11 ώρες πριν την Επίθεση στο Μπραν

Μπραν

Το κάστρο έστεκε εκεί, ψηλά, πάνω από το χωριό. Υπήρχε και κατά πάσα πιθανότητα δεν θα έπεφτε ποτέ. Ή αν το έριχναν οι Αρχές, οι εναπομείναντες κάτοικοι δεν θα είχαν την ευκαιρία να γιορτάσουν εκείνη την ημέρα. Έτσι πίστευε ο Στεφάν, καθώς το κοιτούσε από την ανοιχτή πόρτα της εκκλησίας. Η βροχή συνεχιζόταν ακάθεκτη, σαν δρομέας που προσπαθεί να φτάσει πρώτος στον τερματισμό. Τα ρούχα του ιερέα είχαν μουσκέψει, παρά και το πανωφόρι που είχε ρίξει στους ώμους του. Δυστυχώς, τα ίδια είχαν υπομείνει και η Ντανιέλα με τον Λούκα -ο οποίος ήταν να έρθει αργότερα, για να χτυπήσει την καμπάνα, αλλά θα το έκανε πιο νωρίς-, που τον ακολούθησαν. Η Κορνέλια, παρακούοντας τον άντρα της (που ήθελε να είναι μαζί τους, για να μπορεί να την προστατεύει και αυτή), είχε μείνει πίσω για να ετοιμάσει το φαγητό. Εκείνοι είχαν πάει στον ναό, για να ανάψουν τα καντήλια και να προσευχηθούν. Επίσης, ήθελαν να είναι ανοιχτός ο ναός σε περίπτωση που ήθελε κάποιος άλλος να έρθει για τους ίδιους λόγους –ή και για άλλον.

Ήταν εκεί, λοιπόν, και ο Στεφάν είχε αποφασίσει από παλιά πως δεν θα το επισκεπτόταν ποτέ. Θυμόταν ξανά και ξανά τις φορές που οι συγχωριανοί του είχαν μιλήσει για το φόβο που τους προκαλούσε το κάστρο και η πυργοδέσποινα του. Ψίθυροι και χαμηλωμένα βλέμματα. Υποταγή στον άγνωστο τρόμο, που μέχρι πρόσφατα δεν αποτελούσε τίποτα περισσότερο, από μια τρελή φήμη που διαδιδόταν από γενιά σε γενιά, σαν κληρονομιά. Όμως, τα πράγματα είχαν αλλάξει, κι αυτό απογοήτευε τον ιερέα, γιατί είχε κάνει τόσο μεγάλο λάθος… Ο Στεφάν προσπαθούσε τόσο καιρό να πείσει τους πάντες ότι δεν έχουν λόγο για να τρέμουν -όχι αυτόν τον λόγο, δηλαδή-, γιατί δεν υπήρχαν Κόμισσα και βρικόλακες γενικά, αλλά τα πρόσφατα γεγονότα, σαν δαμόκλειος σπάθη, είχαν χαράξει το Μπραν και τις όποιες ελπίδες για να επανέλθει η λογική στους κατοίκους του.

Η λογική, σκέφτηκε ο Στεφάν και περιγέλασε τον εαυτό του. Ποιος άραγε είχε φερθεί με λογική και ποιος χωρίς; Όπου υπάρχει καπνός, μάλλον θα υπάρχει και φωτιά. Αφού πίστευαν τόσοι πολλοί στην ύπαρξη της Κόμισσας και του είδους της, δεν θα ήταν λογικό να υπάρχει κάποια αλήθεια σε αυτή την πεποίθηση; Όσο παράλογη και αν έμοιαζε, δεν θα έπρεπε να ισχύει έστω και εν μέρει; Γιατί εκείνος δεν μπορούσε απλά να το δεχτεί; Αφού και ο ίδιος ενδόμυχα έτρεμε να πάει στο κάστρο, οπότε γιατί αμφισβητούσε τους άλλους;

Είχε ευθύνη για όσα συνέβαιναν. Μπορεί οι άλλοι ενήλικοι να είχαν τη δυνατότητα να πράξουν κατά το δοκούν, όμως ο Στεφάν είχε δύναμη και επιρροή σε αυτούς, χάρη στην ιδιότητά του. Θα μπορούσε να τους είχε καθοδηγήσει αλλιώς. Θα μπορούσε να τους προτείνει να επιτεθούν στο κάστρο. Κι ας μην ήταν στρατιώτες. Εφόσον υπήρχαν τα εκρηκτικά υλικά, τότε υπήρχε και η ευκαιρία. Συν ότι, αν είχαν κάνει παλιά την κίνησή τους, θα είχαν τους Ούγγρους να προπορεύονται. Ό,τι κι αν έλεγε ο Ντράχοσλαβ, εν τέλει αυτοί ήξεραν από όπλα και δυναμίτη. Και σε αυτούς δεν θα έδιναν περαιτέρω εξηγήσεις για το ποιόν του εχθρού. Απλά τα αφεντικά τους θα έδιναν την εντολή. Όπως και να είχε, θα είχε γίνει η δουλειά και ίσως θα είχαν γλιτώσει από όλο αυτό το μαρτύριο. Δεν θα είχε χρειαστεί να αποχωριστούν οι κάτοικοι τους δικούς τους ανθρώπους, ούτε θα είχε πεθάνει κανείς τους ή κάποιο σκυλί.

Αλλά όχι. Δεν είχε γίνει τίποτα από αυτά. Γιατί ο Στεφάν δεν είχε πιστέψει ότι εκείνο το κάστρο ήταν κάποιου είδους σφηκοφωλιά, όπου κατοικούσαν νεκροζώντανα έντομα. Και τώρα, δεν μπορούσε να αναιρέσει κάτι, ούτε να γυρίσει το χρόνο πίσω. Έπρεπε να συμβιβαστεί με το παρόν, όσο σκληρό κι αν του ήταν.

Ο Στεφάν τύλιξε γύρω από το ισχνό σώμα του το πανωφόρι του. Οι παγωμένες στάλες που τον είχαν βρέξει του προκαλούσαν ανατριχίλες. Κοίταξε άλλη μια φορά το κάστρο, που πλέον καλυπτόταν από ένα αχνό στρώμα ομίχλης, και μετά γύρισε και μπήκε στην εκκλησία, για να ζητήσει συγχώρεση.

Είχε ευθύνη για όσα συνέβαιναν και για όσα θα συνέβαιναν.

Το ήξερε και θα μπορούσε να ζήσει τα τελευταία του χρόνια με αυτή τη γνώση και τις αναπόφευκτες πληγές που θα σχηματίζονταν μέσα του.

Αν υπάρξουν άλλα χρόνια για μένα, σκέφτηκε. Για όλους μας, δηλαδή.

Μισή ώρα αργότερα, ο Λούκα χτύπησε ξανά την καμπάνα, ο Λουσιάν έκλεινε το άδειο μαγαζί του -ούτε ένας πελάτης σήμερα- και οι Τσομπάνου συνέχιζαν να ακούνε τις ιστορίες των συγχωριανών τους, γνωρίζοντάς τους και ελπίζοντας πως μελλοντικά θα βοηθούσαν ο ένας τον άλλο και τα παιδιά τους θα έκαναν παρέα.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook