Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 5

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

4 μετά μεσημβρίας
8 ώρες πριν την Επίθεση στο Μπραν

Μπραν

Ο Ντράχοσλαβ βρήκε τον Βέλκαν στο δωμάτιο των παιδιών. Καθόταν ανακούρκουδα στο ίδιο σημείο όπου την προηγούμενη μέρα είχε καθίσει με τις κόρες του στην αγκαλιά του. Είχε το ίδιο απόμακρο βλέμμα, όπως πριν τον ρωτήσει η Αντελίνα για το τι συνέβαινε. Έβλεπε, αλλά και δεν έβλεπε την ίδια στιγμή. Τυπικά, ήταν παρών, αλλά ουσιαστικά απών, ταξίδευε με το μυαλό του. Στα χέρια του, είχε μια από τις κούκλες που είχε αγοράσει στις μικρές πριν από λίγα χρόνια. Ήταν φτιαγμένη από ξύλο, ντυμένη με μακρύ καφέ φόρεμα, μακριές κάλτσες και χαμηλοτάκουνα παπούτσια. Τα ξανθά μαλλιά της, που ήταν από άχυρο, καλύπτονταν με ένα κοκκινωπό σκουφί, ενώ τα μάτια, η μύτη και τα κόκκινα χείλη της ήταν ζωγραφισμένα με λεπτό πινέλο. Οι μικρές την είχαν αφήσει πίσω, στην αποθήκη, για τον ίδιο λόγο που είχαν αφήσει και άλλα παιχνίδια. Είχε χαλάσει. Τα χέρια και τα πόδια της δεν ήταν ολόκληρα πλέον. Τα χρώματα των ρούχων είχαν ξασπρίσει, σαν να τα είχαν αλείψει με αλεύρι, ενώ πολλές «τούφες» των μαλλιών της είχαν αποκοπεί.

Ο Βέλκαν κρατούσε την κούκλα, αλλά δεν την κοιτούσε. Την είχε βρει τυχαία, όταν έψαχνε για ένα μπουκάλι κρασί, για το μεσημεριανό γεύμα. Χρειάστηκε να σηκώσει μερικά τσουβάλια και δύο τελάρα, καθώς και μερικά εργαλεία για τα χωράφια. Έπιασε την κούκλα και την έφερε κοντά στο κερί που είχε μαζί του. Θυμήθηκε ότι την είχε αγοράσει από μια τσιγγάνα, όταν είχε έρθει ένα μικρό καραβάνι στο Μπραν. Η Λία και η Αντελίνα ήταν εφτά χρονών εκείνο το απόγευμα του Ιουνίου και είχαν μαγευτεί από τα κόλπα που έκαναν οι άντρες και τα παιδιά τους με τα ζώα και τις φωτιές, μερικά από τα οποία φαίνονταν πολύ επικίνδυνα. Όταν, δε, κάποια από τα μεγαλύτερα παιδιά παρουσίασαν ένα αστείο θεατρικό, οι κόρες του Βέλκαν ξετρελάθηκαν και έκλαιγαν από χαρά. Έπειτα, ενόσω περιδιάβαιναν τους πάγκους που είχαν στήσει οι τσιγγάνοι, κοιτούσαν όλες τις φιγούρες και τα φυλαχτά που είχαν αραδιάσει οι πωλητές, αναζητώντας, όπως κάθε παιδί, το δικό τους θησαυρό. Αλλά αυτό είχε αποδειχτεί πολύ δύσκολο για την Λία και την Αντελίνα, γιατί, πάλι όπως σχεδόν κάθε παιδί, τα ήθελαν λίγο πολύ όλα. Μπαμπά, θέλω εκείνο. Μαμά, εγώ το άλλο. Μπαμπά, κοίτα πόσο ωραίο είναι αυτό. Ο Βέλκαν και η Εμιλιάνα τις ακολουθούσαν και ένευαν σε κάθε πρότασή τους, αλλά τονίζοντάς τους ότι δεν μπορούσαν να πάρουν όλα τα παιχνίδια που έβλεπαν. Ο Βέλκαν δεν ήθελε και τόσο να είναι εκεί, γιατί είχε συνέχεια στο μυαλό του τις διδαχές των Τσομπάνου που περνούσαν από γενιά σε γενιά. Αλλά, από την άλλη, δε συμφωνούσε πάντα με ό,τι έλεγε ο πατέρας του. Επιπλέον, δεν ασχολιόταν ιδιαίτερα με τις κόρες του, το οποίο του το είχε υπενθυμίσει η Εμιλιάνα, προτού βγουν για να πάνε τη βόλτα τους. Έτσι, αποφάσισε να τις συνοδέψει.

Δεν το είχε μετανιώσει τότε και τώρα χαιρόταν που δεν είχε ακολουθήσει τη συμβουλή του Ντράχοσλαβ, ότι δεν πρέπει να κακομαθαίνει κανείς τα παιδιά του, λες και το να περάσεις λίγο χρόνο μαζί τους θα τους «εντρυφήσει» κάποιο κακό μήνυμα για τη ζωή. Αν δεν είχε πάει στο μικρό πανηγύρι που είχε στηθεί στον κεντρικό δρόμο, δεν θα είχε τώρα τη δυνατότητα να θυμάται πόσο χαρούμενες ήταν οι μικρές, αλλά και η Εμιλιάνα. Και πιθανώς δεν θα είχε τώρα αυτή την κούκλα στα χέρια του, μια ακόμα απόδειξη για μια όμορφη στιγμή του παρελθόντος του σαν πατέρας.

Ο Ντράχοσλαβ έβγαλε το καπέλο του. Κάθισε στο κρεβάτι της Αντελίνα και ατένισε το δωμάτιο γύρω του. Ήταν άδειο από ψυχή, από εκείνη την αθωότητα που μόνο τα παιδιά διαθέτουν και με την οποία μπορούν να γεμίσουν ένα χώρο. Έμοιαζε σαν να ήταν στοιχειωμένο, καταραμένο. Λες και είχε φτιαχτεί για παιδιά που δεν γεννήθηκαν ποτέ ή που γεννήθηκαν νεκρά. Του προκαλούσε αγωνία και θλίψη συνάμα. Απογοήτευση για τον εαυτό του, που δεν οργάνωσε σωστά την επιχείρηση για τη διάσωση του Μπραν και που είχε φερθεί στις μικρές με αγριάδα τόσες και τόσες φορές.

Γύρισε προς τον Βέλκαν. Έτσι που τον έβλεπε να κάθεται, με κατεβασμένους τους ώμους και μισότρελο βλέμμα, του θύμισε στιγμές από όταν ήταν παιδί και ο Ντράχοσλαβ τον νουθετούσε με όσα είχε διδαχτεί ο ίδιος, πολλά από τα οποία είχαν επηρεάσει τον ίδιο και, σε μεγάλο βαθμό, την κατάσταση στην οποία περιήλθε το Μπραν –αφού, αν είχε άλλη γνώμη για όσα έπρεπε και μπορούσαν να γίνουν, ίσως να μην έφευγαν ποτέ τα παιδιά και οι άλλοι ηλικιωμένοι. Μια από αυτές τις διδαχές είχε να κάνει με το ότι τα αγόρια -και δη, οι ενήλικοι- δεν αγγίζουν ποτέ κοριτσίστικα ή γυναικεία πράγματα, όπως παιχνίδια. Θεωρείτο πολύ σοβαρό παράπτωμα, διότι «θιγόταν» ο ανδρισμός. Αλλά ο Ντράχοσλαβ αυτό δεν το σκεφτόταν καθόλου τώρα.

«Γιε μου;» είπε και όντως, εκείνη τη στιγμή, για τον Ντράχοσλαβ, δεν ήταν ο Βέλκαν, το στήριγμα του σπιτιού, αλλά ένα μικρό αγόρι. Το δικό του μικρό αγόρι. Ο γιος που είχε υπάρξει κάποτε. Από το μυαλό του, πέρασαν όσα είχε ακούσει πιο πριν από άλλους κατοίκους, για τα δικά τους παιδιά, είτε αγόρια, είτε κορίτσια. Μίλησαν για τα αγαπημένα ζώα των μικρών τους ή το αγαπημένο τους γλυκό ή το πόσο ωραία περνούσαν στο κατηχητικό. Ή πόσο καλά είχαν κρυφτεί από τους φίλους τους, ενώ έπαιζαν. Οι άλλοι γονείς είχαν πει όσα θα έπρεπε να θυμάται οποιοσδήποτε γονιός για το παιδί του, όσο θα έπρεπε να θυμάται και ο Ντράχοσλαβ για τον Βέλκαν, καθώς ο τελευταίος μεγάλωνε, αλλά που δεν τα είχε προσέξει όταν αναφέρονταν ή συνέβαιναν -γιατί είχε δουλειές και ήταν άντρας– και που πλέον τα είχε ξεχάσει.

Ο Βέλκαν δεν τον κοίταξε. Με αργή φωνή, ψέλλισε «Μου λείπουν, πατέρα. Μου λείπουν. Δεν το πιστεύω ότι θα το έλεγα ποτέ αυτό. Δεν το πιστεύω ότι θα έφτανε κάποτε η στιγμή να τις διώξω και να αναρωτιέμαι αν θα τις ξαναδώ». Χαμογέλασε με πόνο. «Αλλά τις είχα διώξει τόσες και τόσες φορές. Όχι στο Μπρασώφ, αλλά από κοντά μου. Από δίπλα μου, από μπροστά μου. Από κει που ήμουν. Επειδή είχα δουλειές. Επειδή πάντα είχα δουλειές, αλλά ποτέ αρκετό χρόνο για τις κόρες μου. Και να πού φτάσαμε».

«Δεν ξέραμε τι θα γινόταν. Είναι άδικο να ρίχνεις ευθύνες στον εαυτό σου».

«Και σε ποιον να ρίξω; Στην Εμιλιάνα; Στην μαμά;» Κοίταξε τον Ντράχοσλαβ με θολά μάτια. Οι ρόλοι είχαν αλλάξει. Ο ψυχικός πόνος συντάρασσε τον Βέλκαν πλέον. «Σε εσένα;»

Ο Ντράχοσλαβ, που ευχόταν να πέθαινε, παρά να ξανάβλεπε έτσι τον γιο του, κατένευσε. «Ίσως. Ίσως πρέπει να κατηγορήσεις εμένα. Αν μη τι άλλο, εγώ σου έλεγα τι να κάνεις και σε υποχρέωνα να με ακολουθείς».

«Σωστά. Κι εγώ σε άκουγα. Λες και δεν είχα δική μου βούληση». Χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά της κούκλας. «Αλλά τότε θεωρούσα ότι δεν θα τις έχανα».

«Δεν τις έχασες, γιε μου. Θα τις ξαναδείς. Όλοι μας θα ξαναδούμε την Λία και την Αντελίνα. Και την Ιούλια. Σε όλους μας λείπουν».

«Το πιστεύεις αυτό; Ότι θα τις ξαναδούμε;»

«Ναι. Φυσικά». Ο Ντράχοσλαβ έπαιξε μια φορά τα μάτια του και μόρφασε. Ήταν ευχής έργο που ο Βέλκαν δεν τον κοιτούσε. «Θα τα καταφέρουμε, γιε μου. Να είσαι σίγουρος».

Ο Βέλκαν δεν απάντησε, παρά στράφηκε προς τη μπαλκονόπορτα. Το παντζούρι ήταν ανοιχτό, αλλά το φως λιγοστό. Ο Ντράχοσλαβ είδε τα δάχτυλα του γιου του να ασπρίζουν και κατάλαβε πως έσφιγγε την κούκλα.

«Όταν έρθουν» είπε ο νεαρότερος Τσομπάνου «θέλω μια προσωπική συνάντηση με την Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου. Μόνο εγώ κι αυτή. Ένα δυο λεπτά, όχι παραπάνω. Δεν θα πάρει περισσότερο χρόνο. Θέλω να της εξηγήσω γιατί θα της κάνω όσα πρόκειται να της κάνω».

«Σε καταλαβαίνω, γιε μου. Εύχομαι μόνο να μην ήμουν γέρος και να μπορούσα να σε βοηθήσω».

Ο γιος του γύρισε προς το μέρος του. Τώρα είχε εξοργισμένο ύφος. «Δεν θέλω βοήθεια, πατέρα. Θέλω εκδίκηση. Προσωπική εκδίκηση. Και θα την έχω. Μάρτυς μου ο Θεός, θα τη σφάξω την Μπενγκέσκου. Θα τη σφάξω».

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook