Η ΕΝΤΟΛΗ ΤΗΣ ΚΟΜΙΣΣΑΣ – ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ – 2

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ο Φάμπιαν γύρισε με άμαξα στην ευρύτερη περιοχή του Ερζιβετβάρος, στη συμβολή των οδών Ρόζα και Ντοχάνι, αφού πρώτα πέρασε από ένα μαγαζί και αγόρασε τσιγάρα. Όπως το περίμενε, στην άκρη του δρόμου κοντά στις σκάλες, είχε κουρνιάσει ο Σιπ, ο γάτος με την φουντωτή άσπρη και καφετιά γούνα. Ως συνήθως, κοιμόταν, ενώ γύρω του ο κόσμος βούιζε από ποδοβολητά και ρόδες που κυλούσαν στο οδόστρωμα. Την καλύτερη δουλειά κάνεις, μεγάλε, είπε μέσα του ο Φάμπιαν και τον άφησε στην ησυχία του. Ανέβηκε γρήγορα τα σκαλοπάτια στην είσοδο και μέχρι τον τρίτο όροφο. Μπήκε στο ήσυχο διαμέρισμα, άφησε το πανωφόρι και το καπέλο του σε μια καρέκλα στην κουζίνα, πήρε μια αλλαξιά και βγήκε για το κοινόχρηστο μπάνιο. Ευτυχώς, δεν περίμενε κανείς, ούτε ήταν άλλος μέσα. Οπότε αναπαύτηκε δέκα λεπτά, έκλεισε τα μάτια του και καθάρισε το σώμα του από πάνω έως κάτω. Δεν σκεφτόταν τίποτα όσο έμεινε στο μπάνιο. Ήταν ένας βασικός κανόνας που είχε μάθει και από τη ζωή, αλλά και κατά τη στρατιωτική του θητεία. Να τρως, να κοιμάσαι και να ξεπλένεσαι όσο περισσότερο μπορείς, γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε θα έχεις ξανά τέτοια ευκαιρία. Ανάθεμά τους, αλλά οι ανώτεροι πολλές φορές ήξεραν τι έλεγαν. Αν σκεφτεί κανείς ότι, έτσι και τους πήγαιναν για εκπαίδευση σε κάνα βουνό, πούθε να βρεις εκεί πάνω ένα φαγητό της προκοπής ή ένα μέρος να σφουγγίσεις τη βρομιά από το σώμα σου; Καλά, για ικανοποιητικό ύπνο, ούτε λόγος. Οπότε ο Φάμπιαν, σαν πιστός στρατιώτης, εφάρμοζε όσα του έμαθαν. Τώρα, απλά άφησε το καυτό νερό να κάνει τη δουλειά του, να ανατριχιάσει το δέρμα του, να χαλαρώσει τους μυς του και να τον αφοπλίσει από τον ιδρώτα και το τρέξιμο της προηγούμενης μέρας. Ήταν τρομερό το τι επίδραση είχε στον Φάμπιαν. Σχεδόν νόμισε πως η ζωή του δεν είχε κανένα δυσάρεστο στοιχείο. Μπόρεσε ακόμα και να αναπολήσει στιγμές αντρόγυνου που είχαν περάσει εδώ μέσα με την Έμιλυ. Δεν χωρούσαν, η μπανιέρα ήταν πολύ μικρή ακόμα και για τον Φάμπιαν, αλλά τα είχαν βολέψει. Όλες τις φορές. Και ήταν τέλεια. Πάλι, όλες τις φορές.

Στη συνέχεια, σκουπίστηκε, φόρεσε το καινούριο κουστούμι και πήγε στο διαμέρισμα. Άνοιξε τα παντζούρια στα παράθυρα των δωματίων, για να αεριστεί λίγο ο χώρος, όσο εκείνος ήταν εκεί. Κάθισε ένα δυο λεπτά στο κρεβάτι της Ορέλια. Ήταν άδειο. Στρωμένο. Ταχτοποιημένο. Οι κούκλες της, σε ένα ψάθινο καλάθι. Δύο βιβλία με παιδικές ιστορίες βρίσκονταν στην καρέκλα που κάθονταν είτε ο Φάμπιαν, είτε η Έμιλυ, όταν της διάβαζαν. Κι εκείνη δεν ήταν εδώ. Όπως τότε, στην αρχή, όταν αγόρασαν το διαμέρισμα.

«Θα έρθει» μονολόγησε ο Φάμπιαν και χάιδεψε την απαλή πράσινη κουβέρτα. «Θα έρθει». Γιατί, αλλιώς…

Δεν υπήρχε άλλη περίπτωση. Δεν ήθελε καν να διανοηθεί κάτι άλλο για την Ορέλια. Ακόμα και ο δόκτωρ Μολνάρ ήταν αισιόδοξος. Τα μάσαγε λίγο, έλεγε ότι δεν πρέπει να βγάζουν συμπεράσματα με τη μία και να περιμένουν (κάνοντας, βέβαια, το καθήκον τους, και οι δύο πλευρές, και το νοσοκομείο, αλλά και οι γονείς), όμως ήλπιζε ότι η μικρή θα ανέρρωνε. Η κόρη των Άσπελ ήταν η πιο νέα ασθενής του νοσοκομείου και αυτό ωθούσε το προσωπικό να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί. Όχι ότι παρατούσαν τους άλλους, αλλά, όπως και να το έβλεπε κανείς, για ένα παιδί έπρεπε να δώσουν το κάτι παραπάνω. Όχι απλά έπρεπε, αλλά το ήθελαν κιόλας. Κι αυτός ήταν ένας επιπλέον λόγος που ο Φάμπιαν ήλπιζε και έλεγε στην Έμιλυ να ελπίζει κι αυτή.

Βρήκε το φαγητό που είχε φτιάξει η γυναίκα του. Ήταν tafelspitz, δηλαδή βραστό μοσχάρι σε ζωμό, με ένα μείγμα από κιμά μήλων και χρένου. Ήταν μπόλικο. Το καζάνι, μισογεμάτο. Ο Φάμπιαν έβαλε δύο μεγάλα κομμάτια κρέας, διαποτισμένα με πολύ ζωμό και πολλή σάλτσα, σε ένα πιάτο, κάθισε και το έφαγε. Χωρίς να πιει μπίρα ή κρασί. Ήταν πολύ πρωί γι’ αυτά. Το φαΐ ήταν γευστικό, σε καμία περίπτωση προϊόν προχειροδουλειάς. Κάτι που του έλεγε ότι η Έμιλυ είχε σηκωθεί νωρίς. Ίσως πριν καν τις πέντε. Γεγονός που δικαιολογούσε κι αυτό την κούραση που είχε δει στο πρόσωπό της ο Φάμπιαν. Είχε αφήσει τον ύπνο της, που τον χρειαζόταν, για να μην πάει εκείνος με άδειο στομάχι στο γραφείο. Θα έπρεπε να την μαλώσει. Πραγματικά, δεν έπρεπε να μπει σε τέτοιους μπελάδες. Αυτός θα έβρισκε να φάει. Ήδη είχε πει στον Βολφ να το φροντίσουν αυτό με τον Ράινχελ. Τέλος πάντων. Θα τα συνδύαζε. Θα έτρωγε και ό,τι επρόκειτο να αγοράσουν οι συνάδελφοί του από το εστιατόριο Φαντάστικους Ίνζεκ, που ήταν παραδίπλα από τον τοπικό σταθμό του Evidenzbureau, και στο οποίο κατέφευγαν όταν είχαν ολιγόλεπτο διάλειμμα ή εφόσον δεν έπρεπε να καθυστερήσουν. Αν μη τι άλλο, ο Φάμπιαν δεν είχε θέμα με το φαΐ. Άσε που έπρεπε να γευματίζει τουλάχιστον τέσσερις φορές την ημέρα. Αλλιώς θα «λιμοκτονούσε».

Έπειτα, όταν δεν υπήρχε ούτε δείγμα στο πιάτο του, το ξέπλυνε εν τάχει, το άφησε στο νεροχύτη και φόρεσε στη ζώνη του τη δερμάτινη θήκη με το υπηρεσιακό του πιστόλι Γκάσερ και το σουγιά του, έλεγξε το πορτοφόλι του, πήρε το πανωφόρι και το καπέλο, έκλεισε τα παντζούρια και βγήκε από το διαμέρισμα. Συνάντησε δυο τρεις άλλους ενοίκους, που πήγαιναν στη δουλειά τους, τους καλημέρισε και συνέχισε ως την έξοδο.

Ξανά στην οδό Ρόζα. Άναψε τσιγάρο και είδε πως ο Σιπ ήταν στην ίδια θέση που τον είχε αφήσει. Αδιάφορος για όσα συνέβαιναν. Μάλλον κουράστηκε από το κυνήγι των θηλυκών και παίρνει δυνάμεις, σκέφτηκε ο Φάμπιαν και χαμογέλασε. Θυμόταν που μέχρι πριν ένα μήνα περίπου τον Σιπ δεν τον έβλεπες εύκολα εδώ γύρω, παρεκτός αν εμφανιζόταν κάποια γάτα. Η οποία ακολουθούνταν από μερικούς αρσενικούς. Λες και ήταν καμιά βασίλισσα με τους προσωπικούς φρουρούς της. Φυσικά, ανάμεσα στους υποψήφιους εραστές ήταν και ο Σιπ, που δεν έδινε δεκάρα για το κάλεσμα για φαγητό που του έκαναν ο Φάμπιαν, η Έμιλυ ή και η Ορέλια, όταν τους περίσσευαν αποφάγια. Ξέρει τις προτεραιότητές του, ο μπαγάσας.

Η πόλη είχε αποκτήσει ζωντάνια. Άνθρωποι, ως επί το πλείστον Εβραίοι, περιφέρονταν επί της οδού Ρόζα, ανά ζευγάρια ή μοναχοί τους. Κάτι παιδιά με παλιόρουχα και τραγιάσκα στο κεφάλι έτρεχαν και φώναζαν. Άμαξες τη διέσχιζαν, με το εκάστοτε άλογο να ποδοπατεί το δρόμο. Πολιτοφύλακες με μπλε στολή έκαναν την περιπολία τους.

Το Ερζιβετβάρος είχε πάνω από εκατόν τριάντα χιλιάδες κατοίκους. Όταν είχαν έρθει στη Βουδαπέστη με την Έμιλυ, γύρω στο ’83, για να εγκατασταθούν -στα πλαίσια της μετάθεσης του Φάμπιαν-, έψαξαν να βρουν φτηνά διαμερίσματα, αλλά όχι και αχούρια. Δεν ήξεραν την πόλη και πού να ψάξουν, οπότε πήγαν βάσει των όσων τους ανέφεραν συνάδελφοι του Φάμπιαν. Με λίγα λόγια, του εξήγησαν, πως ο μισθός του δεν επαρκούσε για να ζήσουν με την γυναίκα του στο Μπεβάρος, στο κέντρο, που τα νοίκια μεσουρανούσαν, αλλά και το Ερζιβετβάρος δεν ήταν η χειρότερη περιοχή που υπήρχε στην πόλη. Δεν ήταν και οδός Σαμπατκαΐ, που, σύμφωνα με τους άλλους πράκτορες, ήταν «γεμάτη πόρνες, χασομέρηδες μεθύστακες και μαχαιροβγάλτες εγκληματίες», ούτε όμως «θα έβλεπαν πολλούς πλούσιους κουστουμαρισμένους και κυρίες της υψηλής κοινωνίας». Επικρατούσε μια ενδιάμεση κατάσταση, με μια τάση προς την σωστή κατεύθυνση. Συν ότι θα είχαν και το πλεονέκτημα πως θα έμεναν σχετικά κοντά στον τοπικό σταθμό του Evidenzbureau. Κάτι που θα γλίτωνε τον Φάμπιαν από πάρα πολύ κόπο και αχρείαστα αργές μετακινήσεις από και προς τη δουλειά. Έτσι, και δεδομένου ότι η Έμιλυ δεν εργαζόταν, διάλεξαν τη συγκεκριμένη πολυκατοικία και ο ιδιοκτήτης τούς έδωσε το μοναδικό άδειο διαμέρισμα που είχε εκείνη την περίοδο. Το οποίο, βέβαια, είχε ένα επιπλέον δωμάτιο, και αυτό ήταν κάτι που το ήθελαν, αν και δεν το είχαν πει σε κάποιον από τους ιδιοκτήτες που είχαν συναντήσει. Αλλά το ήθελαν. Το χρειάζονταν. Γιατί τους αναπτέρωνε την ελπίδα που είχε φωλιάσει μέσα τους σχεδόν από την πρώτη στιγμή του γάμου τους. Για ένα δικό τους παιδί. Ίσως και περισσότερα, γιατί όχι; Κάποια στιγμή. Νέοι ήταν, θα τα κατάφερναν. Σε ένα χρόνο, σε δύο; Σε δέκα; Κάποτε θα ευτυχούσαν να αποκτήσουν ένα μωρό.

Κι είχε έρθει εκείνη η στιγμή. Η αναμονή άξιζε. Οι κόποι τους άξιζαν. Η ελπίδα τους δεν ήταν άστοχη. Δε σκέφτονταν πως ξαφνικά, χωρίς κανέναν απολύτως λόγο, θα αποκτούσαν πάρα πολλά λεφτά. Δεν επιδίωκαν ότι οι πόλεμοι θα σταματήσουν δια παντός. Ούτε πως θα χανόταν η σκατοψυχιά που έβγαζαν πολλοί προς άλλους ανθρώπους και όλοι θα γίνονταν αγαπημένοι. Ένα παιδί ήθελαν. Και να πεις ότι δεν προσπαθούσαν; Προσπαθούσαν. Και με το παραπάνω. Και χωρίς να έχουν μόνο το παιδί στο μυαλό τους. Για τον Φάμπιαν και την Έμιλυ, οι ερωτικές τους στιγμές ήταν σχεδόν ειδυλλιακές. Ειδικά, όταν έβαζαν φαντασία. Η Έμιλυ, δηλαδή, γιατί ο Φάμπιαν δεν είχε και πολλή. Για παράδειγμα, ο κύριος Άσπελ δεν θα σκεφτόταν ποτέ να προτείνει στην κυρία Άσπελ να εκμεταλλευτούν τη μπανιέρα, που μετά βίας χωρούσε τον ίδιο. Ή δεν θα περίμενε στον αιώνα τον άπαντα πως θα ερχόταν μια φορά στο διαμέρισμα και θα έβρισκε την Έμιλυ μόνο με το λευκό πουκάμισό του, που δεν της πήγαινε και της ερχόταν σαν φόρεμα, και τις μακριές καλτσοδέτες της.

Νεανικά ερωτικά παιχνίδια, θα έλεγε κανείς. Μάλλον χαζά. Αλλά ο Φάμπιαν και η Έμιλυ είχαν παντρευτεί ενώ εκείνος ήταν ακόμα στη Βασιλική Χωροφυλακή της Βιέννης. Δεν είχαν κλείσει καν τα τριάντα. Ανάθεμα αν δεν είχαν όρεξη. Άσχετα με το τι έλεγαν οι γονείς της Έμιλυ, που τον Φάμπιαν δεν τον είχαν και σε τεράστια εκτίμηση. Ειδικά η Αννίκα, η πεθερά του. Του έριχνε κάτι ειρωνικές ματιές… Και έλεγε και τα δικά της, σαν να μονολογούσε, αλλά αρκετά δυνατά, για να τα ακούσει και όποιος τύχαινε να περάσει από κοντά της –και, τι τύχη ήταν αυτή, συνήθως περνούσε ο Φάμπιαν. Και τι πράγματα είναι αυτά, έλεγε η Αννίκα, να μην κάνει ένα κουτσούβελο στην κόρη μου. Ντροπής πράγματα. Πότε περιμένει, δηλαδή, όταν γεράσουν; Κι εγώ δεν θα έχω την ευκαιρία να αγκαλιάσω ένα μικράκι; Τι αχαΐρευτος, Θεέ μου. Μόνο το γραφείο του σκέφτεται. Η Έμιλυ μου, που θα έπρεπε να έχει γεμίσει το σπίτι και να τρέχει και να μη φτάνει από τα παιδιά, μαραζώνει με δαύτον. Κι εγώ, που δεν αξιώθηκα να έχω πολλά παιδιά σαν την μάνα μου… Αχ, κανείς δεν με σκέφτεται εμένα. Και άλλα τέτοια γλυκόλογα. Δεν είχε αλλάξει και πολύ το τροπάρι της, ακόμα και μετά τη γέννηση της Ορέλια. Το μόνο που είχε προστεθεί στη λίστα παραπόνων της κυρα-Αννίκα ήταν ότι η εγγονή της ήταν φιλάσθενη. Και ποιος Φάμπιαν έφταιγε γι’ αυτό; Ο πεθερός του, από την άλλη, επέκρινε τον άντρα της κόρης του για τους ίδιους λόγους, αλλά όχι στον ίδιο βαθμό με την Αννίκα. Ως προς αυτό βοηθούσε η Έμιλυ, που τον επηρέαζε και τον έβαζε στη θέση του. Και με την μάνα της το προσπαθούσε, αλλά ήταν σαν να μιλούσε σε τοίχο.

Ωραίες στιγμές είχαν περάσει με τα πεθερικά του. Ακόμα και εδώ, στη Βουδαπέστη. Τους επισκέπτονταν πού και πού. Η Ορέλια χαιρόταν κάθε φορά που τους έβλεπε. Άλλωστε, της έφερναν δώρα και της χαμογελούσαν και την καλόπιαναν. Συν ότι έβλεπε τον πατέρα της να μορφάζει με αστείο τρόπο, σαν αγοράκι που το έπιασαν να κάνει σκανταλιά, κάθε που άκουγε τα παράπονα των πεθερικών του –στα οποία συμπεριλαμβανόταν πλέον και το ότι είχαν μετακομίσει μακριά από την πατρίδα. Τέλος πάντων, η Ορέλια δεν είχε κανένα λόγο για να μην τους συμπαθεί. Άλλωστε, αυτό που έβλεπε -και που ο πατέρας της δεν θα το παραδεχόταν, αν του το έλεγε- ήταν ότι πολύ κάτω από τις ειρωνείες και τα συναφή οι γονείς της Έμιλυ έτρεφαν μια κάποια συμπάθεια για τον Φάμπιαν. Δεν ήταν ότι τον απεχθάνονταν κιόλας, σωστά;

Ο Φάμπιαν είδε έναν αμαξά να περιφέρεται και του έκανε σήμα να σταματήσει. Του είπε πού πήγαινε -δύο οδούς πιο κάτω από τον σταθμό, γιατί κανείς δεν έπρεπε να ξέρει για τους εργαζόμενους του Evidenzbureau– και ο ξερακιανός αξύριστος τύπος έδωσε διαταγή στο μαύρο άλογο να ξεκινήσει. Σε δευτερόλεπτα, έστριψαν αριστερά στη Ρόζα και εισήλθαν στην οδό Γιόσικα, όπου η κίνηση από άμαξες ή μεμονωμένα άλογα ήταν μεγαλύτερη.

«Κοίτα πράματα» είπε ο αμαξάς. «Κοίτα δω».

«Συγνώμη;»

«Τούτο το μέρος της πόλης πρέπει να το ψάξουν».

«Τι εννοείτε;»

«Τι εννοώ; Κοίτα αυτούς τους μουσάτους με τα περίεργα καπέλα. Ραβίνοι, άνθρωπέ μου. Είναι ραβίνοι. Εβραίοι».

Ο Φάμπιαν κατάλαβε πού το πήγαινε. Φυσικά. Δεν ήταν τόσο χαζός. Οι Εβραίοι ήταν «κακοί». «Έφταιγαν». Σε κάτι. Κανείς δεν ήξερε σε τι ακριβώς. Αλλά «έφταιγαν». Το πίστευε πολύς κόσμος. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που ο τοπικός σταθμός της Αντικατασκοπείας ήταν κοντά στο Ερζιβετβάρος και σε δύο μεγάλες συναγωγές, αυτή της οδού Ντοχάνι και αυτή της Ρούμπαχ Σεμπεστιέν. Γιατί αυτή η πεποίθηση είχε εγκαθιδρυθεί και στα Επιτελεία, αν και σε πολύ μικρότερο βαθμό από ό,τι στους πολίτες. Επίσης, ο υπουργός των Εξωτερικών και ο Αυτοκράτορας φοβούνταν για τυχόν παρεκτροπές μεταξύ των κατοίκων που δεν ήταν Εβραίοι με αυτούς που ήταν. Οπότε ήθελαν να υπάρχει περαιτέρω επιτήρηση, εκτός της πολιτοφυλακής, που ήταν μόνο των Ούγγρων.

«Κύριε, μην εμπιστεύεσαι τους Εβραίους. Ό,τι σου λέω. Κακιά φάρα» είπε ο αμαξάς.

«Δηλαδή, ξέρετε κάτι;»

«Ναι. Δεν πιστεύουν στον Θεό. Νομίζουν ότι ο Μεσσίας δεν έχει έρθει ακόμα. Οι περισσότεροι είναι πλούσιοι, ενώ ο κοσμάκης λιμοκτονεί».

«Και πού το αποδίδετε αυτό;»

«Έλα μου;»

«Λέω, φταίνε που πιστεύουν κάπου αλλού;»

«Ε, ναι. Είναι ηλίθιοι. Ο Μεσσίας ήρθε, κύριε. Το λένε οι Γραφές. Αλλά εκείνοι κάνουν του κεφαλιού τους». Ξεφύσησε. «Αλλά τι να πεις. Κάτι δικοί τους έκαναν τη βρομο-δουλειά».

«Ποια βρομο-δουλειά;»

«Άκου, ποια βρομο-δουλειά; Σταύρωσαν τον Χριστό, ντε».

«Οι Ρωμαίοι δεν Τον σταύρωσαν;»

«Κι αυτοί Εβραίοι ήταν, άνθρωπέ μου. Άλλο που δεν το ’λεγαν, για να κρυφτούν».

«Από ποιον να κρυφτούν; Η αυτοκρατορία ήταν δική τους. Είχαν τον πιο ισχυρό στρατό στον τότε γνωστό κόσμο».

«Και; Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούσαν να είναι Εβραίοι στην ψυχή; Ή ότι να πιστεύουν στις βλακείες που πιστεύουν οι Εβραίοι; Άσε που το ότι οι Ρωμαίοι είχαν τον πιο ισχυρό στρατό, όπως είπες, αποδεικνύει ότι και οι Ρωμαίοι ήταν Εβραίοι».

Ο Φάμπιαν χαμογέλασε. Η όλη κουβέντα δεν οδηγούσε κάπου. Τουλάχιστον, κάπου που να τον νοιάζει. Η σχέση του με τη θρησκεία ήταν εντελώς τυπική. Πήγαιναν με την Έμιλυ στον καθεδρικό ναό, αλλά κάνα δυο φορές το μήνα.

«Η πολιτοφυλακή πρέπει να τους ψάξει, ό,τι σου λέω. Παίρνω πολλούς και τους μεταφέρω δώθε κείθε και στις παλιο-συναγωγές τους. Ξέρετε τι λεφτά έχουν; Δεν μπορείτε να φανταστείτε. Πουγκιά που δεν έχουν τελειωμό. Ήθελα να ’ξερα, τι θα τα κάνουν; Γιατί δε δίνουν λίγα και στους φτωχούς;»

Τώρα πλησίαζαν στη διασταύρωση με την Τσένγκερι. Μετά, θα ακολουθούσαν τη Βεσελένι και την Ερζεβέτ. Τέλος, θα κατέβαιναν την Κίραϊ ως την Χόλο, όπου ο Φάμπιαν θα κατέβαινε και θα περπατούσε μέχρι την συμβολή της Κίραϊ με την Κις Ντιόφα. Ο ουρανός γινόταν σιγά-σιγά γαλάζιος, ενώ ο ήλιος εμφανιζόταν κάπου στο βάθος του ορίζοντα. Κατά τόπους, έβλεπε περιφερόμενους Ρομά να παίζουν μουσική, αργή και φασαριόζικη, ενώ ένα ή περισσότερα αδύνατα παιδιά τους ακολουθούσαν, χαμογελώντας και έχοντας ένα καπέλο στο χέρι τους, για τα όποια κέρματα θα τους έδιναν -αν τους έδιναν- οι περαστικοί.

Ο αμαξάς συνέχιζε να παραπονιέται, αλλά ο Φάμπιαν ήταν αλλού. Ήδη σκεφτόταν την υπόθεση που είχε προκύψει. Το Μπραν. Πόσο καιρό είχε να ακούσει ή να διαβάσει γι’ αυτό; Από τότε που είχε αναλάβει τον εντοπισμό και τη σύλληψη ή εκτέλεση του δραπέτη, του Έγκιεντ Ρούντολφ. Είχε αναγκαστεί να πάει στο Μπραν και να συνεργαστεί με το Δέκατο Πέμπτο Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού. Μια συνεργασία που είχε δυσκολίες, αλλά που εντέλει είχε αποφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Έβγαλε τα τηλεγραφήματα και τα διάβασε ξανά. Ήταν υπογεγραμμένα από τον γνωστό του (και όχι τόσο συμπαθή) αντισυνταγματάρχη Πωλ Κέρσεν του Δέκατου Πέμπτου Ορεινού Πυροβολικού, με έδρα το Μπρασώφ, των Εδαφών του Στέμματος του Σαιντ Στεφάν. Ήτοι του Βασιλείου της Ουγγαρίας. Όπως τα έβλεπε ο Φάμπιαν, τα τηλεγραφήματα ήταν σαν καταγραφή ημερολογίου. Ή σαν μυθιστόρημα. Τα γεγονότα που είχαν αναγραφεί ακολουθούσαν χρονική σειρά, ενώ ήταν φανερό πως υπήρχαν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα τηλεγραφήματα. Για παράδειγμα, σε αυτό που έφτασε πρώτο δεν αναφερόταν κάτι για καταστροφές σπιτιών, αίματα, νεκρούς κλπ, όπως συνέβαινε με το δεύτερο. Αντίθετα, γινόταν λόγος για εξαφάνιση επτά ανθρώπων από το χωριό Μπραν και πως είχαν καταφτάσει στο Μπρασώφ χωρικοί, ηλικιωμένοι και παιδιά, με άμαξες και κάρα, και ότι έμεναν στο κτίριο της πολιτοφυλακής, η οποία τους έδιωχνε σιγά-σιγά, στέλνοντάς τους σε συγγενείς τους και κάποιους που δεν είχαν τους έστειλαν σε ένα νοσοκομείο. Στο δεύτερο γράμμα, αναφερόταν η απόφαση της πολιτοφυλακής να οχυρωθούν οι κατοικημένες περιοχές που βρίσκονταν κοντά στο Μπραν, αλλά και στα σύνορα. Αν και αυτό ο Φάμπιαν το έβρισκε πολύ σωστό, ο Κέρσεν ούτε καν το σχολίαζε -σιγά μην έδινε και εύσημα σε έτερο αξιωματικό, και μάλιστα Ούγγρο-, αλλά ισχυριζόταν πως υπήρξε γενικότερη αμέλεια και ελλιπέστατη δουλειά από την πλευρά της πολιτοφυλακής. Συγκεκριμένα, στοχοποιούσε τον ανώτερο διοικητή της, τον αντιστράτηγο Πίντερ Ζαλάν, τον οποίο θεωρούσε υπεύθυνο για ό,τι συνέβαινε στο Μπραν. Σε αυτό το πρώτο γράμμα, όμως, δεν έλεγε ξεκάθαρα τι είχε γίνει με το εν λόγω χωριό. Απλά, δεν του άρεσε που η πολιτοφυλακή «εξανάγκασε» τους ανθρώπους να ξεσπιτωθούν με την αργοπορία της και τα συναφή. Αυτό, και όχι μόνο, το φώτιζε το δεύτερο τηλεγράφημα, στο οποίο… Ο Φάμπιαν δεν ήξερε πώς να το ερμηνεύσει. Δηλαδή, ήξερε πως υπήρχαν σκατόψυχοι εκεί έξω, αλλά… Να καις σπίτια, να σφάζεις τα οικόσιτα ζώα, να ανατινάζεις ανθρώπους ή και να αποκεφαλίζεις κάποιον και να τον αφήνεις στο δρόμο, στο έλεος των όρνεων… Όχι. Όχι, δεν θα το έκανε ο οποιοσδήποτε αυτό. Ξεπερνούσε τα όρια. Όποιοι είχαν αναμειχθεί δεν ήταν κοινοί κακούργοι. Κάτι άλλο ήθελαν να πουν με όλα αυτά. Η διοίκηση της Βιέννης νόμιζε ότι ήταν κίνηση από εχθρική χώρα που είχε παρεισφρήσει στα εδάφη της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Το οποίο έβγαζε νόημα, φυσικά. Αλλά μόνο εν μέρει. Ίσχυε στο βαθμό ως προς το ότι μπορούσε να συμβεί. Όμως, δε δικαιολογούσε άλλα πράγματα. Όπως το γιατί να σφαγιαστούν έτσι μερικοί αθώοι χωρικοί. Ή γιατί οι κακούργοι να αφήσουν τους γέροντες και τα παιδιά να φύγουν. Αν αυτοί οι άγνωστοι ήταν τόσο κακοί, όσο υπονοούνταν από τα ευρήματα της ομάδας της πολιτοφυλακής που είχε πάει να ερευνήσει, θα τους ξεκλήριζαν όλους. Το ότι έφυγαν κάποιοι έλεγε στο Φάμπιαν πως τους πρόλαβαν. Βρήκαν την ευκαιρία και το έσκασαν. Το οποίο, όμως, άφηνε αναπάντητο ένα άλλο ερώτημα. Γιατί να μείνουν κάποιοι πίσω; Ακόμα, οι πολιτοφύλακες δεν είχαν βρει τους περισσότερους απ’ τους κατοίκους που υποτίθεται ότι δεν είχαν φύγει. Μόνο έξι ήταν εκεί. Νεκροί. Οι άλλοι; Δεν είχαν πάει στο Μπρασώφ. Τουλάχιστον, αυτό συμπέραινε ο Φάμπιαν από τα όσα είχε γράψει ο Κέρσεν. Στην πολιτοφυλακή είχαν αποταθεί ηλικιωμένοι και παιδιά. Όχι μεσήλικες ή τριαντάρηδες ή άλλοι μικρότεροι των εξήντα ετών και μεγαλύτεροι των δεκαπέντε ετών. Με απλά λόγια, πίσω έμειναν γονείς μικρών παιδιών, που ταυτόχρονα είχαν συγγένεια με γέροντες. Πάνω από σαράντα άτομα. Με εξαίρεση τους έξι νεκρούς, οι υπόλοιποι απέγιναν… τι; Τι τους συνέβη;

Τους απήγαγαν, σκέφτηκε ο Φάμπιαν. Ήταν ένα λογικό συμπέρασμα. Στη θεωρία. Αν όντως είχε αναμειχθεί ξένος στρατός, τότε η διοίκησή του θα ήθελε να πιέσει την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Με έναν ορισμένο αριθμό κρατούμενων, ξέροντας και ότι όσα άφησαν στο Μπραν θα αποτελέσουν σημαντικές αποδείξεις για το τι είναι ικανοί να κάνουν αν δεν τους δοθούν όσα θέλουν, θα θεωρούσαν ότι τα Επιτελεία, οι δύο πρωθυπουργοί και ο Αυτοκράτορας θα πιέζονταν να υπακούσουν. Να παραχωρήσουν ό,τι επρόκειτο να τους ζητηθεί. Αλλιώς οι κρατούμενοι θα πέθαιναν. Με άσχημο τρόπο. Ίσως όπως ο κακομοίρης που τον αποκεφάλισαν. Ή όπως ο άλλος, που ανατινάχτηκε μέσα στο σπίτι του –αν ήταν δικό του, δηλαδή. Επίσης, εμμέσως πλην σαφώς, θα αποδείκνυαν αυτό που ψυλλιάζονταν πολλοί, ότι η Αυτοκρατορία δεν ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει πιθανές απειλές. Αν έβγαινε στη φόρα ότι στρατιωτικές μονάδες είχαν εισβάλλει μυστικά στα εδάφη της, η κεντρική διοίκηση δεν θα άρχιζε απλώς να ξηλώνει αξιωματικούς, αλλά πιθανότατα θα τους εκτελούσε κιόλας.

Ο Φάμπιαν πρόσεξε και κάτι άλλο, που στην προκειμένη περίπτωση μάλλον ήταν μικρής σημασίας, αλλά όφειλε να το σκεφτεί. Το Evidenzbureau δεν το είχε ειδοποιήσει ο Ζαλάν, αλλά ο Κέρσεν. Γεγονός που αποδείκνυε και πάλι ότι οι Ούγγροι ήθελαν να έχουν τον απόλυτο έλεγχο στα μέρη που θεωρούσαν ότι ανήκουν μόνο σε αυτούς. Το έλεγε και ο Κέρσεν στο δεύτερο τηλεγράφημα. Ο Ζαλάν δεν ήθελε ανάμειξη της κεντρικής διοίκησης και του Κοινού Στρατού. Και να τα αποτελέσματα. Τώρα έπρεπε να βγάλουν το φίδι από την τρύπα, ενώ αυτό μπορεί να είχε φτάσει πολύ βαθιά ή να είχε βγει κάπου αλλού. Με απλά λόγια, μπορεί να ήταν αργά, για να συμμαζέψουν το χάλι που είχε δημιουργηθεί.

Ήταν εκνευριστικό. Και το χειρότερο, συνέβαινε και από τις δύο πλευρές. Και οι Αυστριακοί κρατούσαν για την πάρτη τους γεγονότα και καταστάσεις. Να μην ξέρει η δεξιά τι ποιεί η αριστερά. Και τα λοιπά. Εγωιστικές βλακείες. Αδιαφορούσαν για το ότι ήταν μία ενοποιημένη δύναμη και θα έπρεπε να αντιμετωπίζουν από κοινού τα προβλήματα που προέκυπταν. Αλλά όχι. Φυσικά και όχι. Ο καθένας για τον εαυτούλη του. Κι ας πήγαιναν στο διάβολο η Αυτοκρατορία και οι πολίτες της.

Ο Φάμπιαν έλεγξε το ρολόι που ανήκε κάποτε στον πατέρα του. Κόντευε οκτώ παρά τέταρτο. Σήκωσε το κεφάλι του από τα χαρτιά. Είδε πως πέρασαν την Κις Ντιόφα και τα ξανάβαλε στην τσέπη του. Έβγαλε τα κέρματα που αναλογούσαν και πλήρωσε τον αμαξά όταν αυτός σταμάτησε το άλογο στη διασταύρωση της Κίραϊ με τη Χόλο. Καλημερίστηκαν και ο Φάμπιαν, αφού τον είδε να συνεχίζει την πορεία του, γύρισε προς την αντίθετη κατεύθυνση και πήγε στο κτίριο του τοπικού σταθμού του Evidenzbureau. Για να μιλήσει με τους συναδέλφους του. Και να δει τον Ορμπάν -τι καλύτερο!- και να ακούσει τις διαταγές του.

Απέξω, έμοιαζε με ένα χαμηλό σπίτι ή μικρό μαγαζί, χωρίς κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, που να το ξεχωρίζει από τα τόσα άλλα παρόμοια κτίσματα. Οι τοίχοι κάποτε ήταν λευκοί, αλλά πλέον λερωμένοι τόπους-τόπους και με το χρώμα να έχει ξεφτίσει. Τα παντζούρια στα παράθυρα είχαν μια καφέ απόχρωση. Σαν του σκουριασμένου ξύλου. Η πόρτα ήταν δίφυλλη και σε παρόμοιο χρώμα, ενώ έμοιαζε και μόνιμα κλειδαμπαρωμένη. Το ρόπτρο και το χερούλι ήταν μπρούτζινα. Τα δύο σκαλοπάτια είχαν γεμίσει πατημασιές και λίγδα. Θα έλεγε κανείς ότι το κτίριο είχε αναλάβει να το φτιάξει ο πιο βαριεστημένος μάστορας της Βουδαπέστης. Βέβαια, αυτό ήθελε η υπηρεσία. Να κατοικεί σε ένα μέρος που δε δίνει στόχο. Ήταν χωμένο ανάμεσα σε δύο άλλα κτίσματα, χαμηλά μεν, αλλά σε καλύτερη κατάσταση δε. Σε γενικές γραμμές, θύμιζε παλιό σπίτι που ξέμεινε, που το ξέχασαν και δεν το κατεδάφισαν.

Ο Φάμπιαν χτύπησε το ρόπτρο και περίμενε. Κοίταξε δεξιά και αριστερά. Στο Φαντάστικους Ίνζεκ είδε σερβιτόρους να καθαρίζουν τα τραπέζια. Οι άνθρωποι που περιφέρονταν επί της Κις Ντιόφα, οι οποίοι ήταν πολύ λιγότεροι από όσους κυκλοφορούσαν στην Κίραϊ, δεν του έδιναν σημασία. Ο κόσμος είχε πιο σοβαρά προβλήματα να ασχοληθεί από το να κοιτάζει έναν ψηλό κοστουμάτο που περίμενε να του ανοίξουν την πόρτα. Όχι ότι δεν υπήρχαν κουτσομπόληδες στα πέριξ, αλλά ήταν νωρίς γι’ αυτούς. Δεν ξυπνούσαν πριν τις δέκα.

Την πόρτα άνοιξε ένας κοντός, παχουλός μαυρομάλλης Ούγγρος επιλοχίας, ομοιόβαθμος του Ράινχελ, που ήταν ντυμένος με το πιο αδιάφορο κουστούμι του. Είχε το καθήκον να ανοίγει την πόρτα, να δέχεται ή να διώχνει όποιον περίμενε και, για όσους έμπαιναν ή έφευγαν αργότερα, να σημειώνει αντίστοιχα το όνομα και το βαθμό του και την ώρα. Κωδικοποιημένα. Επίσης, ενημέρωνε τον καθένα για τις διαταγές που έρχονταν από τη Βιέννη ή και από τον Ορμπάν, αλλά και για το αν είχε αφήσει μήνυμα κάποιος οικείος του εκάστοτε πράκτορα.

Χαιρετήθηκαν όταν έκλεισε την πόρτα και προχώρησαν προς το γραφείο του τύπου, για να γράψει όσα όφειλε. Ο χώρος μύριζε καπνό και χαρτούρα, ενώ δεν ήταν αναμμένες όλες οι λάμπες στους τοίχους, καθώς τα παντζούρια ήταν ανοιχτά, απλά με τραβηγμένες τις κουρτίνες, για να μην υπάρχει ξεκάθαρη θέα προς το εσωτερικό. Το πάτωμα αποτελείτο από πλακάκια με σχέδια σε σχήμα σταυρού. Οι πόρτες των άλλων γραφείων και του δωματίου επικοινωνίας ήταν κλειστές.

Καθώς έγραφε ο επιλοχίας, ο Φάμπιαν τον ρώτησε «Πώς πάει στο σπίτι; Γέννησε η γυναίκα σου;»

Ο άλλος κούνησε το κεφάλι του. «Όχι ακόμα, κύριε ταγματάρχη. Αλλά έχουν προκύψει προβλήματα με την εγκυμοσύνη».

«Τι εννοείς; Ελπίζω, όχι κάτι σοβαρό;»

«Δυστυχώς, τσαντίζεται εύκολα. Και όλο θέλει να τρώει. Κάτι βραδιές με στέλνει να της βρω γλυκά που δεν ξέρω καν ή που δε φτιάχνουν οι φούρνοι κοντά στο διαμέρισμά μας».

«Α, αυτό λες;» Ο Φάμπιαν γέλασε. «Απ’ όσο ξέρω, είναι φυσιολογικό. Μετά τη γέννα, μάλλον θα τα σταματήσει».

Ο επιλοχίας σήκωσε το κεφάλι και έδωσε την πέννα στον Φάμπιαν, για να υπογράψει. «Μακάρι, αλλά δεν το νομίζω, κύριε ταγματάρχη. Μετά θα πεινάει και θα τρώει το ίδιο, για να μην υποσιτιστεί».

«Τι να σου πω. Η Έμιλυ τα περιόρισε μετά που γέννησε. Κι απ’ ό,τι έχω ακούσει, δηλαδή, έτσι πάει. Δεν αρέσει στις γυναίκες να μένουν με περιττό πάχος».

«Γιατί, αρέσει σε εμένα να βλέπω την κοιλιά μου να κρέμεται σαν τσουβάλι; Ή σε εσάς; Αλλά δεν κάνουμε έτσι».

«Ε, είναι η κατάσταση της εγκυμοσύνης τέτοια, που προκαλεί διάφορα. Μην ανησυχείς, θα επανέλθουν όλα. Ας γεννήσει με το καλό και τα άλλα θα τα βρείτε».

Ο επιλοχίας ανασήκωσε τους ώμους και έκλεισε το τετράδιο. «Α, μην το ξεχάσω. Θέλει να σας μιλήσει ο κύριος συνταγματάρχης. Για την υπόθεση του Μπραν, είπε».

«Εντάξει. Θα πάω να του μιλήσω τώρα. Είναι εδώ, έτσι;»

«Ναι, ναι, στο γραφείο του. Καλή σας ημέρα, κύριε ταγματάρχη!»

«Επίσης, επιλοχία!»

Ο Φάμπιαν έσβησε το τσιγάρο του στο σταχτοδοχείο που είχε ο επιλοχίας και απομακρύνθηκε και πήγε στη μεσαία από τις τρεις πόρτες που υπήρχαν. Αν και στον τοπικό σταθμό δούλευαν δεκατέσσερις πράκτορες, δεν είχαν όλες οι επιμέρους ομάδες δικό τους γραφείο. Λόγω περικοπών και άλλων δαιμονίων, όπως έλεγαν οι ίδιοι χαριτολογώντας. Βέβαια, ένα σημαντικό μέρος της δουλειάς γινόταν εκτός του σταθμού, στο δρόμο και σε ολιγοήμερα ταξίδια εκτός πόλης, οπότε το γραφείο σε μεγάλο βαθμό ήταν περιττό. Αλλά ήταν και θέμα γοήτρου από ένα σημείο και μετά. Ήταν ο χώρος που πήγαινες με τους συνεργάτες σου και δουλεύατε με την ησυχία σας. Μπορούσατε να τον διακοσμήσετε σχεδόν όπως θέλετε. Αν υπήρχε ένα καλό που δεν τους είχαν σε μεγάλη υπόληψη οι μονάρχες των δύο βασιλείων της Αυτοκρατορίας ήταν το ότι τους άφηναν στην ησυχία τους. Ως επί το πλείστον. Αν δεν υπήρχε κάτι το πολύ επείγον. Που τα τελευταία χρόνια δεν υπήρχε. Οπότε είχαν το κεφάλι τους ήσυχο.

Με εξαίρεση την παρούσα υπόθεση που είχε ανατεθεί στον Φάμπιαν και τους συνεργάτες του.

Ο ταγματάρχης χτύπησε την πόρτα που απέξω είχε ένα ταμπελάκι στο οποίο είχαν γράψει ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ. Άκουσε την άδεια που του έδωσε ο ανώτερός του και μπήκε και έκλεισε την πόρτα. Η τσιγαρίλα τον χτύπησε κατάμουτρα, αλλά, όντας συνηθισμένος, προχώρησε, έβγαλε το καπέλο του και βάρεσε προσοχή μπροστά από το γραφείο και τον καθισμένο συνταγματάρχη Ορμπάν.

«Τα χάλια σου έχεις, ταγματάρχη» σχολίασε ο Ορμπάν. Ήταν ένας τύπος με φαλάκρα και λίγες διάσπαρτες γκριζαρισμένες τρίχες, παχιά μύτη και βαθουλωμένα μάτια. Το μουστάκι του το είχε ψαλιδίσει περισσότερο από την αριστερή πλευρά, για κάποιο λόγο. Στο αριστερό του χέρι, είχε ένα ρολόι με χρυσό καντράν και νούμερα πιο λεπτά κι από μυρμήγκι. Από το παράθυρο πίσω του, διακρινόταν μια πολυκατοικία, έξω από τα διαμερίσματα της οποίας υπήρχαν ρούχα απλωμένα. «Πάλι ξενύχτησες;»

«Ήμουν στο νοσοκομείο, κύριε».

«Λόγω της μικρής;»

«Μάλιστα».

«Κατάλαβα. Έχεις βρει το μπελά σου». Ο Ορμπάν έριξε μερικές στάχτες στο σταχτοδοχείο του, πάνω στο σχεδόν άδειο γραφείο. «Όπως θα έμαθες, έχει προκύψει ένα ζήτημα στο Μπραν, της Τρανσυλβανίας. Στον τομέα σου, δηλαδή».

«Μάλιστα, κύριε, έχω ενημερωθεί. Έχω ζητήσει από τον λοχαγό Βολφ και τον επιλοχία Ράινχελ να ξεκινήσουν τις έρευνες στους φακέλους που έχουμε, αν και, απ’ ό,τι έμαθα, ο λοχαγός Βολφ έχει κάνει μια πρώτη εκτίμηση».

«Του έβαλες αγγαρεία, ε; Κατάλαβα. Τι απεφάνθη, λοιπόν, ο κατώτερος;»

Ότι είσαι μαλάκας; «Ότι μπορεί να μην υπάρχει ανάμειξη ξένης δύναμης στα Εδάφη του Στέμματος του Σαιντ Στεφάν, κύριε».

«Και πού το στηρίζει αυτό;»

Ο Φάμπιαν πήγε να απαντήσει, αλλά ο Ορμπάν πετάχτηκε πρώτος. «Θα σου πω εγώ πού, ταγματάρχη. Πουθενά δεν το στηρίζει. Γιατί είναι ένας γαμημένος λοχαγός. Κι εσύ ανώτερός του. Δεν θα βγάζει αυτός συμπεράσματα, αντί εσού. Κατάλαβες;»

«Μάλιστα, κύριε. Αλλά ο λοχαγός Βολφ…»

«Δεν έχει αλλά! Περιμένω τη δική σου εκτίμηση, Άσπελ. Όχι του υφιστάμενού σου, που να πάρει ο διάολος».

Ο Φάμπιαν δεν μίλησε. Αλλά ήθελε να πιάσει μια καρέκλα και να τη φέρει στο σάπιο καρυδότσουφλο που ο Ορμπάν είχε για κεφάλι. Όχι ακόμα, σκέφτηκε. Όλα θα μπουν στη θέση τους, όταν έρθει η ώρα.

«Κατάλαβες, Άσπελ; Από τους τρεις σας, εσύ θα λες. Οι άλλοι θα υπακούνε. Θα σέβεστε τη γαμημένη την ιεραρχία. Κατάλαβες;»

«Μάλιστα, κύριε».

«Τι “μάλιστα, κύριε”, Άσπελ;»

«Μάλιστα, κύριε συνταγματάρχη, θα σεβόμαστε την ιεραρχία».

«Έχει καλώς. Να έχεις υπόψιν σου το εξής. Ξεχνάτε όλες τις άλλες υποθέσεις και ασχολείστε μόνο με το Μπραν. Έτσι, δεν θα αποσπάται η προσοχή σας από λιγότερο σημαντικά ζητήματα. Επίσης, θέλω να έχω συνεχή ενημέρωση επ’ αυτού. Κατάλαβες;»

«Μάλιστα, κύριε συνταγματάρχη. Θα το φροντίσω».

«Καλώς. Όλοι περιμένουμε αποτελέσματα, Άσπελ. Η ομάδα σου πρέπει να τα καταφέρει, γιατί αλλιώς θα υπάρξουν συνέπειες πρώτα για εσάς τους τρεις και μετά για εμένα, το Evidenzbureau και τελικά την Αυτοκρατορία. Οπότε βάλτε τα δυνατά σας. Κάντε υπερωρίες και τα συναφή. Βρείτε τι στον γαμημένο δαίμονα έγινε σε εκείνο το χωριό, για να το συμμαζέψουμε, προτού πέσουν να μας φάνε από τα κεντρικά».

«Μάλιστα, κύριε συνταγματάρχη».

Ο Ορμπάν φύσηξε τη μύτη του στις χούφτες του. «Έχει πάει η κυρά να προσέχει την αρρωστούλα Ορέλια Άσπελ;»

«Μάλιστα, κύριε συνταγματάρχη».

«Πω, πω, δεν ξέρω τι θα έκανα αν είχα τόσο αρρωστιάρικο παιδί. Ευτυχώς τα δικά μου αρρωσταίνουν μια στις τόσες και δεν έχουμε τα δικά σας τρεχάματα. Τέλος πάντων. Φύγε και έλα αργότερα, όταν θα υπάρχουν εξελίξεις».

Ο Φάμπιαν έφυγε. Έξω από το γραφείο, κοίταξε προς τη μεριά του επιλοχία στην είσοδο. Και οι δύο κούνησαν το κεφάλι με νόημα. Ου μπλέξεις με μαλάκες καραβανάδες.

Γύρισε και μπήκε στο γραφείο του, που ήταν στα δεξιά από αυτό του Ορμπάν και τελευταίο στη σειρά. Η μυρωδιά του καπνού ήταν και εδώ έντονη, αλλά είχε αναμειχθεί και με αυτή του φαγητού -κάποια συνταγή γλυκού- και με αυτή του καφέ. Ο Φάμπιαν είδε τον Ράινχελ και τον Βολφ να κάθονται κοντά στο γραφείο, έχοντας στοίβες εγγράφων και ανάμεσα σε αυτές και μπολ με πιρούνια και φλιτζάνια που άχνιζαν. Είχαν βγάλει το πανωφόρι και το καπέλο τους. Στη ζώνη του παντελονιού τους, είχαν τη δερμάτινη θήκη με το υπηρεσιακό τους πιστόλι.

«Καλημέρα, παίδες!» είπε ο Φάμπιαν και κρέμασε το δικό του πανωφόρι και το καπέλο του στον καλόγερο που είχαν δίπλα στην πόρτα. Πέρασε το ένα από τα δύο παράθυρα που διέθετε ο μικρός χώρος και κάθισε σε μια από τις τρεις καρέκλες, δίπλα στον Ράινχελ. Ο Βολφ είχε κάτσει στην «επίσημη» θέση, αυτή που τυπικά ανήκε στον ανώτερο αξιωματικό της ομάδας, ήτοι στον Φάμπιαν. Αλλά μεταξύ τους, χωρίς να είναι έξω στο δρόμο ή με άλλους παρόντες, η ιεραρχία είχε μηδαμινή σημασία. Έτσι κι αλλιώς, ο Βολφ και ο Ράινχελ δεν έκαναν «επικίνδυνες» αυθαιρεσίες, που δεν θα ενέκρινε ποτέ ο Φάμπιαν.

«Καλημέρα» του είπαν. Ο Ράινχελ ήταν ο πιο νέος από τους τρεις, ένα κεφάλι κοντύτερος από τον Φάμπιαν και λίγο πιο ψηλός από τον Βολφ, με κοντό ξανθό μαλλί, καστανά μάτια και μονίμως ανεβασμένα μανίκια του πουκαμίσου του. Ο λοχαγός, από την άλλη, ήταν ο πιο λεπτός και πιο κοντός στην ομάδα. Αμφότεροι, είχαν αποσπαστεί στη Βουδαπέστη, στα πλαίσια ενίσχυσης της επιτήρησης και του ελέγχου των πληροφοριών που πιθανώς να διέρρεαν προς ξένους διπλωμάτες ή άλλους κατασκόπους. Κυκλοφορούσαν μπόλικοι στην πόλη και στις γύρω περιοχές και ο τοπικός σταθμός του Evidenzbureau έπρεπε να τους παραπλανεί και να τους παρακολουθεί. Οπότε χρειαζόταν αύξηση προσωπικού. Και αύξηση προσωπικού, αλλά αυτό ήταν άλλο θέμα, που τα Επιτελεία, ο υπουργός Εξωτερικών και ο Αυτοκράτορας μονίμως το προσπερνούσαν.

«Τι καλό πήρατε;» ρώτησε ο Φάμπιαν και κοίταξε τα τρία μεγάλα μπολ.

«Στρούντελ μήλου» απάντησε ο Ράινχελ. «Το προλάβαμε σήμερα».

Ο Φάμπιαν πήρε ένα κομμάτι βουτυρωμένου ψωμιού και το έφαγε με δυο χαψιές. «Τέλειο! Λιώνει στο στόμα» σχολίασε. Βρήκε το μοναδικό ανέγγιχτο φλιτζάνι με καφέ kleiner Schwarzer. Το Φαντάστικους Ίνζεκ ήταν ένα από τα λίγα εστιατόρια της Βουδαπέστης που φτιάχνουν καλό αυστριακό καφέ.

«Πήγες να μιλήσεις στον Ορμπάν;» ρώτησε ο Βολφ, σηκώνοντας το κεφάλι του από τα χαρτιά που μελετούσε.

«Ναι. Θέλει να ξέρει ό,τι νεώτερα θα έχουμε για το Μπραν. Επίσης, είπε να μην ασχοληθούμε με τίποτα άλλο, παρά μόνο με τη συγκεκριμένη υπόθεση». Κάτι το οποίο ο Φάμπιαν δεν είχε σκοπό να κάνει. Υπήρχαν τέσσερις έρευνες που διεξήγαγε σε προσωπικό-επαγγελματικό επίπεδο, για τρία συγκεκριμένα άτομα που γνώριζε και για ένα που το γύρευε, τις οποίες δεν υπήρχε περίπτωση να τις παρατήσει. Όχι ακόμα. «Να δώσουμε όλη μας την προσοχή και σκέψη στο Μπραν, για να μη βρούμε το μπελά μας. Α, και να “σεβόμαστε την ιεραρχία”. Δηλαδή, εγώ θα του μιλάω και θα κρίνω και… Γενικά, εγώ από τους τρεις μας. Επειδή, έτυχε να έχω γεννηθεί λίγα χρόνια πριν από εσάς». Περίμενε να δει αν θα σχολίαζε κάποιος από τους δύο τη διαφορά ηλικίας που είχαν -που, ειδικά ανάμεσα στον Φάμπιαν και τον Ράινχελ, ήταν μεγάλη-, αλλά οι συνάδελφοί του δεν μίλησαν. «Και γιατί ασχολήθηκα ενεργά με τις Ένοπλες Δυνάμεις, πάλι λίγο πιο νωρίς από εσάς».

Οι άλλοι ένευσαν. Ήξεραν τον Ορμπάν. Δεν έφταιγε που αυτός ήταν Ούγγρος και εκείνοι Αυστριακοί, όχι. Ήταν το σκεπτικό του στρατού. Πάνω απ’ όλα, η ιεραρχία, για να διατηρηθεί η τάξη κλπ. Λες και ήταν παιδάκια και δεν καταλάβαιναν τι πρέπει να κάνουν. Βλακείες.

«Πώς είναι η Ορέλια;» ρώτησε ο Ράινχελ. Όπως και ο Βολφ, ήξερε τι συμβαίνει και είχε συναντήσει την μικρή και την Έμιλυ. Μερικές φορές, αντί να συναντηθούν στο γραφείο, πήγαιναν σε κάποιο διαμέρισμα, είτε του Φάμπιαν, είτε του Ράινχελ, είτε του Βολφ. Αλλά και όχι μόνο αυτό. Όντας και οι τρεις παντρεμένοι -αλλά μόνο οι δύο είχαν παιδί, ο Ράινχελ και η γυναίκα του ήταν νιόπαντρο ζευγάρι-, είχαν φροντίσει να βρίσκονται και εκτός δουλειάς, οικογενειακά.

«Το παλεύει. Κι εμείς μαζί της».

«Αυτό είναι το σημαντικό» σχολίασε ο Βολφ.

«Σίγουρα. Χαρά στο κουράγιο σας, Φάμπιαν».

«Ευχαριστώ! Τέλος πάντων». Ο Φάμπιαν πήρε στα χέρια του μια από τις στοίβες χαρτιών που δεν την ξεψάχνιζαν οι συνάδελφοί του. «Έχετε βρει κάτι; Βολφ, εσύ είπες όχι, αλλά δεν έμοιαζες και πάρα πολύ σίγουρος, σωστά;»

«Ναι. Μια ματιά έριξα χθες. Το Μπραν είναι ένα μικρό χωριό κοντά στα σύνορα με τους Βλάχους και τους Μολδαβούς. Έχει ένα παλιό κάστρο σε μια βουνοπλαγιά. Εγκαταλελειμμένο, απ’ όσο ξέρουμε. Οι άνθρωποι που μένουν στο Μπραν είναι αγρότες, καλλιεργούν χωράφια και τρέφουν ζώα. Είναι ελάχιστοι. Χωρίς να έχουν προκαλέσει το παραμικρό πρόβλημα στην Ουγγαρία. Τουλάχιστον, απ’ όσα μας έχει πει η πολιτοφυλακή και το Δέκατο Πέμπτο Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού του Κοινού Στρατού». Ο Βολφ έκανε μια αόριστη κίνηση. «Ειλικρινά, δε βρίσκω λόγο για να γίνουν όσα αναφέρονται στα τηλεγραφήματα ότι έγιναν εκεί».

«Κι όχι μόνο όσα αναφέρουν. Αλλά και όσα υπονοούν» είπε ο Ράινχελ. «Αγνοούνται κάτοικοι. Και η πολιτοφυλακή άργησε να επέμβει. Επίσης, κάτι που ενισχύει όσα λέει ο Βολφ είναι και το ότι δεν έχουμε καμιά ενημέρωση από τις μονάδες μας στα σύνορα. Τίποτα το “περίεργο”. Απλά, ότι βλέπουν τους στρατιώτες της άλλης χώρας να κάνουν ό,τι και οι δικοί μας, δηλαδή να κάθονται και να περιμένουν».

Ο Φάμπιαν είπε «Απ’ ό,τι καταλαβαίνω, η Βιέννη θεωρεί ότι μπορεί κάποιοι να παρεισφρήσανε στα κρυφά, από κάποιο πέρασμα που δε φυλάσσεται. Που ίσως δεν το ξέρουμε. Είναι μια σκέψη που έχει βάση. Θεωρητικά. Μιλάμε για τα Καρπάθια. Μεγάλη έκταση, με βουνά και τα συναφή. Αν υπάρχουν κάποιοι που θα ξέρουν τα πιθανά μυστικά περάσματα της περιοχής είναι όσοι ζουν κοντά σε αυτή και μαθαίνουν από τους παλαιότερους».

«Ναι, μπορεί» σχολίασε ο Βολφ. Αλλά δεν το πίστευε. Ούτε ο Ράινχελ. Ούτε ο ίδιος ο Φάμπιαν. Γιατί όλοι είχαν το ίδιο πράγμα στο νου τους. Ότι δεν έβγαζαν νόημα τα υπόλοιπα ευρήματα της ομάδας των πολιτοφυλάκων. Η κτηνωδία. Τα καμένα σπίτια. Η φυγή των γερόντων και των παιδιών. Δεν κόλλαγαν όλα αυτά μεταξύ τους.

«Εσύ τι είχες δει, Φάμπιαν; Όταν πήγες στο Μπραν με το Δέκατο Πέμπτο, για να πιάσετε τον Ρούντολφ».

Ο Φάμπιαν θυμήθηκε ξανά την περίπτωση. Είχαν περάσει χρόνια, βέβαια, αλλά μια δυο λεπτομέρειες τις είχε συγκρατήσει. Είπε «Μικρό χωριό, φιλικοί κάτοικοι. Αγρότες, όπως είπαμε. Δυστυχώς, οι δικοί μας δεν τους συμπεριφέρθηκαν καλά, τους εξανάγκασαν να μιλήσουν. Τους πίεσαν περισσότερο απ’ ό,τι χρειαζόταν. Είχα ζητήσει τότε από τον διοικητή της διμοιρίας, ο οποίος σήμερα είναι ο ανώτερος διοικητής του Δέκατου Πέμπτου, να κόψει τις βλακείες και να διατάξει τους άντρες του να συμπεριφερθούν ανθρώπινα. Αλλά ήταν ανώτερός μου και δεν μπορούσα να κάνω πολλά πράγματα. Και να πεις ότι ήξεραν κάτι; Δεν είχαν ιδέα. Όντως, δεν μας είπαν ψέματα. Θα το καταλάβαινα. Τέλος πάντων. Το μόνο καλό είναι που δεν κράτησε πολύ. Τους αφήσαμε στην ησυχία τους, πριν ξεφύγει η κατάσταση». Ανασήκωσε τους ώμους του. «Τον Ρούντολφ δεν αργήσαμε να τον βρούμε. Είχε χωθεί στο δάσος και προσπαθούσε να φτάσει στα σύνορα».

Οι άλλοι ένευσαν.

«Να ρίχναμε καμιά ματιά στο χάρτη;» πρότεινε ο Ράινχελ. «Αν και πολύ αμφιβάλλω ότι θα βρούμε κάτι. Αυτό που πρέπει να γίνει, αν συμφωνούμε με τη Βιέννη, είναι να προτείνουμε στην κεντρική διοίκηση να διατάξει τον Κοινό Στρατό μας στο Μπρασώφ ή κάποια άλλη μονάδα της Τρανσυλβανίας ούτως ώστε να συγκροτήσει μια ερευνητική ομάδα η οποία θα βγει παγανιά σε όσες βουνίσιες περιοχές δε φυλάσσονται. Ή που φυλάσσονται, αλλά όχι επαρκώς. Με το σκεπτικό να βρουν το… οτιδήποτε; Βασικά, δεν ξέρουμε τι να τους πούμε να ψάξουν».

«Μπορούμε να το δούμε κι αυτό» είπε ο Φάμπιαν «αλλά προέχουν άλλα. Λέω να προτείνουμε τα εξής. Αρχικά, να μάθουμε τι εξελίξεις υπάρχουν. Ειδικά, να μας πουν σε τι κατάσταση βρίσκεται η ομάδα που έχει σταλεί στο Μπραν. Μπορεί να χρειάζονται βοήθεια. Ενισχύσεις. Και να τους τονίσουμε πως πρέπει να μας ενημερώνουν. Όλοι. Και η πολιτοφυλακή και το Δέκατο Πέμπτο. Δεύτερον, όλες οι πόλεις και τα χωριά να έχουν περιπόλους σε καθημερινή βάση. Όχι μόνο όσες είναι κοντά στο Μπραν, όπως πρότεινε ο Ζαλάν. Τρίτον, όλες οι στρατιωτικές μονάδες να έχουν συνεχή επικοινωνία. Ανά τακτά διαστήματα, ανάλογα την περίπτωση. Δηλαδή, για παράδειγμα, εφόσον δεν μπορούν να έχουν όλοι τηλέγραφο να στέλνουν δύο άντρες για να πουν τα νεώτερα σε όσους έχουν».

«Να ζητήσουμε και έρευνα στα πέριξ του Μπραν;» ρώτησε ο Βολφ. «Όλο και κάτι θα υπάρχει. Κάποιο στοιχείο κλπ».

«Υπάρχει» απάντησε ο Ράινχελ. «Το κάστρο, που είπες ότι είναι σε μια βουνοπλαγιά».

«Σωστά. Είναι εγκαταλελειμμένο. Τουλάχιστον, σύμφωνα με τα έγγραφα που έχουμε. Οι τελευταίοι που έμειναν σε αυτό ήταν…» Έλεγξε ένα περιουσιακό χαρτί. «Ο κόμης Γκριγκόρε Ντράκουλ με τη σύζυγό του Ροντίκα Ντραγκίτσι, άλλοι συγγενείς, αλλά όχι παιδιά, υπηρετικό προσωπικό και σωματοφύλακες. Από το 1580 έως το 1598. Τους ανήκε λόγω συγγένειας με τον κόμη Βλαντ τον Τρίτο, περισσότερο γνωστό ως Βλαντ Τσέπες, ο οποίος είχε αποδημήσει εις Κύριον σχεδόν ένα αιώνα πριν».

«Πώς ξέρουμε ότι είναι εγκαταλελειμμένο;» ρώτησε ο Φάμπιαν. «Το έχουμε ψάξει; Την τελευταία φορά που πήγα προς τα εκεί μαζί με το Δέκατο Πέμπτο, ο ανώτερος αξιωματικός δεν ήθελε, το θεωρούσε περιττό. Και έως ένα βαθμό, συμφωνούσα μαζί του, αφού θα ήταν πιο έξυπνο για τον Ρούντολφ αν το έσκαγε στη Βλαχία, παρά να μείνει κρυμμένος στην Τρανσυλβανία».

«Ναι, το έχουν ψάξει οι Ούγγροι. Πάνε χρόνια, όμως». Ο Βολφ ανακάτεψε άλλα χαρτιά που είχε στην ίδια στοίβα. «Να το. Λοιπόν. Σύμφωνα με την έρευνα που είχε διεξάγει μια διμοιρία ορειβατών τυφεκιοφόρων το 1871, στο κάστρο δε βρέθηκε κανένας άνθρωπος, ούτε άλλα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας. Μάλιστα, τονίζουν ότι βρήκαν σπασμένα παράθυρα, ξεχαρβαλωμένες πόρτες, σκισμένες κουρτίνες, σκόνη, ποντίκια… Αλλά κανένα στοιχείο ότι ζουν άνθρωποι. Ή ότι μπορεί να έζησαν άνθρωποι τα τελευταία εκείνα χρόνια».

«Αλλά αυτό δεν αναιρεί την πιθανότητα να ζουν τώρα» είπε ο Ράινχελ.

«Όχι, κύριε συνάδελφε, δεν το αναιρεί».

«Ή το ότι μπορεί εκεί να βρήκαν καταφύγιο μερικοί στρατιώτες» είπε σκεπτικός ο Φάμπιαν. «Δεν ξέρουμε τι απέγιναν οι τελευταίοι ιδιοκτήτες, έτσι;»

«Μάλλον, όχι». Ο Βολφ άρχισε να ψάχνει.

«Θα έχει, όμως, σημασία;» ρώτησε ο Ράινχελ. «Θέλω να πω, εφόσον δεν είχαν παιδιά, η γενιά τους θα χάθηκε. Και, μετά τον θάνατο των αφεντικών τους, οι υπηρέτες θα έφυγαν, το ίδιο και οι σωματοφύλακες».

Ο Φάμπιαν δεν πρόλαβε να μιλήσει, γιατί ο Βολφ τον πρόλαβε. «Περίεργο. Υπάρχει μια καταγραφή, βασικά μια επιστολή ενός λοχαγού μιας μονάδας Ούγγρων μισθοφόρων που είχε σταλεί στα πλαίσια της διαμάχης μεταξύ Ίστβαν Μπότσκαϊ και του Οίκου των Αψβούργων -οι μισθοφόροι ήταν με τον Μπότσκαϊ-, ο οποίος αναφέρει στον ανώτερό του ότι πρέπει να του στείλει στρατιώτες. Άμεσα. Γιατί… Ναι. Δεν ξέρω πώς πρέπει να το ερμηνεύσουμε αυτό. Λέει ότι φοβάται πως έχουν πρόβλημα με -και παραθέτω τα δικά του λόγια- “μια δαιμόνισσα, που ζει στο κάστρο πάνω από το χωριό Μπραν και αρρωσταίνει τους άντρες που έχω υπό τις διαταγές μου. Γίνονται χλωμοί και ιδρώνουν ασύστολα και δείχνουν επιθετικές τάσεις προς τους υπόλοιπους. Αναγκαστήκαμε να σκοτώσουμε δύο και, όπως το βλέπω, κύριε, θα πρέπει να σκοτώσουμε κι άλλους. Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνει, αλλά την έχω δει επί το έργον, κύριε. Είναι όμορφη, πλανεύτρα. Παραλίγο να πέσω και εγώ θύμα της, αλλά την αντιμετώπισα. Όμως, δεν μπορώ να πω με σιγουριά πόσο θα κρατήσουμε ακόμα”».

Ο Φάμπιαν και ο Ράινχελ αλληλοκοιτάχτηκαν.

«Πότε γράφτηκε αυτή η επιστολή;» ρώτησε ο ταγματάρχης.

«Το 1604».

«Αναφέρει όντως μια “δαιμόνισσα”;»

«Ναι. Να, εδώ». Ο Βολφ έδειξε στον Φάμπιαν.

«Άλλες εποχές, να υποθέσω;» ρώτησε ο Ράινχελ.

«Μπα, και σήμερα μπορεί να ακούσεις τέτοιες φήμες. Όσο πιο βαθιά πας σε αυτές τις περιοχές, τόσο πιο πολύ θα ακούσεις ανθρώπους να μιλάνε για μύθους που, κατά τη γνώμη τους, “είναι αληθινοί”». Ο Φάμπιαν ρώτησε τον Βολφ «Έχουμε την απάντηση αυτής της επιστολής;»

Ο λοχαγός ανακάτεψε ξανά τα χαρτιά. «Όχι εδώ. Ίσως είναι κάπου αλλού. Θέλεις να τη βρω;»

«Ναι. Τυπικά. Και κοίτα μήπως υπάρχει άλλη σχετική καταχώρηση με αυτή τη “δαιμόνισσα”. Δεν ξέρω αν θα βγει κάτι, αλλά ας ρίξουμε μια ματιά». Ο Φάμπιαν είπε στον Ράινχελ «Εσύ στείλε τηλεγράφημα στην πολιτοφυλακή του Μπρασώφ και στον Κοινό Στρατό. Να μας πουν τα καθέκαστα. Ειδικά για την ομάδα που έστειλαν στο Μπραν. Επίσης, γράψε στα Επιτελεία, στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Ουγγαρίας, στον υπουργό των Εξωτερικών της Αυτοκρατορίας, στον ίδιο τον Αυτοκράτορα και στα κεντρικά του Evidenzbureau στη Βιέννη μια εκτενή καταγραφή όσων ξέρουμε και όσων πιστεύουμε για την υπόθεση. Τόνισε το ότι πρέπει να συνεννοηθούν με τον Ούγγρο πρωθυπουργό και να δοθεί διαταγή εκατέρωθεν να καλύψουν τις κοντινές στο Μπραν κατοικημένες περιοχές. Η ιδέα αυτή του Ζαλάν ήταν καλή. Α, και μίλα και με τις μονάδες των Ούγγρων στα σύνορα. Δες αν θα απαντήσουν. Ρώτα τους πώς είναι τα πράγματα εκεί. Αν είδαν κάτι “περίεργο” από την αντίπερα όχθη, αν άκουσαν κλπ. Ζήτα, επίσης, να υπάρχει συνεχής επιτήρηση από τον Κοινό Στρατό στην πολιτοφυλακή του Μπρασώφ. Να σιγουρευτούμε ότι κάνουν σωστά τη δουλειά τους». Ο Φάμπιαν έτριψε το πρόσωπό του. Έριξε μια ματιά στο ρολόι του. «Ράινχελ, γράψε και ότι συγχαίρουμε την απόφαση του αντιστράτηγου Ζαλάν για να οχυρωθούν οι κοντινές κατοικημένες περιοχές. Θα περάσει που θα περάσει από στρατοδικείο, τουλάχιστον να ξέρει ότι έκανε κάτι σωστά. Και ότι του το αναγνωρίζουμε».

«Θα τον δικάσουν, ε;» ρώτησε ο Ράινχελ.

«Εκτός απροόπτου, ναι. Γιατί θα έχουν τσαντιστεί πολύ άσχημα που μια στρατιωτική μονάδα έδειξε αμέλεια και έκανε ελλιπή δουλειά. Θα ενισχυθούν όσα λένε οι ξένοι για εμάς, που ισχυρίζονται από παλιά ότι δεν είμαστε και πολύ αποδοτικοί».

«Ίσως ο Ζαλάν να το αξίζει» σχολίασε ο Ράινχελ. «Όχι να τον πάνε για εκτέλεση, βέβαια, αλλά ξέφυγε πολύ η κατάσταση. Κάποιος θα πρέπει να λογοδοτήσει για το τι πήγε στραβά. Και εφόσον ήταν δική του ευθύνη το Μπραν…»

«Ναι». Ο Φάμπιαν αναστέναξε. «Δεν τον ξέρω αυτόν τον Ζαλάν, πέραν από μερικά λόγια του Ορμπάν -με τον οποίο γνωρίζονται-, αλλά ξέρω ότι το μέλλον του στις Ένοπλες Δυνάμεις έχει τελειώσει. Το στρατοδικείο απλά θα το επισφραγίσει. Με ποια καταδίκη, αυτό είναι άλλο θέμα. Ατιμωτική απόταξη, σίγουρα. Ελπίζω να μην τον εκτελέσουν. Πάντως, θα φύγει από την πολιτοφυλακή και με μειωμένη σύνταξη. Αυτό συμπεραίνω από όση εμπειρία έχω από παλιότερες παρόμοιες περιπτώσεις».

Ο Βολφ άλλαξε θέμα. «Μήπως πρέπει να δούμε και το θέμα των εφημερίδων; Θα θέλουν να δημοσιεύσουν κάτι, έτσι και μάθουν τι έχει συμβεί».

«Σωστά. Έχουμε και τις εφημερίδες». Ο Φάμπιαν το σκέφτηκε.

«Μήπως να λέγαμε σε όλους τους δικούς μας, τους στρατιωτικούς εννοώ, ότι δεν πρέπει να μάθουν κάτι οι εφημερίδες. Όχι ακόμα. Γιατί θα δημιουργηθεί πανικός. Ειδικά στην Τρανσυλβανία. Για να μην πω ότι οι ξένοι θα βρουν ευκαιρία να πουν κι άλλα για εμάς, αλλά και ότι μπορεί να μας επιτεθούν. Λέω να το κρατήσουμε κρυφό. Για λίγο. Δυο τρεις μέρες, ίσως».

Ο Ράινχελ είπε «Ναι, Βολφ, αλλά κάτι θα καταλάβουν εκεί πέρα. Έχουν την Gazeta Transilvaniei, του Μπρασώφ. Που το Μπρασώφ δεν είναι και καμιά μεγάλη πόλη. Κάτι θα ψυλλιαστούν. Και όλοι ξέρουμε ότι πάντα υπάρχει κάποιος για να μιλήσει».

«Αν πούμε στα υπουργεία να δώσουν αυτά την εντολή; Ότι όποιος μιλήσει θα συλληφθεί; Μιλάμε για θέμα ασφαλείας της Αυτοκρατορίας. Πρέπει όλες οι μονάδες μας να καταλάβουν τι διακυβεύεται».

«Όχι» είπε ο Φάμπιαν. «Δεν μπορούμε να ρισκάρουμε την πιθανότητα να πάει κάποιος αθώος στο Μπραν και… Δεν ξέρω, να βρει το μπελά του. Όχι, δεν θα το κρατήσουμε κρυφό. Όχι εξ ολοκλήρου».

«Δηλαδή;»

«Θα πούμε ότι απαγορεύεται η διέλευση από και προς το Μπραν. Ότι έχουν βρεθεί νεκρά ζώα. Κάτι που μπορεί να συνέβη από ασθένεια. Γι’ αυτό έφυγαν οι κάτοικοι. Για να μην κολλήσουν κι αυτοί».

«Ναι, αλλά τώρα ξαναρχόμαστε στο ίδιο ζήτημα με πριν. Γιατί έφυγαν μόνο οι ηλικιωμένοι και τα παιδιά; Και πώς σκοπεύουμε να το αντιμετωπίσουμε;»

«Αυτό δεν θα μαθευτεί. Ότι έφυγαν μόνο αυτοί. Θα πούμε στα υπουργεία να δώσουν αυστηρή εντολή να μη διαδοθούν λεπτομέρειες για την υπόθεση. Και κάτι άλλο: δεν θα μαθευτούν τα στοιχεία όσων έφυγαν από το Μπραν. Να μείνουν μακριά, κρυμμένα από τις εφημερίδες. Όπως είπε και ο Βολφ, διακυβεύονται πολλά εδώ. Όσο για το πώς, θα πούμε ότι το εξετάζουμε».

«Κι αν, παρ’ όλ’ αυτά, οι εφημερίδες ψάξουν και βρουν τους κατοίκους που έφυγαν, για να πάρουν πληροφορίες;»

«Θα σταλούν αποσπάσματα του Κοινού Στρατού και της πολιτοφυλακής σε κάθε σπίτι και στο νοσοκομείο που έχουν πάει αυτοί. Και θα τους πουν ότι απαγορεύεται να μιλήσουν για το Μπραν και ό,τι έγινε εκεί».

«Θα προλάβουν να πάνε σε όλους;»

«Ας το ελπίσουμε. Αλλιώς θα δούμε τι θα πούμε μετά». Είπε «Κάτι άλλο. Σε περίπτωση που τους προλάβουμε, πες στο Δέκατο Πέμπτο να μην πουν στους ηλικιωμένους και τα παιδιά και τους λοιπούς συγγενείς τι βρήκαν στο Μπραν. Όχι ακόμα».

Ο Ράινχελ ρώτησε «Είναι σωστό, όμως;»

«Δεν μπορώ να σου δώσω μια ξεκάθαρη απάντηση. Ναι ή όχι. Αυτό που μπορώ να πω είναι πως πράττουμε έτσι όχι επειδή το θέλουμε, αλλά επειδή είμαστε αναγκασμένοι. Οι άνθρωποι θα θέλουν να πενθήσουν και ίσως προσπαθήσουν να πάνε στο Μπραν –το οποίο είναι πολύ επικίνδυνο, καθώς φαίνεται. Ή και να πούνε σε άλλους τι συμβαίνει εκεί. Κάτι τέτοιο μπορεί να μας φέρει σε πολύ δυσάρεστη θέση δυνητικά. Θα μπουν ιδέες στους πιθανούς εχθρούς μας. Χρειάζεται να συνεχίσω;»

Οι συνάδελφοί του είπαν πως όχι.

«Παιδιά, δεν το κάνουμε επειδή το θέλουμε. Αυτό κρατήστε. Ούτως ή άλλως, θα τους ενημερώσουμε όταν λύσουμε την υπόθεση. Έτσι, θα έχουν την ευκαιρία και να γυρίσουν στο Μπραν και να πενθήσουν τους δικούς τους όπως πρέπει». Ο Φάμπιαν σκέφτηκε και κάτι άλλο. «Επίσης, σκεφτείτε και το εξής. Μπορεί να βρούμε και να καταφέρουμε να φέρουμε πίσω, σώους και αβλαβείς, τους κατοίκους που αγνοούνται. Δηλαδή, τους περισσότερους. Αν πούμε από τώρα ότι βρέθηκαν κάποιοι νεκροί…»

«Εντάξει, Φάμπιαν» είπε ο Βολφ. «Είναι κατανοητό».

«Ούτε εμένα μου αρέσει. Αλλά το επιτάσσουν οι συγκυρίες». Και η γαμημένη η διοίκηση. Ξεφύσησε. «Ράινχελ, τόνισε στα τηλεγραφήματα προς το Δέκατο Πέμπτο και στην πολιτοφυλακή να πουν στους συγγενείς και σε όσους έφυγαν από το Μπραν πως θα τους ενημερώσουμε το ταχύτερο δυνατό. Ότι όλες οι βασικές στρατιωτικές μονάδες απασχολούνται σε αυτή την υπόθεση. Θα μάθουμε τι έγινε εκεί και οι υπαίτιοι θα πιαστούν και θα δικαστούν».

Ο επιλοχίας κατένευσε.

«Είναι και κάτι άλλο, Φάμπιαν» είπε ο Βολφ. «Αν μάθουν οι εφημερίδες ότι έχουμε εμπλακεί εμείς, σαν Evidenzbureau, τότε δεν θα αναρωτηθούν γιατί; Οι στρατιωτικοί κατάσκοποι τι δουλειά έχουμε με αυτή την υπόθεση;»

«Δεν θα το μάθουν, γιατί δεν θα μάθουν λεπτομέρειες, όπως προείπα. Αλλά και να μαθευτεί, θα ισχυριστούμε ότι κάνουμε το καθήκον μας, βοηθώντας να βρεθεί μια όσο το δυνατόν πιο άμεση λύση. Κάτι άλλο;»

Ο Ράινχελ και ο Βολφ είπαν όχι.

«Ωραία. Θα δούμε πώς θα πάει, παίδες. Υπομονή και επιμονή. Τώρα. Κάντε όσα είπαμε. Και όσον αφορά την έρευνα για τυχόν μυστικά περάσματα, αφήστε την για αργότερα. Όταν επιστρέψω». Σηκώθηκε και άναψε άλλο τσιγάρο.

«Πού πας;»

«Ξέρω κάποιον που ίσως μπορεί να μας πει κάτι χρήσιμο για την περίπτωσή μας».

«Ποιον; Μη μου πεις, τον Τζούρτζου;»

«Αυτόν, ποιον άλλο; Αν υπάρχει ένα καθίκι εκεί έξω που ξέρει τι μαγειρεύουν οι Βλάχοι και οι Μολδαβοί, αν φταίνε αυτοί, τότε ο Χάραλαμπ Τζούρτζου είναι ο μόνος μαλάκας στη Βουδαπέστη που μπορεί να μας πει».

«Θα σου μιλήσει; Ρωτάω γιατί όλοι ξέρουμε πως σε μισεί».

«Και εγώ τον μισώ. Είναι όλα όσα δεν θα ήθελα να είμαι εγώ. Ποτέ. Αλλά θα μιλήσει».

«Θα χρειαστείς βοήθεια;»

«Μπα, όχι». Ο Φάμπιαν πήρε ένα ακόμα κομμάτι στρούντελ και το έφαγε συνοδεύοντάς το με καφέ. «Ο Τζούρτζου είναι πονηρός, σκατόψυχος -αν υποθέσουμε ότι έχει ψυχή- και εγωπαθής, αλλά πάνω απ’ όλα έχει μια βασική αδυναμία. Θέλει να αποδεικνύει με κάθε ευκαιρία ότι είναι μέσα σε όλα».

Ο ταγματάρχης έφυγε από το κτίριο. Βρήκε μια περιφερόμενη άμαξα, τη σταμάτησε και έδωσε οδηγίες για το πού να τον πάει. Σε μια οδό στο Μπεβάρος. Γιατί πού θα ήθελαν οι Βλάχοι να έχουν το προξενείο τους, αν όχι στην πιο ακριβή και πολυτελή περιοχή της πόλης;

Καθώς απομακρύνονταν, ο Φάμπιαν σκέφτηκε τον Χάραλαμπ Τζούρτζου. Τον έναν από τους τέσσερις ανθρώπους για τον οποίον έκανε τη δική του μυστική έρευνα. Η πρώτη τους συνάντηση έγινε πριν από πέντε χρόνια, όταν μετατέθηκε στη Βουδαπέστη ως διπλωματικός υπάλληλος του προξενείου της Βλαχίας και της Μολδαβίας. Δεν ήταν ο μόνος που είχε φτάσει. Είχαν έρθει τέσσερα άτομα στο σύνολο. Όλοι άντρες, φυσικά. Το Evidenzbureau είχε την σχετική πληροφορία από δικό του πράκτορα στο αντίστοιχο προξενείο της Αυστροουγγαρίας που υπήρχε στο Βουκουρέστι και ο Φάμπιαν με την ομάδα του είχαν σταλεί για να δει και να εξετάσουν τους νεοφερμένους. Έμαθαν πως ο Τζούρτζου ήταν σύμβουλος, ενώ οι άλλοι τρεις μάλλον είχαν το ρόλο των σωματοφυλάκων, γιατί συνόδευαν διάφορους γραφειοκράτες υπαλλήλους, όταν είχαν κάποια εξωτερική δουλειά- και πού μένουν –στην ίδια πολυκατοικία, δύο δρόμους μακριά από το προξενείο. Αργότερα, ο Φάμπιαν βρήκε τον Τζούρτζου σε μια εκδήλωση που έκανε ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, για να αναθερμάνει τις σχέσεις της χώρας με τους Βλάχους και τους Μολδαβούς. Τον είχε προσεγγίσει φιλικά, όταν ο Τζούρτζου απαγκιστρώθηκε από τον πρωθυπουργό. Και ο άλλος μίλησε αναλόγως. Αντάλλαξαν χειραψία, παρά τη διαφορά κοινωνικής τάξης που ανήκαν -κάτι που γινόταν ξεκάθαρο από το ντύσιμό τους, αφού ο Τζούρτζου φορούσε μαύρο ακριβό κουστούμι με παπιγιόν, ενώ ο Φάμπιαν την επίσημη στολή του, που δεν έπιανε μία μπροστά στο ρούχο του άλλου- και συστήθηκαν –ο Φάμπιαν του παρουσιάστηκε ως αξιωματικός της πολιτοφυλακής. Είπαν μερικά ψέματα για το πόσο ήθελαν να έρθουν πιο κοντά οι χώρες τους. Ο Τζούρτζου είχε αφήσει κάτι υπονοούμενα για το πόσο ανίσχυρη φαινόταν η Αυτοκρατορία, που ακόμα και ένα κρατίδιο σαν την Ελλάδα θα μπορούσε να έχει βλέψεις για δικά της εδάφη. «Αλλά μην ανησυχείτε, ταγματάρχη» είχε ολοκληρώσει το λογύδριό του, πίνοντας γαλλική σαμπάνια από το ψηλό γυάλινο ποτήρι. «Οι Έλληνες έχουν τα δικά τους προβλήματα με τα Οθωμανικά σκυλιά. Εσείς είστε ασφαλείς».

Ο Φάμπιαν γέλασε. «Ασφαλείς και όχι τόσο ζηλιάρηδες όσο άλλοι».

«Τι υποτίθεται ότι σημαίνει αυτό;»

«Κάτι θα σημαίνει. Για κάποιους. Ε, κύριε Τζούρτζου;»

Είχαν μείνει για λίγο να αλληλοκοιτάζονται, ζυγίζοντας ο ένας τον άλλο. Ήξεραν και οι δύο ότι ο Φάμπιαν είχε ρίξει μπηχτή για το φθόνο των Βλάχων και των Μολδαβών που ήθελαν πίσω τα εδάφη της Τρανσυλβανίας. Θα μπορούσαν να είχαν πιαστεί στα χέρια. Ο Τζούρτζου το ήθελε, αλλά ήταν σχεδόν δύο κεφάλια κοντύτερος και πιο αδύνατος από τον Φάμπιαν. Συν ότι είχε υπερβολικά μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, για να μπει σε τέτοιο κόπο. Πιο πιθανό να έβαζε άλλους να κάνουν τη βρόμικη δουλειά για χάρη του. Και υπήρχαν αυτοί οι κάποιοι, εκείνοι οι τρεις τύποι που είχαν έρθει μαζί του. Εννοείται πως τους είχε μαζί του στην εκδήλωση. Αντιπροσώπευε το προξενείο. Χρειαζόταν συνοδεία, μην του επιτεθούν και υπάρξει κάνα διπλωματικό επεισόδιο. Ο Φάμπιαν είδε τους τύπους να κοιτάνε προς το μέρος αυτού και του Τζούρτζου. Ήξερε ότι είχαν υπηρετήσει στο στρατό της χώρας τους και φαίνονταν ακόμα μάχιμοι. Δυνατοί και με φαινομενικά αδιάφορο βλέμμα, που στους κύκλους των κατασκόπων σήμαινε ότι είχαν σκοτώσει άνθρωπο τουλάχιστον πέντε φορές στη ζωή τους, σε δύο ή τρεις διαφορετικές περιστάσεις. Σίγουρα οπλοφορούσαν. Όπως δεκάδες άλλοι άντρες-σωματοφύλακες σε εκείνον το χώρο. Όπως και ο Φάμπιαν. Ο οποίος δεν κατέβασε το βλέμμα του όταν εκείνοι έκαναν διάφορα νεύματα και πείραζαν το σακάκι τους, αποκαλύπτοντας το πιστόλι που έκρυβαν.

Αλλά τελικά ο Τζούρτζου χαμογέλασε και είπε «Απολαύστε τη βραδιά, ταγματάρχη. Και αφήστε τα μεγαλεπήβολα λόγια για όσους έχουμε σημασία και δεν είμαστε ταπεινοί ένστολοι που ακολουθούν εντολές». Και απομακρύνθηκε.

Οι επόμενες συναντήσεις τους ήταν στο δρόμο, τυχαία υποτίθεται, σε μαγαζιά, σε άλλες εκδηλώσεις. Ο ένας «έπεφτε» πάνω στον άλλο. Και καλά, ότι δεν καταλάβαιναν πώς γινόταν αυτό, μα τι σύμπτωση… Ο Τζούρτζου, που σπάνια κυκλοφορούσε μοναχός του, είχε μάθει ότι ο Φάμπιαν του είπε ψέματα για το ποιος είναι στην πρώτη τους συνάντηση, κι αυτό ήταν κάτι που τον πείραξε, γιατί το είχε χάψει. Και δεν του άρεσε να τον δουλεύουν κι αυτός να αργεί να μάθει την αλήθεια. Ειδικά αν ο άλλος είναι «κατώτερός του». Σε κάθε τους συναπάντημα, υπήρχε ένταση, αλλά ο Βλάχος, από ένα σημείο και μετά, είχε αρχίσει να αλλάζει τακτική και να γίνεται -ή να δείχνει- ολοένα και πιο βαριεστημένος σε ό,τι αφορούσε τον Φάμπιαν. Ότι έχανε το χρόνο του μαζί του. Και πως ο ταγματάρχης τον παρενοχλούσε χωρίς λόγο. Αλλά δεν είχε κάνει παράπονα στον πρόξενο ή στον Ορμπάν ή στον πρωθυπουργό ή σε κάποιον άλλο, που θα μπορούσε να τα ψάλλει στον Φάμπιαν. Όχι. Ο Χάραλαμπ Τζούρτζου ήθελε να δίνει την αίσθηση ότι κανείς δεν τον άγγιζε και πως ό,τι και να έκανε ο κάθε τυχάρπαστος στρατιωτικός εκείνος θα είχε το σθένος να τα βάλει μαζί του. Στα ίσια. Εφόσον, βέβαια, είχε τους νταγλαράδες παραμάσχαλα.

Την παρακολούθηση του Τζούρτζου την είχαν αναλάβει ανά διαστήματα, και κυρίως στα πρώτα δύο χρόνια της άφιξής του στη Βουδαπέστη, και οι τρεις. Μια βδομάδα ο Φάμπιαν, δύο ο Βολφ, άλλες δύο ο Ράινχελ. Ή και περισσότερο ο καθένας τους, ανάλογα του αν είχαν κάποιο στοιχείο ή κάποια υποψία για τον Βλάχο. Από ένα σημείο και μετά, κατάλαβαν ότι ο τύπος είχε τη δική του ρουτίνα και δεν ξέφευγε από αυτήν. Διαμέρισμα, φαγητό, δουλειά στο προξενείο, φαγητό, διαμέρισμα, «νυχτερινές επισκέψεις» σε φτωχικές περιοχές, διαμέρισμα. Οπότε σταδιακά, τον άφησαν, καθώς προέκυπταν άλλα, πιο επείγοντα προβλήματα, και μάλιστα όχι στη Βουδαπέστη, αλλά σε μακρινές περιοχές. Από τη στιγμή που ο Τζούρτζου δεν έκανε κάτι για το οποίο να μπορούσαν να τον κατηγορήσουν ή δεν ήξερε κάτι σχετικό με μια τρέχουσα υπόθεση, δεν είχαν σοβαρό λόγο να του δώσουν περαιτέρω σημασία.

Τουλάχιστον, αυτή ήταν η επίσημη τοποθέτηση της ομάδας…

Η άμαξα πέρασε από την Κίραϊ στην Κάροϊ κερούτ. Άφησαν πίσω τους μια λουθηρανική εκκλησία και σε ένα λεπτό έστριψαν στην οδό Γέρλοτσι. Εδώ ο κόσμος που κυκλοφορούσε δεν ήταν ντυμένος με φτωχικά ενδύματα, αλλά με κουστούμια και καπέλα που ο Φάμπιαν θα χρειαζόταν τέσσερις μισθούς για να πληρώσει ένα από αυτά. Ένα βιβλιοπωλείο χανόταν μέσα σε ένα συνονθύλευμα από μαγαζιά με ρούχα, μονοκατοικίες με μεγάλους κήπους, ένα φούρνο-ζαχαροπλαστείο, μεγάλα εστιατόρια και ξενοδοχεία, και αξιωματικούς της πολιτοφυλακής που φορούσαν την επίσημη στολή τους, αντί αυτής που συνήθιζαν.

Ο Φάμπιαν είπε στον αμαξά να σταματήσει επί της Βαροσάζ, αλλά πριν φτάσει στην καθολική εκκλησία της Αγίας Άννας. Έβγαλε τα χρήματα που αναλογούσαν στη διαδρομή, καλημέρισε τον τύπο και κατέβηκε. Ίσιωσε το καπέλο του, έριξε μια ματιά προς κάθε κατεύθυνση και κίνησε για το εστιατόριο Α λα φρανσέζ της οδού Σέρβιτα τερ.

Βρήκε τον Χάραλαμπ Τζούρτζου, να κάθεται σε ένα κεντρικό τραπέζι, μοναχός του και να τρώει το συνηθισμένο γεύμα των εννέα και μισή, δηλαδή confit de canard (πάπια που μαρινάρεται σε αλάτι, σκόρδο και θυμάρι, και ψητές πατάτες) και να πίνει κρασί Σατό Παρί. Τέτοια ώρα, τα περισσότερα τραπέζια ήταν άδεια, ωστόσο ο Φάμπιαν είδε μερικές παρέες, κυρίως ηλικιωμένων, καθώς και έναν ιερέα που νουθετούσε το παιδί μιας τριμελούς οικογένειας. Στο χώρο, πλανιόταν μυρωδιά κρέατος που ψηνόταν. Οι σερβιτόροι με τα παπιγιόν και τις άσπρες ποδιές και τα ψηλά άσπρα καπέλα περιφέρονταν κρατώντας δίσκους με φαγητό και ποτά ή ρωτώντας τους πελάτες τι θα ήθελαν. Ένας μεσήλικας πιανίστας έπαιζε κάποια ήπια, χαλαρωτική μουσική. Οι τοίχοι ήταν καθαροί, όπως και τα χαλιά, ενώ τους είχαν στολίσει με πίνακες ζωγραφικής που αναπαριστούσαν ανθρώπους που έτρωγαν χαρούμενοι ή κυνηγούσαν το μελλοντικό φαγητό τους στους αγρούς της Γαλλίας ή κάποιας άλλης χώρας.

Ένας χαμογελαστός σερβιτόρος με περίεργο λεπτό μουστάκι πλησίασε τον Φάμπιαν και τον ρώτησε αν χρειαζόταν βοήθεια και αν θα είχε παρέα. Αλλά, όταν έμαθε ότι ο υποψήφιος πελάτης είχε ήδη βρει τον «φίλο του» και πως δεν θα καθόταν πολύ, ο σερβιτόρος απομακρύνθηκε.

Ο Φάμπιαν, αγνοώντας το βλέμμα των τριών τύπων-σωματοφυλάκων που είχαν πιάσει ένα τραπέζι λίγο πιο πίσω από το αφεντικό τους, πλησίασε τον Τζούρτζου και κάθισε χωρίς να τον ρωτήσει στην απέναντι από αυτόν καρέκλα του τραπεζιού. Άνοιξε το πανωφόρι του, γιατί έκανε ζέστη. «Γεια σου, Τζούρτζου» είπε.

Ο Χάραλαμπ Τζούρτζου, από το χωριό Ντάραστι-Φοβ (κοντά στο Βουκουρέστι), ήταν σαράντα επτά χρονών, ανύπαντρος, με μακριά μαύρα μαλλιά που τα έπιανε σε κότσο. Σήμερα φορούσε ένα λιγότερο επίσημο κουστούμι, πιο ανοιχτόχρωμο, και μπλε γραβάτα. Για να μη το λερώσει, είχε βάλει μια πετσέτα στο γιακά του πουκαμίσου του και είχε στρώσει άλλη μία στα πόδια του. Είχε δει, φυσικά, τον Φάμπιαν και είχε δυσανασχετήσει, αφού ήξερε ότι ένας άνθρωπος σαν αυτόν δεν θα ερχόταν σε τούτο το εστιατόριο τέτοια ώρα, παρεκτός αν έψαχνε κάποιον εργαζόμενο του προξενείου -το οποίο βρισκόταν στην επόμενη κάθετη οδό, την Πέτοφι Σάντορ. «Άσπελ. Σε τι οφείλω την τιμή;» ρώτησε. Έκοψε μια μπουκιά από το κοκκινιστό κρέας, πήρε λίγη σάλτσα και μια πατάτα και γέμισε το στόμα του.

«Περνούσα από τη γειτονιά, σε είδα που έτρωγες και είπα να σε καλημερίσω».

«Εσύ; Στο Μπεβάρος;» Χαμογέλασε και ήπιε από το κρασί του. «Επίτρεψέ μου να αμφιβάλλω για αυτό».

«Όπως νομίζεις».

«Αυτό λέω κι εγώ. Οπότε τι θέλεις;»

«Θέλω να μιλήσουμε για τα παλιά εδάφη της Βλαχίας. Ένας άνθρωπος σαν εσένα, σίγουρα θα ξέρει να πει δυο τρία πραγματάκια σε έναν αδαή σαν εμένα».

«Τι θέλεις, Άσπελ;»

«Τι ξέρεις για το Μπραν;»

«Το Μπραν; Στην Τρανσυλβανία;»

«Στα χαρτιά, το έχουμε κατατάξει στα Εδάφη του Στέμματος του Σαιντ Στεφάν. Αλλά ναι, περί αυτού πρόκειται».

Ο Τζούρτζου ρουθούνισε με δυσαρέσκεια. Ανασήκωσε τους ώμους του. «Σαν τι να ξέρω, δηλαδή;»

Ο Φάμπιαν έσκυψε μπροστά, με σοβαρό ύφος. «Δεν έχεις ακούσει τίποτα για αυτό τις τελευταίες μέρες;»

«Ω! Εννοείς την παταγώδη αποτυχία της Ουγγρικής πολιτοφυλακής να βρει μια άκρη με ένα τσούρμο χωριάτες. Ναι, κάτι έχω ακούσει». Χαμογέλασε ξανά.

«Είναι δική σας δουλειά;»

«Τι πράγμα;»

«Σταμάτα να κάνεις τον ηλίθιο και απάντα στην ερώτηση».

Ο Τζούρτζου αναστέναξε και σκούπισε το στόμα του από τις λαδιές. «Αν υπονοείς ότι η χώρα μου έχει κάποια σχέση με ένα κωλο-χώρι, απατάσαι οικτρά. Γραμμένο το έχουμε το Μπραν. Τι κι αν είναι κοντά στα σύνορα; Δεν μας νοιάζει καθόλου. Δεν θα διαθέταμε στρατιώτες για μερικούς χωριάτες. Τι να τους κάνουμε; Συν ότι, αν τους είχαμε όντως περιλάβει, δεν θα αφήναμε τα μπαστάρδια τους και τα ραμολιμέντα να φύγουν. Θα κάναμε ολοκληρωμένη δουλειά. Παστρική. Θα τους κρεμούσαμε ή θα τους εκτελούσαμε με μια τουφεκιά. Από τα σπίτια δεν θα έμενε τίποτα όρθιο. Θα τα ρίχναμε με κανόνια. Αλλά είστε τυχεροί, Άσπελ. Δεν ήμασταν εμείς». Γέλασε. «Μάλλον πρέπει να κυνηγήσετε μάγισσες. Ε, συγνώμη. Βρικόλακες, εννοούσα. Κάτι τέτοιο δεν είπαν στους Ούγγρους; Βρικόλακες».

Τον Φάμπιαν τον τσάντιζε η διαρροή πληροφοριών. Υποτίθεται ότι η υπηρεσία του θα ήλεγχε τι μαθαινόταν και τι όχι. Υποτίθεται ότι όλες οι στρατιωτικές μονάδες δεν θα διέδιδαν τα νέα, παρεκτός αν αυτό κρινόταν ασφαλές. Αλλά και θα εμπόδιζαν να μιλήσουν οι μάρτυρες, έως ότου βρουν μια άκρη. Όμως, όχι, κάποιος θα βρισκόταν να μιλήσει. Πάντα.

«Οπότε δεν ετοιμάζετε τίποτα εναντίον της Αυτοκρατορίας;»

Ο Τζούρτζου χαμογέλασε. Ανασήκωσε τους ώμους του.

«Απάντα στην ερώτηση».

«Προς το παρόν, μπορείτε να κοιμάστε ήσυχοι, Άσπελ. Όσον αφορά εμάς, τουλάχιστον. Στο ξαναλέω, το ’χουμε γραμμένο το Μπραν. Στα παλαιότερα των υποδημάτων μας. Ξέρεις, σε αυτά που τα παρατάς κάποια στιγμή, γιατί έχεις πάρει καλύτερα και γιατί τα παλιά δεν έχουν να συνεισφέρουν σε τίποτα στην υπόληψή σου;»

Ο Φάμπιαν δεν μίλησε. Έμεινε να καπνίζει.

«Αλλά το ξεχνάω συνέχεια. Πού να ξέρεις εσύ από αυτά; Εσύ συνήθως θα φοράς τα ίδια άρβυλα που είχες και πριν πόσα χρόνια, όταν ήσουν ακόμα πιο κάτω στην ιεραρχία του τιποτένιου στρατού που έχει η Αυτοκρατορία σας».

Ο Φάμπιαν δεν μίλησε.

Ο Τζούρτζου έσκυψε κι αυτός μπροστά και είπε πιο χαμηλόφωνα «Είσαι ένα τίποτα, Άσπελ. Τ’ ακούς; Ένα τίποτα. Ένα πιόνι που, και να χαθεί, πολύ που θα νοιαστούν οι ανώτεροί σου, αυτοί που κάπως μετράνε. Ένας μπράβος με λίγη εξουσία, αυτό είσαι. Νομίζεις ότι έχεις μεγαλύτερη αξία; Ε; Αυτό νομίζεις;»

«Αυτό που νομίζω, Τζούρτζου, είναι πως έχεις τεράστια ιδέα για τον εαυτό σου. Αλλά κι εσύ ένα πιόνι είσαι. Χαρτογιακάς του κώλου. Οι μισοί συνάδελφοί σου δεν σε χωνεύουν». Αυτό το είχαν διαπιστώσει και τα τρία μέλη της ομάδας του Φάμπιαν, όταν, σε ξεχωριστές περιστάσεις και παρότι ήξεραν την απάντηση, ρώτησαν διάφορους υπαλλήλους του προξενείου για το πού είναι ο Τζούρτζου. Αυτό που ήθελαν ήταν να δουν σε τι υπόληψη τον είχαν. Πολλοί είπαν, άμεσα ή έμμεσα, ότι ο τύπος ήταν ένα κάθαρμα που τους φερόταν απαίσια.

«Εγώ έχω όραμα, παλιο-λεχρίτη στρατιωτικέ. Θα φτάσω ψηλά. Κάποια στιγμή, θα γίνω πρόξενος και ίσως και υπουργός. Όταν πάρουμε πίσω τα εδάφη που μας ανήκουν κι η χώρα σας θα είναι ένα πεθαμένο ζώο, εγώ θα γίνω κάτι που εσύ δεν ονειρεύεσαι καν. Γιατί ξέρεις ότι δεν θα τα καταφέρεις ποτέ. Στην καλύτερη, θα πάρεις μερικά παράσημα που δεν έχουν καμιά αξία και μετά θα σε παρατήσουν. Κανείς δεν νοιάζεται για τύπους σαν εσένα, Άσπελ. Για ανθρώπους που η πιο σπουδαία φιλοσοφική τους σκέψη είναι να έχουν μια δουλίτσα, να παντρευτούν μια κυράτσα και να κάνουν πέντε δέκα μαλακισμένα». Ο Τζούρτζου σταμάτησε και πήρε μια ανάσα. Έσαξε τα μαλλιά του και γέλασε, κοιτώντας κατάματα τον Φάμπιαν. «Αλλά πάλι ξεχάστηκα. Εσύ μετά βίας έχεις ένα παιδί. Το οποίο ζει και δεν ζει. Τι κάνει, αλήθεια, το αρρωστιάρικο; Ε; Πώς τη λένε, να δεις; Τι σημασία έχει το όνομά της; Όχι, δεν έχει». Ήρθε ξανά μπροστά. «Γιατί δεν έχει στον ήλιο μοίρα, απ’ ό,τι μαθαίνω».

Ο Φάμπιαν δεν μίλησε.

«Ω ναι, Άσπελ. Νομίζεις ότι μόνο εσύ με έχεις από κοντά; Δε φαντάζεσαι πόσοι δικοί μου σε παρακολουθούν. Κι εσένα και την κυράτσα σου και το αρρωστιάρικο που έχετε για παιδί».

Ο Φάμπιαν δεν μίλησε.

«Μιας και είπα γι’ αυτήν… Κάθεται όλη μέρα στο διαμέρισμά σας, όταν δεν είναι στο νοσοκομείο να κλαίει για την άρρωστη κόρη της, και τι κάνει ακριβώς; Διαβάζει και γράφει. Αχα. Συγγραφέας; Αλήθεια; Και τι ιστορίες γράφει και διαβάζει; Α, ναι. Μαλακίες με ανύπαρκτα τέρατα. Φοβερή ζωή έχεις, Άσπελ. Ειλικρινά, δεν σε ζηλεύω καθόλου».

Ο Φάμπιαν άφησε να περάσουν μερικά δευτερόλεπτα, κατά τα οποία το μόνο που έκανε ήταν να κοιτάζει τον άλλο. Μετά, είπε «Ξέρεις ποιος είναι ο Ζαν Βάργκα;»

«Τι; Όχι. Τι με νοιάζει ποιος είναι;»

«Είναι ο ιδιοκτήτης αυτού του εστιατορίου. Ούγγρος με γαλλικές καταβολές».

«Και;»

«Ξέρεις τι θα κάνει αν μάθει ότι σε σκότωσα στο εστιατόριό του;»

Ο Τζούρτζου γέλασε. «Αυτό θα έχει πλάκα. Για πες, τι θα κάνει;»

«Θα τρομάξει. Θα απελπιστεί. Να σκοτωθεί κάποιος στο μαγαζί του; Και μάλιστα, ένας υπάλληλος ενός προξενείου; Θεός φυλάξοι». Ο Φάμπιαν έσβησε το τσιγάρο στο πιάτο του Τζούρτζου. Φύσηξε τον καπνό κατευθείαν στο πρόσωπο του Βλάχου, αναγκάζοντάς τον να βήξει. «Αλλά μετά, όταν καταλαγιάσει ο πανικός, όταν θα τον αφήσουν ήσυχο οι Αρχές και μετά τον πόλεμο που ίσως γίνει ανάμεσα στις χώρες μας, θα καταλάβει ότι δεν χρειάζεται να λυπάται. Γιατί το εστιατόριό του θα γίνει διάσημο. Θα γράψουν για αυτό οι εφημερίδες. Θα έρχεται κόσμος, πολύ περισσότερος απ’ ό,τι έχει φανταστεί ή δει μέχρι τώρα. Γιατί από αυτό το εστιατόριο ξεκίνησε ένας πόλεμος. Μιλάμε, θα γίνει κέντρο διερχομένων εδώ μέσα. Αλλά εσύ» ακούμπησε πίσω στην πλάτη της καρέκλας «εσύ δεν θα ζεις για να τα δεις όλα αυτά. Θα έχεις πάει να βρεις τα μεγαλεία που ψάχνεις για τον εαυτούλη σου. Πώς σου φαίνεται αυτό το σχέδιο, Τζούρτζου;»

Ο Τζούρτζου μόρφασε με θυμό. «Δεν θα τολμούσες ποτέ κάτι τέτοιο. Δεν έχεις τα κότσια, Άσπελ. Άσε που, αν πας να βγάλεις όπλο, θα σε δουν οι δικοί μου και θα σε καθαρίσουν. Και θα έχουν και λόγο να το κάνουν. Είμαι υπάλληλος του προξενείου, λεχρίτη. Έχω ασυλία».

«Θα με καθαρίσουν;» Ο Φάμπιαν γέλασε. «Ναι. Αυτό να συνεχίσεις να λες στον εαυτό σου, Τζούρτζου. Μαζί με όλες τις άλλες βλακείες που σκέφτεσαι. Ίσως έτσι μπορέσεις να κοιμηθείς εσύ ήσυχος τα βράδια». Ο Φάμπιαν σηκώθηκε από την καρέκλα. Αλλά δεν έφυγε. Ήρθε πιο κοντά στον Τζούρτζου, έσκυψε και ψιθύρισε «Α, και μην το ξεχάσω. Θα σου πρότεινα να σταματήσεις να επισκέπτεσαι φτωχές γειτονιές. Κάποιοι άνθρωποι εκεί έχουν αξιοπρέπεια. Και θα βρουν και το θάρρος, να σε περιλάβουν, όταν μάθουν τι κάνεις στα μέρη τους». Έσφιξε τον ώμο του Τζούρτζου, αγνοώντας τους τρεις τύπους που είχαν παραμερίσει το σακάκι τους, για να πιάσουν το όπλο τους. «Να θυμάσαι ότι είσαι στα χωράφια μου, μαλάκα. Μην το ξεχάσεις, γιατί θα το μετανιώσεις».

Πριν απαντήσει ο Βλάχος, ο Φάμπιαν βγήκε από το εστιατόριο. Έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε. Κοίταξε την εκκλησία απέναντι. Είχε περιφραγμένο κήπο που ξεκινούσε από την Βαροσάζ και κατέληγε στην Πέτοφι Σάντορ. Δυο κηπουροί σκάλιζαν τα φυτά εκεί μέσα και ίδρωναν για ένα μεροκάματο. Πιθανώς, η γυναίκα του καθενός δεν θα δούλευε, ενώ σχεδόν σίγουρα θα είχαν ένα με τρία παιδιά, το λιγότερο. Και τύποι σαν τον Χάραλαμπ Τζούρτζου έτρωγαν σε πολυτελή εστιατόρια και έπιναν σαμπάνια και φορούσαν ακριβά κουστούμια. Α, και έκαναν νυχτερινές επισκέψεις σε ανθρώπους που -τουλάχιστον, φαινομενικά- δεν μπορούσαν να αντισταθούν και τους εκμεταλλεύονταν με οποιονδήποτε ανώμαλο τρόπο μπορούσε να φανταστεί κάποιος. Και κανείς δεν μπορούσε να τους αγγίξει, γιατί τους προστάτευε η προξενική ασυλία.

Ποιος είπε ότι η ζωή είναι δίκαιη…

Εκτός από τους κηπουρούς, είδε και διαβάτες. Ανθρώπους που προχωρούσαν αδιάφοροι για τους γύρω τους ή συζητώντας μεταξύ τους. Ανάμεσά τους, όμως, υπήρχαν και δύο ψηλοί τύποι με μουστάκι και καπέλο που είχαν σταματήσει στη Σέρβιτα τερ και μιλούσαν και έδειχναν την εκκλησία, αλλά γυρνούσαν και προς τη μεριά του Φάμπιαν, χωρίς να κοιτάνε απευθείας αυτόν. Τους είχε ξαναδεί. Πολλές φορές. Μερικές από αυτές, κάθονταν λίγα τραπέζια παραπέρα ή στην απέναντι γωνιά του δρόμου, παριστάνοντας ότι διάβαζαν εφημερίδα και συζητούσαν τα νέα. Άλλες, πάλι, έπαιρναν στο κατόπι την άμαξα που πήγαινε τον Φάμπιαν στη δουλειά του. Ή θα ήταν συγκεκριμένα αυτοί οι δύο ή κάποιοι άλλοι, με παρόμοιο σουλούπι. Μακρύ πανωφόρι, κουστούμι με γιλέκο και τα μάτια δεκατέσσερα για τον άνθρωπο που τους είχαν πει να παρακολουθούν. Ο Τζούρτζου δεν έλεγε ψέματα. Όντως είχε βάλει δικούς του να ακολουθούν τον Φάμπιαν. Το θέμα ήταν ότι εκείνος τους είχε καταλάβει από την πρώτη στιγμή. Άλλωστε, ακόμα και αν δεν τον είχαν εκπαιδεύσει σαν κατάσκοπο στη Βιέννη, δεν θα μπορούσε να μην τους πάρει είδηση. Οι τύποι έκαναν χαμαλοδουλειά. Δεν κρύβονταν. Το οποίο ήταν μεν κακό γι’ αυτούς, αλλά την ίδια στιγμή μπορεί να σήμαινε ότι ήθελαν να περάσουν ένα μήνυμα. Βασικά, ότι ο Τζούρτζου ήθελε να περάσει ένα μήνυμα, μέσω αυτών. Δεν με βλέπεις μόνο εσύ, αλλά σε βλέπω και εγώ. Ό,τι ξέρεις, το ξέρω κι εγώ.

Ο Φάμπιαν έσβησε το τσιγάρο του και πήγε στη Βαροσάζ, να βρει μια άμαξα και να γυρίσει στον τοπικό σταθμό του Evidenzbureau. Αλλά δεν το έκανε αμέσως. Πρώτα, περπάτησε κατά μήκος της οδού και έπειτα από στενό σε στενό, από δρόμο σε δρόμο, κάνοντας κύκλους. Εκείνοι είχαν αφήσει την εκκλησία και οτιδήποτε άλλο μπορεί να τους αποσπούσε την προσοχή. Περπατούσαν καμιά πενηνταριά μέτρα πιο πίσω από τον Φάμπιαν, αφήνοντας τους περαστικούς να «τους καλύπτουν». Όταν βρίσκονταν σε παράδρομους που δεν υπήρχε επαρκής κόσμος, περίμεναν να στρίψει ο Φάμπιαν και να χαθεί για ελάχιστα δευτερόλεπτα από το οπτικό τους πεδίο.

Θα μπορούσε να συνεχίσει αυτό το παιχνίδι για ώρες, όπως έκανε παλιότερα με τον Τζούρτζου και τους μπράβους του, όταν δεν έλεγε να τους αφήσει στην ησυχία τους. Όμως, δεν είχε κανένα νόημα. Συν ότι ήθελε να γυρίσει στον σταθμό. Συν ότι ήξερε πως αυτοί θα τον ξανάβρισκαν. Συν ότι είχε βαρεθεί να νομίζει ο Τζούρτζου και τα τσιράκια του ότι τους φοβόταν, επειδή, αν τους έκανε κάτι, μπορεί να τον κατήγγειλαν. Συν ότι είχε τσαντιστεί από το θράσος του Βλάχου.

Έτσι, άλλαξε μέθοδο. Κρύφτηκε στην αυλή ενός σπιτιού σε ένα βρόμικο, ερημικό στενό και περίμενε, ρίχνοντας ματιές προς τους κάθετους δρόμους. Μια στο τόσο περνούσε κάποιος, αλλά ούτε που κοίταζε προς το στενό. Και λογικό, γιατί ο τόπος έζεχνε από πεταμένα φαγητά και κάτουρα, ενώ τα λίγα χαμηλά κτίσματα ήταν γεμάτα ρωγμές και οι κήποι τους καλυμμένοι με αγριόχορτα. Όταν άκουσε τους τύπους να έρχονται, έμεινε ακίνητος μέχρι να φτάσουν κοντά του, μόλις δύο μέτρα από εκεί όπου είχε καλυφτεί, και πετάχτηκε και βρέθηκε πίσω τους. Προτού εκείνοι προλάβουν να αντιδράσουν, ο Φάμπιαν χτύπησε τον ένα τους στο σβέρκο και τον άλλο στη μέση. Δύο αγκωνιές ακόμα και οι τύποι έπεσαν. Έσκυψε πάνω από τον καθένα και τους πήρε πρώτα τις ταυτότητες. Κατέγραψε στη μνήμη του τα ονόματά τους. Έπειτα, έλεγξε τα όπλα τους. Ήταν ασημένια ρεβόλβερ μάρκας ΛεΜατ. Κατασκευασμένα κάπου ανάμεσα στο ’61 και το ’65. Ρίχνουν εννιά βολές. Ωραία όπλα. Και δεν ήταν και φθηνά. Απ’ όσο ήξερε, αυτή η μάρκα ρεβόλβερ είχε χρησιμοποιηθεί και στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Κάτι που του θύμισε τη μία από τις τέσσερις παράλληλες προσωπικές-επαγγελματικές έρευνες που έκανε αφ’ εαυτού. Αυτή που είχε τον καθαρά συναισθηματικό χαρακτήρα, την οποία είχε ξεκινήσει πριν πέντε χρόνια, όταν είχε επιστρέψει για λίγο στο πατρικό του στη Βιέννη (στα πλαίσια μιας ενημέρωσης που έκαναν τα κεντρικά του Evidenzbureau σχετικά με την έρευνα που έκαναν στην Σκότλαντ Γιαρντ πάνω σε μια νέα μέθοδο εύρεσης ενόχων, μέσω των δακτυλικών αποτυπωμάτων τους) και κατά λάθος ανακάλυψε κάποια γράμματα του πατέρα του που είχε στείλει στις ΗΠΑ, αλλά και μερικά άλλα που είχαν έρθει από εκεί. Επρόκειτο για μια υπόθεση που αφορούσε τους Άσπελ και την οποία ο Φάμπιαν είχε σκοπό να ψάξει όσο περισσότερο μπορούσε. Πέρυσι είχε στείλει κι αυτός ένα γράμμα, αλλά δεν είχε λάβει απάντηση ακόμα. Ίσως γιατί δεν θα είχε φτάσει στον παραλήπτη του. Χανόντουσαν πολλά γράμματα και ειδικά όσα μεταφέρονταν μέσω θαλάσσης. Όμως, ήλπιζε.

Ο Φάμπιαν είπε «Έχω ένα μήνυμα για το αφεντικό σας. Αν ξαναδώ κάποιον από εσάς να ακολουθείτε εμένα ή την οικογένειά μου, το προξενείο θα χρειαστεί να κάνει μερικές προσλήψεις».

Οι τύποι βόγκηξαν. Κρατούσαν το στομάχι και την πλάτη τους, ενώ αναπαύονταν στα σκουπίδια που είχαν πεταχτεί εκεί.

Σηκώθηκε. Έδειξε τα ρεβόλβερ. «Α, και αυτά εδώ κατάσχονται».

Ο Φάμπιαν τα έβαλε στην τσέπη του και έφυγε. Αλλά δεν επέστρεψε αμέσως στον σταθμό. Έπρεπε πρώτα να τσεκάρει ένα άλλο μέρος. Βγήκε από το στενό στην Βαροσάζ και από εκεί περπάτησε για πέντε λεπτά, ως την Γκάλαμπ Έστι. Αναμείχθηκε με το πλήθος, κινούμενος κοντά σε ανθρώπους που είχαν περίπου την ίδια κορμοστασιά και αμφίεση με τον ίδιο, σε περίπτωση που τον ακολουθούσαν (άλλοι) μπράβοι του Τζούρτζου. Σύντομα, πέρασε ένα κρεοπωλείο και μια γκαλερί, που τα είχε ως σημεία αναφοράς για τον συγκεκριμένο προορισμό του, και βρέθηκε στην πολυκατοικία που ήταν τα διαμερίσματα των τεσσάρων Βλάχων. Αλλά δεν μπήκε. Γιατί, στην είσοδο, βρήκε τον γέρο θυρωρό με την πυκνή άσπρη γενειάδα και το κλασικό του καφετί κουστούμι και τα μαύρα παπούτσια του, να κάθεται σε ένα σκαλοπάτι και να διαβάζει εφημερίδα, χωρίς να κοιτάζει το δρόμο έξω από την τζαμαρία. Ο Φάμπιαν βρήκε ένα παιδί που διένειμε εφημερίδες και πήρε μία. Παράστησε πως τη διαβάζει. Περίμενε λίγα λεπτά, ρίχνοντας ματιές προς την πολυκατοικία.

Όταν είδε τον ηλικιωμένο να φεύγει προς την κοινόχρηστη τουαλέτα -όπου θα έμενε για αρκετή ώρα, λόγω προβλημάτων που είχε με την ουροδόχο κύστη του- έσβησε το τσιγάρο του και όρμησε στο εσωτερικό του κτιρίου. Η εξώθυρα ήταν ξεκλείδωτη. Μπήκε και έφυγε με όσο πιο αθόρυβα βήματα μπορούσε για τον τρίτο όροφο. Έβγαλε το πανωφόρι και κατέβασε και το καπέλο του, μην τυχόν και τον δει κάποιος. Αλλά, ευτυχώς, δεν συναπαντήθηκε με κανέναν. Έφτασε έξω από το διαμέρισμα του Τζούρτζου, κοίταξε και αφουγκράστηκε γύρω του, «ξεκλείδωσε» την πόρτα του, εισήλθε και την έκλεισε.

Δεν έμεινε πάνω από πέντε λεπτά. Ούτε σε αυτό, ούτε στα διαμερίσματα των μπράβων του Τζούρτζου. Ο λόγος ήταν γιατί τα είχαν ξεψαχνίσει παλιότερα με τον Βολφ και τον Ράινχελ και ήξεραν αν υπάρχουν κρυψώνες, όπως κάποιο ξεχαρβαλωμένο τούβλο ή μια μικρή τρύπα κάτω από το χαλί ή αν είχε «πειραχτεί» ένα από τα πόδια σε κάποια καρέκλα. Ή οτιδήποτε άλλο. Έψαξε όλο το χώρο, τοποθετώντας στο τέλος το κάθε τι ξανά στην θέση του. Για καλή τύχη (ή ατυχία) του τοπικού σταθμού του Evidenzbureau, ο καθένας από τους Βλάχους -και, ειδικά, οι μπράβοι- δεν είχε πειράξει το διαμέρισμά του, δεν το είχε διακοσμήσει με κάποιον ιδιαίτερο τρόπο. Ούτε καν έναν πίνακα ή ένα πορτραίτο δεν είχαν βάλει. Ακόμα και το κρεβάτι, τα καλύμματα, τα κλινοσκεπάσματα, τα μαξιλάρια, οι δυο καρέκλες και η ντουλάπα ήταν ήδη εκεί, όταν ήρθαν αυτοί. Μόνο ο Τζούρτζου είχε προσθέσει μερικές πινελιές. Είχε αγοράσει έναν ολόσωμο καθρέπτη και είχε αφήσει κάτι φωτογραφίες του, στις οποίες στεκόταν δίπλα από κάποιο υψηλόβαθμο στέλεχος της κυβέρνησης της χώρας του. Επίσης, σε αντίθεση με τους μπράβους του, αυτός το μοναδικό όπλο του, ένα σπαθί με ασημένια θήκη και γυαλιστερή λεπίδα, το άφηνε κρεμασμένο στον τοίχο του δωματίου του, αντί να το κουβαλάει μαζί του –παρεμπιπτόντως, ακόμα και στη θήκη αυτού έψαξε ο Φάμπιαν, για παν ενδεχόμενο.

Συνολικά, θα έλεγε κανείς ότι οι συγκεκριμένοι ένοικοι αντιμετώπιζαν έκαστος το διαμέρισμά του σαν ένα προσωρινό κατάλυμα. Λες και ήξεραν ή τους είχαν πει ότι θα έφευγαν σύντομα, οπότε δεν υπήρχε λόγος να το διακοσμήσουν. Ή δεν το θεωρούσαν απαραίτητο.

Όπως και να είχε το πράγμα, το ζήτημα ήταν πως δεν υπήρχε κάτι που να προδίδει τον Τζούρτζου και τους τρεις τύπους. Δεν είχαν κάποιο στοιχείο για το Μπραν ή οτιδήποτε σχετικό. Τουλάχιστον, όχι εδώ. Αυτό, όμως, δεν απέκλειε την πιθανότητα να υπήρχε κάτι στο προξενείο. Αλλά εκεί η πρόσβαση δεν ήταν εύκολη. Για την ακρίβεια, ήταν σχεδόν αδύνατη. Ο Φάμπιαν θα χρειαζόταν ένα πολύ γερό χαρτί, για να τον αφήσουν να μπει στο προξενείο. Κάποια ατράνταχτη απόδειξη ότι ο Τζούρτζου ή κάποιος άλλος Βλάχος ή Μολδαβός είχαν αναμειχτεί ή ήξεραν τι συνέβαινε στο Μπραν. Την οποία απόδειξη ο Φάμπιαν δεν την είχε.

Βγαίνοντας ξανά στην Γκάλαμπ Έστι -έχοντας αφήσει τα διαμερίσματα όπως τα βρήκε-, άναψε τσιγάρο και κινήθηκε προς την Ρέγκι Πόστα Έστι, για να βρει μια άμαξα και να φύγει ολοταχώς για το κτίριο που ήταν στη συμβολή της Κίραϊ με την Κις Ντιόφα.

 

*

 

Μία ώρα μετά, ο Χάραλαμπ Τζούρτζου βγήκε από το εστιατόριο, μαζί με τους τρεις τύπους που τον είχαν από κοντά. Είδε τους δύο που είχε βάλει να ακολουθούν τον Άσπελ να έρχονται ιδρωμένοι και με τσαλακωμένα ρούχα και βογκώντας. Του είπαν πως τον έχασαν ενώ τον παρακολουθούσαν, αλλά ο Τζούρτζου τους είπε να πουν την αλήθεια, γιατί αλλιώς θα τους ξαπόστελνε στο χωριό απ’ όπου τους είχε «ξεθάψει». Τελικά, του ανέφεραν το περιστατικό και τι είχε τονίσει ο Φάμπιαν. Ο Τζούρτζου δεν εκνευρίστηκε, αλλά τους διέταξε να γυρίσουν στο προξενείο. Μετά, όταν έφυγαν, είπε στον ένα από τους δικούς του να πάει και να ενημερώσει τους συναδέλφους του που παρακολουθούσαν το διαμέρισμα του Άσπελ και το νοσοκομείο ότι έπρεπε να προσέχουν. Αν έβλεπαν τον Άσπελ, έπρεπε να κρυφτούν, πριν τους δει.

«Δεν θέλετε να περιλάβουν την κυράτσα, κύριε; Ή τον καριόλη; Εκείνοι ή εμείς;» ρώτησε ο τύπος. «Μπορεί να γίνει σωστά η δουλειά, κύριε».

«Όχι. Όχι ακόμα. Για τον Άσπελ, θα πρέπει να βρούμε κάτι καλύτερο. Όσο για την γυναικούλα του, μπορεί κάποια στιγμή να την περιλάβουμε. Δεν θα της κακόπεφτε. Όλες οι γυναίκες θέλουν να δουν όσο το δυνατόν περισσότερη χαρά στα σκέλια τους». Το καλοσκέφτηκε. «Μη σας πω ότι θα αναλάβουμε και τη μικρή. Γυναίκα είναι κι αυτή, σωστά; Αρρωστιάρα, βέβαια, αλλά θα βρούμε μια λύση και γι’ αυτό».

Οι τρεις μπράβοι γέλασαν, αλλά ο Τζούρτζου ήταν σοβαρός. Έπρεπε να βρει κάποια μοναδική ευκαιρία για να εκδικηθεί τον Άσπελ. Να τον ξαποστείλει μια και καλή. Μέχρι τώρα, δεν είχε κάτι υπόψιν του. Ό,τι σκαρφιζόταν ήταν κοινότυπο. Ένα βράδυ να τον έπιαναν σε κάνα σκοτεινό σοκάκι. Ή καθώς περίμενε μια άμαξα, να περάσουν οι μπράβοι του Τζούρτζου και να τον σκοτώσουν. Τέτοια πράγματα. Πολύ απλές επιλογές. Που δεν ταίριαζαν στον χαρακτήρα του Τζούρτζου. Πού θα του πήγαινε, όμως, θα έβρισκε την κατάλληλη.

Ολοκλήρωσε τη διαταγή του, λέγοντας «Πες να μην αφήσουν από τα μάτια τους τα δύο αυτά μέρη. Τα υπόλοιπα θα τα αναλάβω εγώ».

 

*

 

Στο μεταξύ, ο Φάμπιαν είχε φτάσει στον σταθμό και, αφού χαιρέτισε τον επιλοχία και δύο ακόμα συναδέλφους του που δούλευαν σε άλλες υποθέσεις, μπήκε στο γραφείο, όπου βρήκε τον Βολφ και τον Ράινχελ να μελετούν τα έγγραφα που είχαν και να συζητούν. Κάπνιζαν, αλλά οι μερίδες στρούντελ που τους αναλογούσαν είχαν σωθεί από ώρα, το ίδιο και ο καφές τους. Έβγαλε το πανωφόρι και το καπέλο του.

«Πώς πήγε;» ρώτησε ο Βολφ.

«Οι Βλάχοι και οι Μολδαβοί δεν έχουν ανακατευτεί. Επίσης, ο Τζούρτζου δεν ξέρει ποιοι είναι υπεύθυνοι για ό,τι συνέβη στο Μπραν. Ούτε στο διαμέρισμα αυτού και των τριών μπράβων του βρήκα κάτι». Πήγε και κάθισε στην ίδια θέση που είχε πιάσει νωρίτερα, δίπλα στον Ράινχελ. Πήρε το φλιτζάνι με τον δικό του καφέ και ήπιε. Είχε γίνει χλιαρός προς κρύος, αλλά δεν έχασε και τη γεύση του. «Αλλά ξέρει λεπτομέρειες. Όπως το ότι οι γέροντες είπαν πως βρικόλακες είναι οι υπαίτιοι».

«Σιγά μη δε βρισκόταν κάποιος να λαλήσει» σχολίασε ο Βολφ.

«Ναι. Το μισώ όταν συμβαίνει». Έβγαλε τα ρεβόλβερ και τα άφησε στο γραφείο.

Ο Βολφ και ο Ράινχελ τα κοίταξαν. Ο Ράινχελ σφύριξε. «Καλά κομμάτια» είπε.

«Θέλουμε να ξέρουμε πού τα βρήκες αυτά;» ρώτησε ο λοχαγός.

Ο Φάμπιαν χαμογέλασε. «Γιατί να μην θέλετε; Είναι δωράκια από τον Τζούρτζου. Είχε καιρό να με δει. Του έλειψα».

«Ναι. Σίγουρα». Ο Βολφ τα άδειασε από τις σφαίρες και τα έβαλε σε ένα από τα συρτάρια.

«Τέλος πάντων. Εσείς είχατε κάποιο νέο; Ράινχελ;»

«Να σου πω» απάντησε εκείνος. «Ενημέρωσα άπαντες, όπως είπες. Οι μόνοι που απάντησαν αμέσως ήταν τα σύνορα και η Βιέννη. Όσον αφορά τα σύνορα, καμιά κίνηση από τους απέναντι. Τίποτα το ανησυχητικό. Η Βιέννη είπε να προχωρήσουμε όπως φρονούμε, αλλά να την ενημερώνουμε. Ακόμα, ψάξαμε ξανά τα αρχεία μας. Υπάρχουν Σύμφωνα που υπεγράφησαν ανάμεσα σε χώρες, περιουσιακά στοιχεία, εκτιμήσεις για το τι πληθυσμό έχουν διάφορες περιοχές. Χάρτες». Εδώ σταμάτησε για λίγο, για να βρει αυτό που έψαχνε. «Αλλά υπάρχει κάτι ενδιαφέρον. Ή που εγώ και ο Βολφ θεωρούμε ενδιαφέρον. Έγγραφα των Ούγγρων πολιτοφυλάκων, και άλλων στρατιωτικών μονάδων, που αναφέρονται σε εξαφανίσεις ανθρώπων στα Καρπάθια. Συμβαίνει κατά καιρούς, κάποιος χάνεται, κάποιος το αναφέρει, γίνονται έρευνες (πολύ εκτενείς στις περισσότερες περιπτώσεις, οφείλω να πω), αλλά δυστυχώς τις πιο πολλές φορές δε βρίσκεται το αναφερόμενο πρόσωπο. Ή, όταν βρίσκεται, είναι νεκρό και, σε αρκετές περιπτώσεις, άσχημα σημαδεμένο από ζώα. Τόσο που δεν μπορούν ούτε οι συγγενείς του να τον ή την αναγνωρίσουν».

Ο Φάμπιαν ένευσε. Ο Βολφ κούνησε το κεφάλι με απογοήτευση.

«Ίσως σχετίζεται με την υπόθεσή μας» είπε ο Ράινχελ. «Κάπως. Αν μη τι άλλο, έχουν εξαφανιστεί πάνω από σαράντα άνθρωποι από το Μπραν μέσα σε λίγες μέρες».

«Τις άλλες φορές, που είπες, πόσοι χάθηκαν;»

«Συνήθως, ένα άτομο. Κάποιες φορές, δύο ή και τρεις».

«Μάλιστα. Με εξαίρεση την ευρύτερη περιοχή των Καρπαθίων, τις αντίστοιχες έρευνες και το ότι εξαφανίστηκαν άνθρωποι που μετά βρέθηκαν νεκροί σε κακή κατάσταση, υπάρχει κάτι άλλο που να είναι κοινό σε όλες αυτές τις περιπτώσεις;»

«Όχι. Δεν θα το έλεγα. Ούτε καν ύποπτοι δεν υπάρχουν».

«Αλλά» είπε ο Βολφ «παραμένει ένα στοιχείο. Έστω και αόριστο».

«Ναι. Μπορούμε να το έχουμε κατά νου. Υποθέτω». Ο Φάμπιαν έσβησε την καύτρα του τσιγάρου του στο σταχτοδοχείο. Τα φαντάσματα υπάρχουν, Φάμπιαν, θυμήθηκε που του είχε πει ο πατέρας του. Το συλλογίστηκε μέχρι να φτάσει στο κτίριο της υπηρεσίας του. Το ’χε συνδυάσει στο νου του με τους βρικόλακες, που ανέφεραν οι χωρικοί στους Ούγγρους. Σκεφτόταν μήπως υπήρχε περίπτωση να υπάρχει ένα ψήγμα αλήθειας σε αυτή τη σύνδεση.

Αυτό θα το εξετάσουμε τελευταίο, απεφάνθη. Αν φτάσουμε στο σημείο όπου πλέον δεν θα μπορούμε να δώσουμε οποιαδήποτε άλλη εξήγηση.

Ωστόσο, ρώτησε «Για εκείνη την υποτιθέμενη “δαιμόνισσα”; Υπάρχει κάτι;»

«Όχι» απάντησε ο Βολφ. «Ούτε καν απάντηση στην επιστολή του Ούγγρου μισθοφόρου. Τα μόνα άλλα σχετικά έγγραφα έχουν να κάνουν με διαταγές από τη μια ή την άλλη πλευρά που μάχονταν τότε μεταξύ τους. Δηλαδή, μεταξύ του Ίστβαν Μπότσκαϊ και του Οίκου των Αψβούργων. Αλλά καμιά αναφορά σε “δαιμόνισσες”».

«Μάλιστα». Ο Φάμπιαν πήρε ένα κομμάτι στρούντελ και το έφαγε, συνοδεύοντάς το με άλλη μια γουλιά καφέ. «Ας κοιτάξουμε για μυστικά περάσματα κοντά στα σύνορα με τη Βλαχία».

«Ούτε για αυτά έχουμε κάποιο αρχείο. Το σκεφτόμουν όσο έψαχνα και πρότεινα και στον Βολφ να κοιτάξει. Δε βρήκαμε το παραμικρό» είπε ο Ράινχελ. «Νομίζω ότι μπορούμε να παραδεχτούμε πως δεν υπάρχει ζήτημα εισβολής στην Αυστροουγγαρία».

«Κι εγώ εκεί καταλήγω» είπε ο Βολφ. «Αλλά… Τότε τι έγινε στο Μπραν;»

Ο Φάμπιαν το σκέφτηκε. Είπε «Η μόνη άλλη εκδοχή που μπορώ να σκεφτώ είναι να έχουν αναμειχθεί Τρανσυλβανοί. Ίσως κάποια διαμάχη μεταξύ των χωριανών του Μπραν. Ή ανάμεσα σε αυτό το χωριό και σε άλλα. Ή να συνέβη κάτι με περιφερόμενους τσιγγάνους –έχουμε ακούσει περιστατικά και με αυτούς. Διαφωνίες, παρεξηγήσεις. Ερωτικές αντιζηλίες. Μπορεί να αλληλοσκοτώθηκαν. Αλλά δε βγάζει νόημα ούτε αυτή η περίπτωση σε όλα τα άλλα. Στην κτηνωδία. Και στο ότι έφυγαν κάποιοι και άλλοι έμειναν πίσω. Στο γιατί στην αρχή εξαφανίστηκαν επτά άνθρωποι και μετά έγινε όλος ο υπόλοιπος χαμός».

Ο Ράινχελ και ο Βολφ έμειναν σιωπηλοί.

«Μέχρι να μάθουμε νεώτερα από το μέτωπο» είπε ο Φάμπιαν «από κάθε μέτωπο, ας δούμε τι μπορούμε να αποκομίσουμε από άλλους πληροφοριοδότες. Θέλω να βγείτε και να ψάξετε όσους ξέρουμε ότι έχουν ή είχαν στο παρελθόν σχέσεις με την Τρανσυλβανία. Οποιαδήποτε σχέση. Πέρασαν από εκεί για μια βραδιά; Ήταν οι γονείς από κάποιο χωριό της περιοχής; Οτιδήποτε».

«Δεν θα αρκεστούμε στα όσα σου είπε ο Τζούρτζου, έτσι;» ρώτησε ο Βολφ. «Ή στο ότι δε βρήκες κάτι στο διαμέρισμα αυτού και των μπράβων του;»

«Όχι ακόμα. Ας δούμε τι άλλο μπορεί να υπάρχει. Σκεφτείτε όσο θα ψάχνετε. Εγώ θα μείνω εδώ, να ξεψαχνίσω τα έγγραφα και αργότερα θα πάω να ελέγξω αν ήρθε καμιά απάντηση στα τηλεγραφήματά μας».

«Εντάξει».

Ο λοχαγός και ο επιλοχίας αποχώρισαν.

Ο Φάμπιαν είδε την πόρτα να κλείνει. Έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε. Γύρισε προς το παράθυρο. Μισόκλεισε τα μάτια. Στην πολυκατοικία, την ίδια που έβλεπε κανείς και από το γραφείο του Ορμπάν, μερικοί ένοικοι είχαν βγει στα μπαλκόνια. Κάποιες γυναίκες μάζευαν τα ρούχα που είχαν απλώσει. Είδε ένα παιδί που χάιδευε μια γάτα. Κανείς δεν κοιτούσε προς το μέρος του.

Αναρωτήθηκε τι να έκαναν η Έμιλυ και η Ορέλια.

Μετά, πήγε στο γραφείο του Ορμπάν.

 

*

 

Μπρασώφ

Στο γραφείο του προσωρινού ανώτερου διοικητή της πολιτοφυλακής, επικρατούσε εδώ και ώρα αμήχανη σιωπή. Ο αντιστράτηγος Πίντερ Ζαλάν, περισσότερο κουρασμένος παρά εκνευρισμένος, είχε στα χέρια του πέντε τηλεγραφήματα, ένα από τη διοίκηση της πολιτοφυλακής, ένα από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της Ουγγαρίας, ένα από τον Αυτοκράτορα, ένα από το (κοινό) Υπουργείο Αυτοκρατορικής και Εθνικής Άμυνας και ένα από το Evidenzbureau. Απέναντί του, κάθονταν τρεις άνθρωποι. Ο συνταγματάρχης Μίκλος και ένας αντισυνταγματάρχης (γνωστός του Μίκλος από την πρώτη φορά που είχαν έρθει οι Κορνέλια και Σάντου Βλαντιμιρέσκου), ο Νίμετ Σιλάρ, και ένας λοχίας του Δέκατου Πέμπτου Συντάγματος Ορεινού Πυροβολικού, ο οποίος κρατούσε το Μάνλιντσερ του σαν να ετοιμαζόταν να το χρησιμοποιήσει. Έξω από το γραφείο, ήταν άλλοι τρεις στρατιώτες του Κέρσεν. Γενικά, στο κτίριο κυκλοφορούσαν πλέον άντρες του Δέκατου Πέμπτου, με διαταγή των αρμοδίων υπουργών. Σκοπός τους, και σύμφωνα με τις υποδείξεις του (μισητού) Evidenzbureau, να «σιγουρευτούν για την αποτελεσματικότητα της πολιτοφυλακής του Μπρασώφ, καθότι είχαν διαπιστωθεί αστοχίες ως προς τον συντονισμό και τη γενικότερη διαχείριση της υπόθεσης που είχε προκύψει με το χωριό Μπραν, των Εδαφών του Στέμματος του Σαιντ Στεφάν». Έτσι ανέφεραν οι κατάσκοποι και προφανώς τα υπουργεία είχαν δεχτεί την εκτίμησή τους. Ο υπουργός, όμως, της Ουγγαρίας είχε γράψει πως, μετά την επίλυση της παρούσας κατάστασης, ανακαλούσε τον αντιστράτηγο και τον διέταζε να παραβρεθεί στη Βουδαπέστη, για να περάσει από στρατοδικείο –την ίδια απόφαση ανακοίνωνε και ο ανώτατος διοικητής της πολιτοφυλακής. Το τηλεγράφημα του Αυτοκράτορα ήταν το πιο διαδικαστικό απ’ όλα, αφού το μόνο που έκανε ήταν να συναινέσει στις αποφάσεις των υπουργών και των κατασκόπων. Τέλος, και σε αντίθεση με τα όσα πίστευε μέχρι τώρα ο Ζαλάν για αυτό, το Evidenzbureau χαιρετούσε με θέρμη την σκέψη του να καλυφτούν όλες οι κοντινές στο Μπραν κατοικημένες περιοχές με στρατιώτες, αλλά και να ειδοποιηθούν τα σύνορα. Ήταν μια παρηγοριά γι’ αυτόν. Δεν τον ήξερε αυτόν που υπέγραφε, τον επιλοχία Τζόνας Ράινχελ, ούτε τον ανώτερό του, τον Φάμπιαν Άσπελ (που είχε δώσει τη σχετική διαταγή να αναφερθεί η εν λόγω επικρότηση), αλλά μάλλον θα ήταν οι μοναδικοί Αυστριακοί (του Evidenzbureau) που ο Ζαλάν δεν θα μισούσε στην ζωή του.

Ο Μίκλος ήταν σχεδόν μαζεμένος στην καρέκλα, όσο ήταν εφικτό αυτό, που την είχε φέρει όσο το δυνατόν πιο κοντά στο γραφείο του ανωτέρου του. Ο καραβανάς και ο υπαξιωματικός του Κέρσεν του προκαλούσαν νευρικότητα. Και ας ήξερε ότι ο Σιλάρ ήταν εντάξει τύπος, τώρα φαινόταν πολύ σοβαρός. Γιατί οι συνθήκες είχαν αλλάξει. Γιατί οι διαταγές είχαν αλλάξει. Ο Μίκλος δεν περίμενε να βρει το κτίριο γεμάτο με Αυστριακούς και Ούγγρους του Κοινού Στρατού, οι οποίοι συμπεριφέρονταν σαν να ήταν στο στρατόπεδό τους. Με άνεση και κύρος, κρατώντας το Μάνλιντσερ στα χέρια τους. Λες και οι πολιτοφύλακες ήταν τίποτα κρατούμενοι που θα προσπαθούσαν να αποδράσουν. Έλεγχαν κάθε γραφείο. Ρωτούσαν για κάθε υπόθεση. Και κατέγραφαν.

Τι μπορούσε να γίνει μέσα σε λίγες ώρες, ε; Αλλιώς είχε αφήσει την υπηρεσία του και αλλιώς τη βρήκε. Δεν υπήρχαν πλέον χωριάτες, αλλά, ειλικρινά, μακάρι να τους είχαν ακόμα αυτούς, παρά τους στρατιωτικούς.

Όμως, εντέλει, είχε αποφασίσει ότι ο ίδιος μάλλον θα γλίτωνε τα χειρότερα. Το έλεγαν και τα τηλεγραφήματα. Ο Ζαλάν ανακαλούνταν. Αυτός θα περνούσε από στρατοδικείο. Για τον Μίκλος, δεν λεγόταν το παραμικρό. Και γιατί να λεχθεί, διάβολε; έλεγε μέσα του. Εγώ διαταγές υπακούω. Από τον Ζαλάν. Ένας υπάλληλος είμαι. Και, απ’ ό,τι φαινόταν, την ίδια άποψη είχαν και οι ανώτεροι των ανωτέρων της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Οπότε μπορούσε να χαλαρώσει. Αλλά λίγο. Γιατί οι άντρες του Κέρσεν παραφυλούσαν για οποιαδήποτε μαλακία. Ένα λάθος και θα τον έπιαναν.

Άρα, καλύτερα να καθόταν και να μην έκανε τίποτα. Να έδειχνε ότι, σαν καλός κατώτερος αξιωματικός, περίμενε τον ανώτερό του να του πει τι να κάνει. Έτσι, όλη η προσοχή θα έμενε πάνω στον Ζαλάν. Τον (μελλοντικό) κατηγορούμενο. Του οποίου η στρατιωτική θητεία θα τέλειωνε άδοξα. Ήταν λυπηρό, αλλά, στο κάτω-κάτω, ο αντιστράτηγος έφταιγε. Και η κεντρική διοίκηση ήθελε να πέσουν κεφάλια. Έστω ένα. Ο Μίκλος ήλπιζε να μην συνέβαινε κυριολεκτικά κάτι τέτοιο. Απλά, να τον καθαιρούσαν και να τον παρατούσαν. Μέχρι εκεί. Μπορεί να ήταν αρχι-μαλάκας, αλλά ο Ζαλάν ήταν πιστός Ούγγρος στρατιωτικός.

Μα για μερικούς χωριάτες; Αξίζει να βρει το μπελά του σε τέτοιο βαθμό;

Ο Μίκλος ούτε καν θα τον ανακαλούσε, αν ήταν στη θέση των υπουργών. Μπορεί να έγραφε καμιά επίπληξη, ας πούμε, αλλά όχι κάτι άλλο. Δεν καταλάβαινε γιατί να δώσουν μεγαλύτερη σημασία τα ανώτερα στελέχη. Όμως, δεν ήταν δική του δουλειά να κρίνει τη διοίκηση. Είπαμε, αυτός ήταν ένας υπάλληλος (που θα τη γλίτωνε). Δεν ήξερε τι είχε σκεφτεί ο Ζαλάν όταν διέταξε να φέρουν τον Μίκλος στο κτίριο, αλλά ο τελευταίος δεν θα ήταν και πολύ χρήσιμος. Ούτε καν για ηθική συμπαράσταση.

Ο Ζαλάν ρώτησε τον Σιλάρ «Έγιναν όλα όπως τα συμφωνήσαμε; Καλύψατε το Πουάνα Μπρασώφ;»

«Ναι».

«Και βγάλατε δικούς σας στο Μπρασώφ;»

«Λίγους. Οι περισσότεροι είμαστε εδώ, στο κτίριο, και στο Πουάνα Μπρασώφ, ενώ πολλές ομάδες δύο αντρών έχουν πάει να βρουν τους κατοίκους που έφυγαν από το Μπραν. Και κάποιοι δικοί μας επιτηρούν δικές σας αντίστοιχες ομάδες ενημέρωσης. Επίσης, όπως ήδη ξέρετε, έχουμε στείλει έξι άντρες να ελέγξουν το Μπραν και την αποστολή των δεκαπέντε πολιτοφυλάκων σας».

Μία από τις διαταγές του Υπουργείου Αυτοκρατορικής και Εθνικής Άμυνας ήταν αυτή ακριβώς. Το Δέκατο Πέμπτο να επιτηρήσει και την κατάσταση στο χωριό. Σύμφωνα με το Evidenzbureau, έπρεπε να δοθεί η δέουσα προσοχή στο ζήτημα της ασφάλειας των πολιτοφυλάκων που είχαν πάει στο Μπραν. Ο Κέρσεν είχε αναφέρει, φυσικά, ότι ο λοχαγός Χέγκεντους (διοικητής της εν λόγω ομάδας των πολιτοφυλάκων) ζητούσε ενισχύσεις, αλλά επειδή η συγκεκριμένη υπηρεσία (η πολιτοφυλακή) περνούσε από κόσκινο, δεν υπήρχε και πολλή εμπιστοσύνη σε ό,τι και αν έλεγαν.

Ο Ζαλάν δεν μίλησε.

Ο Μίκλος δεν μίλησε.

Ούτε ο Σιλάρ.

Ούτε ο λοχίας.

Ησυχία ξανά.

Μέσα στο γραφείο.

Γιατί στους διαδρόμους υπήρχε συνεχής κινητικότητα.

Η ώρα κόντευε έντεκα το πρωί.

 

Την πόρτα την άνοιξε η Στεφανία και βρέθηκε να κοιτάζει τέσσερις ψηλούς άντρες, δύο με στολή της πολιτοφυλακής και δύο με διαφορετική στολή. Στο πρόσωπο του καθενός, διέκρινε κούραση και αποφασιστικότητα. Τον ένα εξ αυτών, που στεκόταν μόλις ένα βήμα πιο μπροστά από τον άλλο, τον κοίταξε λίγο περισσότερο. Γιατί κι εκείνος την κοίταξε πιο έντονα, απ’ ό,τι ο συνάδελφός του.

«Παρακαλώ;» τους ρώτησε.

Τη χαιρέτισαν ως όφειλαν.

«Καλημέρα σας, δεσποινίς» είπε ο τύπος που στεκόταν μπροστά. «Είμαι ο δεκανέας Χενρίκ και από δω ο συνάδελφός μου, πολιτοφύλακας Ντούντας. Μαζί μας είναι στρατιώτες του Δέκατου Πέμπτου Συντάγματος του Κοινού Στρατού. Ήρθαμε να… εμ, να σας ενημερώσουμε πως… ήρθε εντολή από τη Βιέννη και τη Βουδαπέστη…» Καθάρισε το λαιμό του. Μα τι με έπιασε; αναρωτήθηκε, αν και αργότερα, όταν το συζήτησε με τον Ντούντας, κατάλαβε. Είχε ερωτευτεί την Στεφανία.

Ο Ντούντας τον σκούντησε, χαμογελώντας στη Στεφανία. Που δεν τον κοιτούσε. Γιατί κι εκείνη είχε αρχίσει να αισθάνεται κάτι για τον Χενρίκ.

Ο δεκανέας μπόρεσε τελικά να της πει τι ακριβώς είχαν διατάξει από τα κεντρικά και πως θα έβρισκαν τους υπαίτιους. Λίγο πριν φύγουν με το συνάδελφό του, εμφανίστηκαν στην πόρτα η Σορίνα και ο Σάντου, ο οποίος αναγνώρισε τον Χενρίκ και τον χαιρέτισε.

Όταν έκλεισαν την πόρτα και πήγαν στο καθιστικό, η Σορίνα ήταν εκείνη που κατάλαβε τι είχε συμβεί με την Στεφανία. Το σχολίασε και ο Σάντου είπε ότι δεν είχαν καιρό γι’ αυτά και πως η Στεφανία θα έπρεπε να σοβαρευτεί. Και τότε συνειδητοποίησε το λάθος του, γιατί η Σορίνα έφερε το θέμα στην εντολή και τα λοιπά νέα που τους είχαν μεταφέρει οι πολιτοφύλακες. Το Μπραν. Και ό,τι συνέβη εκεί. Κάτι για κάποια αρρώστια.

Ένας νέος γύρος ερωτήσεων άρχισε, αλλά η Στεφανία έμεινε εκτός. Σκεφτόταν τον Χενρίκ.

 

*

 

Κοντά στα σύνορα Ουγγαρίας και Τρανσυλβανίας – Βουδαπέστη

Όταν έφτασε το σήμα από το Μπραν, τη Βιέννη και τη Βουδαπέστη, δεν ήταν οι ίδιοι στρατιώτες που έλεγχαν ποιος ερχόταν και ποιος έφευγε από την Τρανσυλβανία. Οι βάρδιες άλλαζαν ανά εξάωρο περίπου. Με το που γινόταν αυτό, ανταλλάσσονταν φιλοφρονήσεις και οι καινούριοι ενημερώνονταν από τους προηγούμενους για τα νεώτερα και αν υπήρξε κάποιο περιστατικό –που σχεδόν ποτέ δεν υπήρχε. Ο αξιωματικός υπηρεσίας έδινε κι άλλες λεπτομέρειες, σε περίπτωση που κρινόταν απαραίτητο. Και σήμερα, όλα ήταν απαραίτητο να κοινοποιηθούν στους στρατιώτες.

Μια από αυτές τις βάρδιες, λοιπόν, η οποία ανέλαβε δράση για το χρονικό διάστημα δώδεκα το μεσημέρι με έξι το απόγευμα, ήταν και οι άντρες που είχαν δώσει το ελεύθερο στους πρώην σωματοφύλακες του Ντράχοσλαβ να περάσουν τα σύνορα, χωρίς να γράψουν κάπου το όνομα και το επώνυμό τους. Κάτι που, όπως συνειδητοποιούσαν τώρα, μάλλον ήταν γκάφα τους, γιατί η πολιτοφυλακή του Μπρασώφ είχε δώσει δικό της σήμα για αυτούς, και ίσως θα έπρεπε να διορθώσουν το λάθος που είχαν κάνει. Ο ένας από τους δύο βρήκε τις καταχωρίσεις της 28ης Φεβρουαρίου και είδε πως δεν είχε συμπληρωθεί σχεδόν καθόλου το χαρτί, πέραν από τρία ονόματα. Και θυμόταν πώς του είχαν συστηθεί οι δύο από αυτούς τους Ούγγρους.

Ο άλλος φύλακας πρότεινε να ενημερώσουν τον Κοινό Στρατό και την πολιτοφυλακή. Γιατί υπήρχαν δύο τινά που έπρεπε να λάβουν υπ’ όψιν τους. Δύο διαφορετικές περιπτώσεις, που ο αξιωματικός υπηρεσίας δεν μπορούσε να τους πει με βεβαιότητα ποια ήταν η αληθινή και ποια όχι, γιατί είχε μπερδευτεί κι αυτός. Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, στο Μπραν είχαν εισβάλλει εχθρικοί στρατιώτες και σφάγιασαν πολλούς ανθρώπους εκεί και έκαψαν σπίτια. Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, υπήρχε κάποια ασθένεια που σκότωνε ζώα και μάλλον είχε σκοτώσει και ανθρώπους και κάποιοι από αυτούς έκαψαν τα σπίτια τους. Όπως και να είχε, όμως, οι δύο φύλακες έκριναν ότι έπρεπε οπωσδήποτε να μαθευτεί ότι εκείνοι οι τέσσερις τύποι είχαν περάσει τα σύνορα. Άσε που, αν όντως υπήρχε κάποια αρρώστια στο Μπραν και εκείνοι οι τέσσερις είχαν φύγει πρόσφατα από εκεί, ίσως την κουβαλούσαν στην πατρίδα.

Θεός φυλάξοι!

Βρήκαν τον συνάδελφό τους που ασχολιόταν με τα τηλεγραφήματα και του είπαν τι να ανακοινώσει στις μονάδες. Και προσευχήθηκαν να μην τους ξαποστείλουν με εκτέλεση.

 

Τα νέα από τα σύνορα έφτασαν τελικά και στον τοπικό σταθμό του Evidenzbureau στη Βουδαπέστη. Αλλά ο λοχαγός που χειριζόταν τον τηλέγραφο και τη γραφομηχανή -λόγω έλλειψης προσωπικού και πόρων- δεν το παρέδωσε στον Φάμπιαν. Θεώρησε πως θα ήταν καλύτερα να το μάθαινε πρώτα ένας γνήσιος Ούγγρος πατριώτης, παρά ένα καθίκι από την Αυστρία. Οπότε το έδειξε στον συνταγματάρχη Ορμπάν. Ο οποίος τον ευχαρίστησε. Και του είπε να μη μιλήσει σε κανέναν γι’ αυτό, εκτός αν του πει εκείνος να το κάνει. Ο λοχαγός δεν είχε κανένα πρόβλημα επ’ αυτού.

Όμως, είχαν ξεχάσει και οι δύο ότι στην είσοδο υπήρχε ο επιλοχίας που είχε δει τη «συναλλαγή». Βασικά, είχε δει τον λοχαγό να βγαίνει από το γραφείο του, κρατώντας ένα χαρτί, να μπαίνει στο γραφείο του Ορμπάν και μετά από λίγο να βγαίνει χωρίς να κρατάει κάτι. Ρώτησε τον λοχαγό σχετικά, σαν συνάδελφος που απευθύνεται σε φιλικό τόνο προς συνάδελφο του, αλλά εκείνος του είπε να το βουλώσει και να κοιτάζει τη δουλειά του. Και αυτό ακριβώς έκανε ο επιλοχίας, που δεν συμπαθούσε ούτε τον εν λόγω λοχαγό, ούτε τον Ορμπάν. Κατέγραψε την περίπτωση, αλλά όχι σε κάποιο χαρτί. Σκέφτηκε πως θα ήταν καλό να την αναφέρει προφορικά στον Φάμπιαν.

 

*

 

Η Έμιλυ και η Ορέλια συζητούσαν στο δωμάτιο του νοσοκομείου. Η μητέρα της μικρής είχε φέρει σχεδόν κολλητά την καρέκλα της, ενώ στην ποδιά της αναπαυόταν το βιβλίο του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Από το προσωπικό, είχαν έρθει νοσοκόμες τρεις φορές ως τώρα, για να ελέγξουν την Ορέλια, ενώ και ο δόκτωρ Μολνάρ πέρασε, για να καλημερίσει εκείνη και την Έμιλυ. Από το παράθυρο έμπαιναν δυναμικά οι ακτίνες του ήλιου. Η ζέστη αποκαθίστατο σιγά-σιγά, αφού λίγο πιο πριν είχαν ανοίξει το παράθυρο, για να αεριστεί ο χώρος.

«Μαμά, είσαι κουρασμένη» είπε η Ορέλια. Η φωνή της είχε γαληνέψει, αφού το τσάι που της έδιναν, γλυκό και καυτό και συνδυασμένο με χυμό από φλοιό ιτιάς, χαλάρωνε την αγριάδα που προξενούσε η ασθένεια.

«Ε, λίγο. Αλλά μην ανησυχείς, αντέχω» της χαμογέλασε η Έμιλυ. Η κούραση δεν ήταν τίποτα το φοβερό για εκείνη. Σίγουρα, δεν της ήταν άγνωστη. Από παιδάκι, έκανε δουλειές και βοηθούσε τις δύο υπηρέτριες που είχαν, ενώ η μητέρα της καθόταν και ο πατέρας της ερχόταν στο σπίτι ξεθεωμένος από το τρέξιμο που είχε η επιτήρηση των χωραφιών που του ανήκαν. Από ένα σημείο και μετά, βέβαια, ο Μπεν Μπούεγ σταμάτησε να εργάζεται άμεσα και έδωσε τα ηνία σε δύο επιστάτες, και πλέον ακολουθούσε το παράδειγμα της συζύγου του. Είχε παροτρύνει και την κόρη του να κάνει το ίδιο, να μην ασχολείται με πράγματα που πληρώνονταν και έκαναν άλλοι, αλλά η Έμιλυ, όταν δεν έπαιζε με τις κούκλες της και όταν δε διάβαζε για το σχολείο, ήθελε να περνάει ώρα στην κουζίνα και να βοηθάει στο μαγείρεμα. Να βλέπει τη μαγείρισσα να ετοιμάζει το κρέας και το ζωμό και τη σάλτσα, και να κόβει τα λαχανικά και να ελέγχει το κρασί και τα μπαχαρικά, και μετά να τα συνδυάζει όλα αυτά με κινήσεις σχεδόν αυτόματες, σαν να μην τις σκεφτόταν, αλλά που τις έκανε από μνήμης. Η Έμιλυ είχε μάθει να μαγειρεύει πολύ πριν γνωρίσει τον Φάμπιαν, ενώ η αγάπη της για το διάβασμα, που -το ήξερε- ήταν αναπόφευκτο ότι κάποτε θα καρποφορούσε με δικά της κείμενα, συνόδευε την προετοιμασία, το ζέσταμα και όλη τη διαδικασία της ετοιμασίας ενός πλήρους και ωραίου γεύματος. Δηλαδή, ενώ έφτιαχνε το μεσημεριανό μια Κυριακή μεσημέρι -που είχε άδεια η μαγείρισσα-, συλλογιζόταν και πώς θα μπορούσε μια γυναίκα να έρθει αντιμέτωπη με τα φαντάσματα μιας παλιάς έπαυλης. Ή, αργότερα, όντας αρραβωνιασμένη με τον ψηλό στρατιωτικό που οι γονείς της της έλεγαν να μην τον παντρευτεί, καθώς του ετοίμαζε ένα κολατσιό -για να μην τρώει συνέχεια έξω και να μη ξοδεύει χρήματα χωρίς λόγο-, φανταζόταν τι αλλόκοτο και μακάβριο θα μπορούσε να συμβεί σε μια κατά τα άλλα ήσυχη γειτονιά, όπως η δική τους τότε που έμεναν στη Βιέννη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, είχε προσπαθήσει να συνδυάσει και την ιδιότητα του Φάμπιαν, έχοντας σαν πρωταγωνιστή έναν αξιωματικό, που κατατρυχόταν από την κατάρα που του είχε ρίξει μια μάγισσα, για να τον εκδικηθεί που δεν ήθελε την κόρη της, όταν αυτός και η μονάδα του πέρασαν μια φορά από το χωριό της.

Η Έμιλυ δεν είχε πρόβλημα να κουράζεται. Όχι πάντα. Τώρα δεν είχε, που ήταν μαζί με την Ορέλια. Ούτε είχε πρόβλημα όταν ταλαιπωρήθηκε με την εγκυμοσύνη της –και ειδικά τη νύχτα που γέννησε, γιατί είχε προλάβει ίσα-ίσα να φτάσει στο νοσοκομείο, ενώ τα νερά είχαν σπάσει κατά τη μεταφορά της με την άμαξα, και ο Φάμπιαν προσπαθούσε να την καλύψει με το πανωφόρι του και ταυτόχρονα να την ενθαρρύνει όσο μπορούσε. Ούτε όταν αναγκαζόταν να ξυπνήσει τα χαράματα, για να νταντέψει την μικρούλα και να την ταΐσει –πόσες φορές να φώναζε τον άντρα της, που έλειπε πάνω από δώδεκα ώρες για συνεχόμενες μέρες; Και, φυσικά, δεν είχε πρόβλημα με την κούραση που προέκυπτε από την προσπάθειά της να γράψει μια ιστορία, που πιο μετά θα διάβαζε στον Φάμπιαν και θα τον έκανε να την κοιτάξει με υψωμένα φρύδια και αδύναμος να πει το οτιδήποτε. Η αλήθεια ήταν πως της άρεσε να τον πειράζει με όσα σκαρφιζόταν. Θα μπορούσε να πει κανείς πως γι’ αυτό τις έγραφε, αλλά αυτό δεν ίσχυε, όχι εντελώς. Η Έμιλυ είχε ένα σωρό ιδέες από μικρή, γιατί η ζωή της περιστρεφόταν γύρω από τους γονείς της και τις σχέσεις τους με άλλους πλούσιους, οι οποίοι είχαν βέβαια δικά τους παιδιά που ήθελαν να παίξουν με την Έμιλυ, όμως τα παιχνίδια αυτά συμπεριλάμβαναν το Eisstockschießen και τραπουλόχαρτα, που δεν της πολύ-άρεσαν. Προτιμούσε το κυνηγητό και τα «αγάλματα». Αλλά, μετά τα δεκαπέντε της χρόνια, οπότε και δεν ενδιαφερόταν πλέον για αυτά, σκεφτόταν σχεδόν αποκλειστικά ιστορίες που είχε διαβάσει και τις είχε φανταστεί με διαφορετικό τέλος ή με άλλον κεντρικό ήρωα κλπ.

Το πραγματικό πρόβλημα της κούρασης ερχόταν (και έφευγε, ευτυχώς) όταν έπρεπε να ασχοληθεί με ζητήματα που δεν της άρεσαν. Όπως τα γραφειοκρατικά θέματα των χωραφιών του πατέρα της –παλιότερα, κυρίως, πριν παντρευτεί τον άντρα της. Ή η κατασκοπεία, με την οποία καταπιανόταν ο Φάμπιαν. Ή η πολιτική. Ή η απέχθεια κάποιων προς άλλους. Υπήρχε ένα όριο, πέραν από το οποίο σταματούσε να παρακολουθεί την οποιαδήποτε κουβέντα περί τέτοιων ζητημάτων. Και, δυστυχώς, ο περισσότερος κόσμος ήθελε να μιλάει μόνο για αυτά τα πράγματα –με εξαίρεση την κατασκοπεία, που ήταν αποκλειστικό «προνόμιο» του Φάμπιαν. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που ήθελε να γνωρίσει ανθρώπους που τους άρεσε το διάβασμα. Όπως τον Μαρτίν Χόουνεχ, τον παλιό φίλο του Φάμπιαν. Είχε στείλει στον ταγματάρχη ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασε ποτέ της η Έμιλυ. Την Καρμίλα. Η σχέση των δύο πρωταγωνιστριών, τόσο περίεργη όσο και ενδιαφέρουσα, αλλά και η υποβόσκουσα απειλή, που υπήρχε και την ίδια στιγμή δεν υπήρχε (βασικά) για την Λώρα και τους λοιπούς ανίδεους χαρακτήρες, είχαν μαγέψει την Έμιλυ. Ή οι φρικτές και ταυτόχρονα φανταστικές ιστορίες του Πόε. Ή εκείνο το ογκώδες μυθιστόρημα του Μάθιου Λούις, Ο καλόγερος, με τη σταδιακή ηθική πτώση του πρωταγωνιστή του. Να, για αυτά μπορούσε να μιλάει με τις ώρες. Ακόμα και για τα έργα του Ιούλιου Βερν θα μπορούσε να συζητήσει –τι εφευρέσεις είχε σκαρφιστεί αυτός ο άνθρωπος και, ειλικρινά, πώς είχε διανοηθεί ότι οι άνθρωποι θα μπορούσαν να ταξιδέψουν στο φεγγάρι;

Η Ορέλια είπε «Μαμά, γιατί έχει όπλο ο μπαμπάς;»

Η Έμιλυ θυμήθηκε που συζητούσαν ενίοτε με τον Φάμπιαν ότι κάποια στιγμή θα έπρεπε να πουν στην κόρη τους για τη δουλειά του. Όχι λεπτομέρειες, αλλά κάποια στοιχειώδη πράγματα. Το θεωρούσαν λάθος να της έλεγαν συνέχεια πως εργαζόταν σε γραφείο, ενώ αυτό δεν ήταν ιδιαίτερα ακριβές.

Χαμογέλασε στην Ορέλια. «Εσύ, δεσποινίς μου, πού ξέρεις πώς είναι ένα όπλο;»

«Έχω δει σε ένα βιβλίο σου για τον Σέρλοκ Χολμς, μαμά. Είχε στο εξώφυλλο έναν άντρα που σημάδευε έναν άλλο. Ρώτησα τον μπαμπά τι είναι αυτό που κρατούσε ο κύριος και μου είπε πως είναι όπλο. Πιστόλι». Η Ορέλια ανασήκωσε τους ώμους της, όπως έκανε όταν ήξερε ότι είχε ρωτήσει κάτι σημαντικό, κάτι που ήταν «για μεγάλους».

«Α, μάλιστα. Εμ, βέβαια, λογικό να το δεις. Ξεχνάω κι εγώ να τα μαζεύω τα βιβλία μου». Κάποια, δηλαδή. Όχι όλα. «Και πού ξέρεις εσύ ότι ο μπαμπάς έχει όπλο;»

«Τον είδα μια μέρα που έβγαζε το πανωφόρι του και είχε στη ζώνη μια θήκη με ένα πιστόλι».

  Κύριε ταγματάρχη, καλά τα κατάφερες και πάλι. «Ο μπαμπάς έχει όπλο… για προστασία. Δεν το χρησιμοποιεί. Απλά το έχει μαζί του».

«Σημαδεύει κακούς;» Η Ορέλια σοβάρεψε. «Τους… σκοτώνει;»

«Τι; Όχι!» η Έμιλυ έσκυψε μπροστά και χάιδεψε το δεξί χέρι της κόρης της. «Όχι. Σου είπα, δεν το χρησιμοποιεί».

«Σίγουρα;»

«Ναι, Ορέλια. Κοίτα, η δουλειά του μπαμπά σου απαιτεί να έχει πάνω του και όπλο. Σε περίπτωση που συντρέξει κάποιος λόγος. Αλλά και τότε ακόμα, δεν θα αρχίσει να πυροβολεί, παρεκτός αν είναι απόλυτη ανάγκη». Το οποίο η Έμιλυ ευχόταν να ίσχυε. Γιατί ούτε στην ίδια άρεσε η ιδέα να χρησιμοποιεί όπλο ο Φάμπιαν. Εδώ δεν ήθελε ούτε καν να το έχει. Να τα έχει. Γιατί είχε και μια παλιά καραμπίνα και ένα επιπλέον πιστόλι. Την είχαν κάνει αυτή την κουβέντα και ο Φάμπιαν είχε πει ότι όλα τα έχουν καθαρά για προστασία. Κάτι που η Έμιλυ ένιωθε ότι μπορεί και να μην ήταν όλη η αλήθεια. Δηλαδή, γιατί χρειάζονταν τρία όπλα; Ποιος θα τους απειλούσε; Και ποιο θα πρωτο-χρησιμοποιούσε ο Φάμπιαν -γιατί η ίδια δεν ήξερε να ρίχνει-;

Κοίταξε την κόρη της. «Άκου, Ορέλια μου. Ο μπαμπάς είναι στρατιωτικός. Δουλεύει σε γραφείο, κυρίως, αλλά είναι απαραίτητο να γνωρίζει και να έχει όπλα. Για παν ενδεχόμενο. Μέχρι εκεί. Έχω εμπιστοσύνη και καλό είναι να του έχεις και εσύ πως δεν θα βλάψει κάποιον, εκτός αν αυτός ο κάποιος προσπαθήσει πρώτος να βλάψει τον μπαμπά σου. Αλλά και τότε ακόμα, όπως με έχει διαβεβαιώσει, το όπλο θα είναι η τελευταία λύση γι’ αυτόν. Δηλαδή, θα πρέπει τα πράγματα να φτάσουν στο απροχώρητο, στο σημείο όπου δεν μπορεί να γίνει τίποτα άλλο, για να πιάσει το όπλο. Καταλαβαίνεις τι εννοώ;»

Η Ορέλια κατένευσε. Έπιασε τα χέρια της μητέρας της με το δικό της ελεύθερο αριστερό. «Εσύ, μαμά, ανησυχείς για τον μπαμπά;» ρώτησε.

«Λίγο, ναι. Έχει δύσκολο έργο. Πολλές ευθύνες. Αλλά του έχω εμπιστοσύνη. Τον ξέρω. Θα κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί».

«Για ποιον;»

«Για εσένα. Για τον δόκτωρ Μολνάρ. Για τους συναδέλφους του. Για τη χώρα του. Για εμένα. Για όλους μας. Ίσως χρειαστεί να πάρει κάποιες αποφάσεις που άλλοι δεν θα τις αναλάμβαναν ποτέ, αλλά πάντα θα έχει στο νου του το γενικό καλό».

Η Ορέλια κοίταξε κατάματα την μητέρα της. Κατάλαβε ότι η Έμιλυ πίστευε κάθε λέξη που έλεγε. Αλλά, κάτω από την ελπίδα, διέκρινε και ένα φόβο που ήταν πιο σοβαρός απ’ όσο είχε αφήσει να εννοηθεί η μητέρα της, η οποία ανησυχούσε περισσότερο απ’ ό,τι είχε πει. Ένιωσε και η ίδια αυτόν τον υποβόσκων τρόμο, άγνωστο μέχρι στιγμής, όμως αρκετά ισχυρό, για να κάνει την καρδιά της να αρχίσει να χτυπά με δύναμη.

Είπε «Μαμά, θα ήθελα να διαβάσουμε “Τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα”».

Η Έμιλυ χαμογέλασε. «Εντάξει, καρδιά μου. Κι εγώ το θέλω».

Και άνοιξε το βιβλίο και η μαγεία ξεχύθηκε από τις σελίδες του.

 

*

 

Πρεσβυτέριο Μπόρλεϊ, Αγγλία

Ο Τζον Μπάρλοου έστειλε έναν υπηρέτη του να ενημερώσει το προσωπικό του περιοδικού του, του Weird Literature, ότι δεν θα πήγαινε σήμερα. Είχε κομμάρες και ο λαιμός του τον τρέλαινε από τη φαγούρα και τη δίψα. Ούτε να συγκεντρωθεί δεν μπορούσε, για να γράψει.

Ο υπηρέτης έφυγε. Αλλά πρώτα είπε στον Μπάρλοου ότι έπρεπε να διώξει την κυρά του. «Αυτή σας αρρωσταίνει, κύριε» του τόνισε.

Ο συγγραφέας δεν είχε όρεξη να ξανακούσει τα ίδια και τα ίδια, που του είχαν πει και οι παλιότεροι υπηρέτες του -οι οποίοι πλέον είχαν φύγει, γιατί φοβούνταν την γυναίκα. Υποσχέθηκε ότι, αν συνεχιζόταν αυτή η κατάσταση, θα φώναζε κάποιον γιατρό.

Τώρα καθόταν στη θέση του, στο γραφείο του, με τις σελίδες του διηγήματός του, για την γυναίκα-αράχνη που παγίδευε τα θύματά της, να είναι περασμένες στον κύλινδρο και τα κουμπιά να τον καλούν να τα πατήσει. Όμως, ένιωθε ναυτία, ενώ ούτε ο μελαγχολικός συννεφιασμένος καιρός δεν του έφτιαχνε τη διάθεση, αν και, όταν ήθελε να γράψει, συνήθως τον ευχαριστιόταν και εμπνεόταν από αυτόν. Βέβαια, το πρόβλημα, εκτός από την υγεία του, υπήρχε και στο ότι το δωμάτιο ήταν μισοσκότεινο, οι κουρτίνες κάλυπταν το παράθυρο και η μόνη πηγή φωτός ήταν μερικά κεριά. Στο πρεσβυτέριο επικρατούσε ησυχία, μιας και ο υπηρέτης είχε φύγει για το περιοδικό, οπότε πίσω είχαν μείνει ο ίδιος ο Μπάρλοου και η αγαπημένη του Ροντίκα Ντραγκίτσι, η οποία κοιμόταν στο κρεβάτι τους. Η καλή του η Ροντίκα. Ήταν τόσο όμορφη, με το ελαφρώς χλομό δέρμα της. Ευαίσθητη στο φως, και δη του ήλιου. Κουραζόταν λόγω της κακοτυχίας της οικογένειάς της, την οποία ταλαιπωρούσε από παλιά κάποιο πρόβλημα στο νευρικό σύστημα του σώματος. Πώς η Ροντίκα είχε καταφέρει να ζήσει σε εκείνο το κάστρο, ο Μπάρλοου δεν το καταλάβαινε. Ήταν ένα ερείπιο, σχεδόν κατεστραμμένο. Εκείνος το είχε δει εκ των έσω για δύο βράδια και πραγματικά δεν θα ήθελε να μείνει ούτε λεπτό παραπάνω. Και πολύ είχε κάτσει. Αλλά η Ροντίκα; Πώς τα κατάφερε, αλήθεια;

Μια σκέψη τον έκανε να χαμογελάσει. Θυμήθηκε την κουβέντα που είχε κάνει με τον τύπο στο Πουάνα Μπρασώφ, τον Ματέι Ίλιτσα, ο οποίος του είχε πει για τους μύθους που κυκλοφορούσαν για το χωριό Μπραν. Για τα βαμπίρ. Τους βρικόλακες. Όντα της νύχτας, που κυνηγούσαν τους ζωντανούς. Για αίμα. Και άλλα παραμύθια. Σαν αυτά που λέγονταν ανάμεσα σε συγγραφείς/ερευνητές. Ωραίες ιστοριούλες για να γράφεις, αλλά όχι και να τις πιστεύεις. Αν και πολλοί τις πίστευαν. Ο Μπάρλοου είχε βρεθεί σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις, όπου κάποιοι συγγραφείς είχαν διατυπώσει τον ενθουσιασμό τους ότι ο κόσμος ήταν γεμάτος καταραμένα όντα, διαφόρων ειδών. Τα βαμπίρ ήταν ένα από αυτά τα είδη. Κάποιοι είχαν σπεύσει να πουν τη δική τους «αληθινή» μαρτυρία. Ότι είχαν δει τέτοια πλάσματα. Και, μα την πίστη του, ο Μπάρλοου όφειλε να τους το αναγνωρίσει. Το πίστευαν και αφηγούνταν την «περιπέτειά τους» με πολλές λεπτομέρειες. Σε ποιο δάσος βρήκαν το τέρας, πώς ήταν αυτό, αν το έβλαπταν οι σφαίρες ή όχι –συνήθως, δεν το έβλαπταν. Περιέγραφαν πώς ένιωθαν στη θέα του τρομερού όντος. Και τα λοιπά, και τα λοιπά.

Για τον Μπάρλοου, που του άρεσαν οι μύθοι των χωρών, ήταν πολύ ενδιαφέροντα όλα αυτά, αλλά δεν τα πίστευε ούτε στο ελάχιστο. Βρικόλακες; Λυκάνθρωποι; Πνεύματα; Μούμιες που περπατούσαν στην έρημο; Εντάξει, οι συνάδελφοί του είχαν φαντασία. Τους παραδεχόταν. Αλλά τους τόνιζε κιόλας ότι δεν χρειαζόταν να παρατραβάνε το σχοινί και να λένε ότι ισχύουν όσα αφηγούνται. Γεγονός που δεν άρεσε στους άλλους και κρατούσαν τις αποστάσεις τους από τον Μπάρλοου.

Ο μόνος που σε αυτές τις εκδηλώσεις έδειχνε απόμακρος, αν και παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα, ήταν ένας πανύψηλος Ολλανδός, ονόματι Μαρτίν Χόουνεχ, που ο θώρακάς του θα μπορούσε να είναι τμήμα πανοπλίας και τα χέρια του μπράτσα αρκούδας. Περίεργος τύπος, κατά τον Μπάρλοου. Και δεν ήταν καν συγγραφέας ή ποιητής. Απλά παραβρισκόταν στις συγκεντρώσεις. Με τη δικαιολογία ότι «του άρεσαν όσα εξιστορούνταν εκεί». Ο τύπος απέπνεε έναν αέρα δύναμης και σωφροσύνης. Μα και πείσματος. Επίσης, διέφερε από τους άλλους παρευρισκόμενους σαν να ήταν ελέφαντας ανάμεσα σε κοπάδι ζέβρες. Περπατούσε στο χώρο και μπορούσες να τον εντοπίσεις ανά πάσα ώρα και στιγμή, έτσι που ξεπερνούσε σε ύψος όλους τους άλλους. Σε σύγκριση με ορισμένους φαντασμένους συγγραφείς, δε, αυτός φαινόταν προσγειωμένος.

Ο Μπάρλοου, που μέχρι τότε, πριν τέσσερα χρόνια, δεν τον ήξερε σχεδόν καθόλου τον είχε πλησιάσει σε μια συγκέντρωση που έγινε στο Άμστερνταμ και τον είχε ρωτήσει ποια ήταν η γνώμη του για όλα αυτά που άκουγε. «Εκτός από το ότι σας αρέσουν, κύριε Χόουνεχ» τόνισε.

«Μπορείς να με λες Μαρτίν. Ή Χόουνεχ».

«Σε αυτή την περίπτωση, εγώ είμαι ο Τζον».

«Ωραία. Χαίρομαι για τη γνωριμία, Τζον. Τώρα. Αυτό που νομίζω εγώ είναι πως δεν ξέρουμε τα πάντα για τον κόσμο, τη φύση και ό,τι μπορεί να υπάρχει εκεί έξω. Ή εδώ μέσα». Χτύπησε ελαφρά το στήθος του, στο ύψος της καρδιάς. «Οι κύριοι που μοιράζονται τις “υπερφυσικές εμπειρίες” τους μαζί μας, θα έλεγα ότι κατά βάση λένε πράγματα που θα ήθελαν να ζήσουν. Ακόμα και αν πέθαιναν μετά. Δηλαδή, λένε ψέματα, αλλά όχι κακοπροαίρετα ψέματα. Θέλουν, έχουν ανάγκη να αποδείξουν ότι η ζωή έχει θαύματα, είτε καλά, είτε κακά. Κατά μία έννοια, και ειδικά αν σκεφτούμε πως είναι συγγραφείς, αν γίνονταν μάρτυρες σε ένα τέτοιο γεγονός, αν έβλεπαν, πχ, ένα λυκάνθρωπο ή ένα φάντασμα, τότε θα ήταν σαν να ζουν σε μια ιστορία που θα μπορούσαν να έχουν γράψει οι ίδιοι. Το οποίο είναι κάπως ρομαντικό». Πήρε το ποτήρι με τη μπίρα του -που τον διαχώριζε και αυτό από τους άλλους, που έπιναν σαμπάνια ή τσάι ή μια μίξη των δύο- και ήπιε μια γουλιά. «Όλοι θέλουμε λίγο ρομαντισμό, σωστά;»

Ένα θηρίο σαν τον Χόουνεχ ήθελε ρομαντισμό; Ο Μπάρλοου δεν θα έπαιρνε όρκο γι’ αυτό. Αν και μπορούσε να σκαρφιστεί μια ιστορία όπου ένας γίγαντας ερωτεύεται μια χωριάτισσα και η σχέση τους καταδικάζεται από την ντόπια κοινωνία. Ή μήπως ο Χόουνεχ να ήταν ένα τέρας που μπορούσε να παίρνει τη μορφή ανθρώπου και βίαζε αθώες χωριατοπούλες;

Δεν είχαν πει πολλά ακόμα, μιας και ο Χόουνεχ έφυγε μετά από λίγο, γιατί είχε να συναντήσει έναν καλό του φίλο, Αυστριακό. Ο Μπάρλοου δεν είχε ξεχάσει τη συνάντησή τους –ούτε την ιδέα περί διηγήματος με έναν τύπο σαν αυτό τον Ολλανδό. Ο Χόουνεχ δεν είχε παραδεχτεί ότι είδε ή γενικά ότι έζησε κάποτε κάτι υπερφυσικό, αλλά ο Μπάρλοου κάτι κατάλαβε και είχε σκοπό να τον ξαναβρεί κάποια στιγμή και να συνεχίσουν την κουβέντα τους. Με τους συγγραφείς δεν μπορούσε να είναι σίγουρος αν έλεγαν έστω και μισή αλήθεια, αλλά ο γίγαντας έβγαζε κάποια ειλικρίνεια σαν άνθρωπος, που έπειθε ότι μιλούσε από την καρδιά του, σε συνδυασμό με το μυαλό του, όμως. Δηλαδή, δεν είχε προσπαθήσει να παραπλανήσει τον Μπάρλοου, αλλά μάλλον φοβόταν να μιλήσει για όσα είχε βιώσει. Για κάποιο λόγο που ο συγγραφέας δεν ήξερε, αλλά σίγουρα ήθελε να μάθει.

Όμως, έκτοτε δεν ξαναβρήκε τον Χόουνεχ. Λες και εξαφανίστηκε από προσώπου Γης. Είχε ρωτήσει παντού ή τέλος πάντων όπου πίστευε ότι μπορεί να τον ήξεραν και να πουν πού βρισκόταν. Αλλά κανείς δεν μπόρεσε να βοηθήσει. Μόνο οι συγγενείς του φαίνονταν να ξέρουν, αλλά δεν είχαν σκοπό να πουν στον Μπάρλοου το παραμικρό. Το μόνο που τόνισαν ήταν πως έπρεπε να αφήσει το θέμα του Μαρτίν στην άκρη και να τον ξεχάσει. «Δεν θες μπλεξίματα με τρελούς, κύριε Μπάρλοου» είπε ο αδερφός του Χόουνεχ. «Και ειδικά με τρελούς γίγαντες. Φύγε και άσε μας ήσυχους».

Αυτό έκανε ο Μπάρλοου. Κατ’ ανάγκη. Γιατί, ως τότε, είχε ξοδέψει πολλά λεφτά και δεν του περίσσευαν πολλά ακόμα. Αλλά θα τον είχε υπ’ όψιν του. Υπήρχε ζουμί στην υπόθεση του Ολλανδού. Κάτι ήξερε. Ίσως πολλά. Και τα έκρυβε. Και ο Τζον Μπάρλοου σκόπευε να τα μάθει. Όλα. Κάποτε.

Τώρα ο συγγραφέας είχε τη χειρότερη δυνατή διάθεση για κάποιον που ήθελε να γράψει μια ιστορία μυθοπλασίας. Και δεν ήταν τωρινό το φαινόμενο. Όχι, συνέβαινε καιρό. Δεν θυμόταν πόσο. Αλλά τον ταλαιπωρούσε όλη αυτή η κατάσταση. Όπως ταλαιπωρούνταν η Ροντίκα του από εκείνη την αρρώστια που της κληρονομήθηκε. Ήταν κάτι σαν κατάρα. Λες και μια μάγισσα τού είχε κάνει κάποιο σατανικό ξόρκι, για να μην συνεχίσει το έργο του.

Έλα, υπερβάλλεις.

Μπορεί. Αλλά τι θα έκανε; Ήθελε να γράψει. Αν υπήρχε κάτι που να τον αναζωογονούσε -με εξαίρεση όταν έκανε έρωτα με την Ροντίκα-, ήταν η συγγραφή. Αυτό έκανε εδώ και χρόνια. Από τότε που ήταν μικρός, πριν καν γνωρίσει τη γύμνια μιας γυναίκας. Καθόταν, έπαιρνε μερικά φύλλα χαρτί, ένα μολύβι ή μια πένα ή πλέον τη γραφομηχανή του και ξεκινούσε να δημιουργεί έναν νέο κόσμο, γεμάτο ανίδεους πρωταγωνιστές, οι οποίοι ήταν καθημερινοί άνθρωποι ως επί το πλείστον, που έρχονταν αντιμέτωποι με ανίερα τέρατα. Γι’ αυτό τον αγαπούσαν οι αναγνώστες του. Γιατί έπαιρνε κάτι συνηθισμένο, όπως μια οικογένεια αγροτών της αγγλικής εξοχής, και το ενέτασσε σε μια εφιαλτική κατάσταση, όπως τα μέλη της ίδιας αυτής οικογένειας να έχουν αποκλειστεί στο σπίτι της από τριχωτούς δαίμονες, ακούγοντας τα ζωάκια τους να δολοφονούνται και να τρώγονται, σκεπτόμενοι αν και πώς μπορούσαν να αποφύγουν από το να έχουν παρόμοια μοίρα και αυτοί. Είχε καταλάβει με τον καιρό ότι το κοινό του Weird Literature δεν ήθελε ρομάντζα ή κοινωνικό δράμα ή κάτι που θα μπορούσαν να το δουν ή και να το ζήσουν. Ο κόσμος ποθούσε διεξόδους από την ζωή του, που μπορεί να είχε καταντήσει πληκτική ή υπερβολικά δύσκολη, για να θέλει κανείς να είναι σιδηροδέσμιος της. Οτιδήποτε για να ξεχαστεί. Μια καλή ιστορία φρίκης προσέφερε αυτό ακριβώς. Συν ότι μια τέτοια ιστορία «μιλούσε» στους πιο μύχιους φόβους, τους έφερνε στο προσκήνιο και ο αναγνώστης ή η αναγνώστρια τους αντιμετώπιζε. Ή μάθαινε μέσω του πρωταγωνιστή πώς να τους αντιμετωπίσει. Το ίδιο όφελος είχε. Όπως και ο Μπάρλοου, που είχε τα δικά του οφέλη από την αφήγηση και τη δημοσίευση ιστοριών. Έκανε κάτι που ήθελε, μιλούσε για δικούς του φόβους και ταυτόχρονα έβγαζε χρήματα για να ζήσει. Όλοι επωφελούνταν με το διάβασμα τέτοιων ιστοριών μυθοπλασίας.

Και να που αυτή τη στιγμή ένιωθε σαν κάποιος να του είχε κλείσει το στόμα, ενώ αυτός παρακαλούσε να μιλήσει. Πού να οφειλόταν αυτό; Πάντως, όχι στη Ροντίκα. Για όνομα του Θεού, γιατί εκείνη να του έκανε ποτέ τέτοιο κακό; Αφού ήξερε ότι ο αγαπημένος της ήταν συγγραφέας και αυτό καθόριζε σε τεράστιο βαθμό την ύπαρξή του. Μια άρνηση αυτής της αλήθειας θα σήμαινε την καταστροφή του Μπάρλοου. Η Ροντίκα τον αγαπούσε, δεν θα…

«Τζον;» του μίλησε, λες και είχε διαισθανθεί ότι τη σκεφτόταν.

«Ναι, καλή μου;» Γύρισε προς το μέρος της. Είδε τους γυμνούς ώμους της και τα μακριά μαλλιά της, που είχαν απλωθεί στο μαξιλάρι σαν φτερά παγονιού. Τον κοιτούσε.

«Είσαι καλά; Κάθεσαι ώρα εκεί;»

«Ναι. Σηκώθηκα νωρίς».

«Δε γράφεις;»

«Όχι. Δεν ξέρω, δεν νιώθω… Είναι σαν να είμαι σε ένα δάσος και με έχουν τυφλώσει και δεν μπορώ να δω πού πηγαίνω. Δεν μπορώ να γράψω τη συνέχεια του διηγήματος, ενώ εξ αρχής ήξερα πού θα καταλήξει η ιστορία μου». Αναστέναξε και γύρισε προς το γραπτό του. «Δεν μ’ αρέσει καθόλου όλο αυτό. Ίσως τελικά πρέπει να πάω σε κάνα γιατρό».

«Ω, μην λες τέτοια. Έλα εδώ».

«Μα προσπαθώ…»

«Τζον» μίλησε με σιγανή φωνή η Ροντίκα. Σαν να του ψιθύριζε ένα μυστικό. Και αυτό έκανε. Του έλεγε το δικό τους γνωστό μυστικό.

Εκείνος την κοίταξε ξανά. Είχε απλώσει τα χέρια της προς το μέρος του και τα λευκά σφριγηλά στήθη της είχαν γυμνωθεί, σε ένα κάλεσμα που ο Μπάρλοου απαντούσε πάντα.

«Έλα σε εμένα, Τζον».

Την υπάκουσε. Και δεν το μετάνιωσε.

Ή τουλάχιστον έτσι πίστευε.

 

*

 

Μπραν

Για άλλη μια φορά μέσα σε δύο μέρες, μια στρατιωτική μονάδα της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας βρήκε στο μικρό χωριό μόνο νεκρούς (ανθρώπους και ζώα), μύγες να περιπλανούνται και ένα σπίτι που ακόμα έβγαζε καπνό από τη φωτιά που είχε προκληθεί. Οι έξι άντρες του Κοινού Στρατού, υπαξιωματικός και πέντε φαντάροι, έφτασαν γύρω στις δύο στο Μπραν. Ήρθαν αντιμέτωποι με ένα θέαμα που τους προξένησε ανησυχία και οργή, γιατί είδαν τα σωριασμένα άλογα και σε δύο σπίτια πολιτοφύλακες που είχαν υποστεί βάναυση επίθεση, ενώ ο ένας εξ’ αυτών είχε καεί κιόλας. Κάποιοι από τους στρατιώτες, οι πιο νεαροί, έκαναν εμετό.

Έψαξαν κι άλλο. Όλοι μαζί. Με τα όπλα ανά χείρας. Δε βρήκαν τους νεκρούς που είχαν αναφέρει οι πολιτοφύλακες, αλλά είδαν τους πρόσφατα σκαμμένους τάφους και κατάλαβαν τι είχε γίνει. Για το τυπικό της υπόθεσης, και μόνο -καθότι δεν το ήθελαν-, πήγαν και στα μαντριά. Και -στα γρήγορα, πριν ξεράσουν όλοι ό,τι είχαν φάει και πιει- σιγουρεύτηκαν για την κατάσταση που επικρατούσε εκεί. Φυσικά δεν μπήκαν παραμέσα. Δεν το θεώρησαν απαραίτητο.

Δεν ανακάλυψαν κάτι άλλο. Ούτε κάποιον άλλο. Παρότι υπήρχε κάποιος εκεί και τους παρακολουθούσε. Κρυμμένος. Σκεπτόμενος τι να έκανε μαζί τους. Αλλά τους άφησε να φύγουν. Καθαρά από ένστικτο. Ήξερε ότι θα έρθουν πάλι. Αυτοί ή κάποιοι σαν αυτούς. Και ότι θα είναι περισσότεροι.

Οι στρατιώτες έφυγαν πριν καν συμπληρώσουν μία ώρα παρουσίας στο Μπραν. Είχαν έρθει σαν αποστολή ελέγχου και έφευγαν σαν αγγελιαφόροι δυσάρεστων μαντάτων.

Το κάστρο ούτε που το πήραν χαμπάρι.

 

*

 

Βουδαπέστη

Ο επιλοχίας θα άλλαζε βάρδια στις πέντε το απόγευμα και η ώρα κόντευε τέσσερις και μισή. Είχε σκοπό, πριν φύγει, να πει στον Φάμπιαν τα καθέκαστα με εκείνο το χαρτί, όμως τα γεγονότα τον πρόλαβαν.

Πρώτα, άκουσε κάποιον να χτυπάει την πόρτα και έσπευσε να δει, έχοντας το ένα χέρι του στο πιστόλι που είχε. Άνοιξε λίγο και είδε έναν ταχυδρόμο, που του παρέδωσε ένα γράμμα. «Για κάποιον Παπ» είπε ο τύπος. «Παπ Μπαλάζ». Ο επιλοχίας αναγνώρισε το ψεύτικο όνομα του Φάμπιαν. Ευχαρίστησε τον τύπο και έκλεισε την πόρτα. Έπειτα, έσπευσε στο γραφείο της ομάδας του Φάμπιαν, χτύπησε και μπήκε. Διέκοψε την κουβέντα που είχαν, όπου ο Ράινχελ και ο Βολφ ενημέρωναν τον Φάμπιαν για το τι είχαν ανακαλύψει -και, κυρίως, για το τι δεν είχαν ανακαλύψει, καθότι κανείς δεν ήξερε τίποτα περισσότερο από μερικές φήμες για το τι ισχυρίζονταν οι κάτοικοι του Μπραν ότι συνέβαινε, δηλαδή για τα περί επιθέσεων από βρικόλακες. Έδωσε στον ταγματάρχη το γράμμα και έκανε να μιλήσει, αλλά δεν το μπόρεσε, γιατί ο ανώτερός του χλόμιασε και ανακοίνωσε ότι έφευγε εσπευσμένα για το νοσοκομείο. Δεν έδωσε εξηγήσεις, παρά άρπαξε το πανωφόρι και το καπέλο του. Άκουσε τον Ορμπάν να τον ρωτάει πού πήγαινε και ο Φάμπιαν του είπε ότι κάτι συνέβαινε με την κόρη του. «Εντάξει, Άσπελ. Πήγαινε» είπε ο ανώτερός του, αλλά ο ταγματάρχης έτσι και αλλιώς αυτό θα έκανε. Εξαφανίστηκε από το κτίριο. Προχώρησε με ταχύ βήμα, κοιτώντας παράλληλα για κάποια άμαξα. Ως συνήθως, όταν την ήθελες έπρεπε να είσαι πολύ υπομονετικός, γιατί δεν περνούσαν τόσο εύκολα. Λες και οι  αμαξάδες ήταν συνεννοημένοι να μην είναι στην περιοχή σου όποτε τους είχες ανάγκη. Έβρισε περισσότερες φορές απ’ όσες θα φανταζόταν, ενώ πολύς κόσμος που προχωρούσε στο πεζοδρόμιο, τον κοιτούσε σαν να ήταν τρελός και απομακρυνόταν από κοντά του.

Κάποια στιγμή, τελικά, βρήκε έναν αμαξά, ο οποίος είχε ήδη πελάτη, όμως ο Φάμπιαν, πολύ πιο σωματώδης και αποφασισμένος από τον άλλο, έπεισε τον οδηγό να τον πάει στο νοσοκομείο.

Μην πάθεις κάτι, Ορέλια. Σε παρακαλώ, έλεγε μέσα του και κοιτούσε το ρολόι του. Οι δείκτες του μετακινούνταν με το δικό τους τέμπο. Ανεξάρτητα από ό,τι κι αν συνέβαινε. Κάτι τέτοιες ώρες, ο Φάμπιαν ήθελε να το πετάξει κι αυτό.

Όταν έφτασε, βρήκε την Έμιλυ που κοιτούσε μια έξω από το παράθυρο και μια προς το δωμάτιο. Αγκάλιασε τον Φάμπιαν, κλαίγοντας, και του είπε ότι η κόρη τους είχε παρουσιάσει αυξημένο πυρετό και κρίση βήχα, ενώ ο δόκτωρ Μολνάρ την εξέταζε αυτή τη στιγμή. «Φάμπιαν, έπρεπε να την έβλεπες» έλεγε η Έμιλυ, τρέμοντας. «Δεν μπορούσα να την ηρεμήσω. Εκεί που της διάβαζα ιστορίες, ξαφνικά ανασηκώθηκε και… και έκτοτε είχε σχεδόν μόνιμα κλειστά τα μάτια της και έβηχε πολύ, χωρίς να παίρνει καλές αναπνοές, και μετά ήρθαν νοσοκόμες και ο γιατρός και η Ορέλια, ω, Θεέ μου, πώς κοίταξε τον γιατρό! Σαν να ήταν… σαν να ήταν η τελευταία της ελπίδα… Σαν…»

«Έλα, ηρέμησε. Ηρέμησε» την έσφιξε στην αγκαλιά του ο Φάμπιαν, ρίχνοντας μια ματιά προς το δωμάτιο. Είδε τον Μολνάρ να μιλάει στην Ορέλια, ενώ η μια νοσηλεύτρια έφτιαχνε το μαξιλάρι και η άλλη τάιζε την μικρή. Ο τριανταπεντάρης γιατρός ήταν ένας μικροκαμωμένος μαυρομάλλης άνθρωπος με γυαλιά μυωπίας. Σε αντίθεση με άλλους συναδέλφους του, δεν είχε μουστάκι, αλλά κατά βάση κυκλοφορούσε κυρίως αξύριστος, με γένια πέντε, μπορεί και δέκα ημερών. Κυκλοφορούσε πιότερο στους διαδρόμους του νοσοκομείου, παρά έμενε στο γραφείο του. Ήταν αρκετά ευχάριστος τύπος, από εκείνους που δεν σε διώχνουν αν έχεις κάτι να πεις, για να ξαλαφρώσεις, γιατί έχουν δουλειά, αλλά που σε ακούνε και προσπαθούν να σε βοηθήσουν.

Κάνε σωστά τη δουλειά σου, γιατρέ, ευχήθηκε.

«Δεν ξέρω τι θα κάνω αν πάθει κάτι» είπε η Έμιλυ. «Δεν θα το αντέξω. Κανείς μας δεν θα το αντέξει».

«Το ξέρω. Το ξέρω. Αλλά δεν θα πάθει».

Η Έμιλυ τον άφησε και τον κοίταξε. «Αλήθεια; Το πιστεύεις;»

«Ναι. Με όλο μου το είναι. Η κόρη μας θα ζήσει».

Η Έμιλυ κατένευσε και έτριψε τα μάτια της και γύρισε προς το δωμάτιο. Για να μην καταλάβει ο Φάμπιαν πως κι εκείνη ήθελε να το πιστέψει, αλλά δυσκολευόταν πολύ.

Τότε είδαν τον Μολνάρ να χαϊδεύει τα μαλλιά της Ορέλια και να της χαμογελάει και εκείνη να του ανταποδίδει, αλλά κουρασμένα, και μετά ο άντρας γύρισε και βγήκε από το χώρο. Κοιτώντας τους γονείς, αλλά και ρίχνοντας ματιές και προς το εσωτερικό του δωματίου, εξήγησε τι ρόφημα και φάρμακα έδωσαν στην Ορέλια, καθώς και τι θα της έδιναν πιο μετά. Είπε «Αλλάξαμε και την κομπρέσα, για να ανακουφιστεί κι άλλο από τον πυρετό». Κοίταξε πίσω του και μετά ξανά προς τους γονείς. «Τέτοιες εξάρσεις είναι συχνές. Μπορεί να συμβούν κι άλλες φορές όσο αντιμετωπίζουμε την νόσο».

«Πότε θα ξέρουμε ότι… ξέφυγε από τον κίνδυνο;» ρώτησε ο Φάμπιαν.

«Είναι δύσκολο να πω κάτι τέτοιο αυτή τη στιγμή. Ο οργανισμός της έχει εξασθενήσει, αλλά το παλεύει. Δεν το βάζει κάτω. Το οποίο είναι πολύ ενθαρρυντικό».

«Γιατρέ».

Ο Μολνάρ κοίταξε τον Φάμπιαν.

«Η Ορέλια θα ζήσει. Με υπομονή και επιμονή, θα τα καταφέρουμε».

Ο γιατρός κατένευσε. «Αυτό εύχομαι κι εγώ όσο τίποτα άλλο, ταγματάρχη Άσπελ. Επίσης, όσο μπορείτε, να είστε κοντά της τώρα. Σας χρειάζεται. Θα έρθω ξανά αργότερα, για να δω πώς είναι η Ορέλια» είπε και απομακρύνθηκε, ενώ ένα λεπτό μετά τον ακολούθησαν και οι νοσηλεύτριες.

Η Έμιλυ πήγε αμέσως κοντά στην Ορέλια.

Ο Φάμπιαν τις κοίταξε. Θυμήθηκε τα λόγια του Τζούρτζου. Έσφιξε τις γροθιές του. Έπειτα, σκέφτηκε τις μυστικές έρευνές του. Τέλος, διερωτήθηκε μέχρι πού θα μπορούσε να φτάσει την επόμενη φορά που ο Βλάχος θα του έλεγε κάτι για την οικογένειά του. Σήμερα, είχε καταφέρει να συγκρατηθεί. Όταν τον άκουσε να μιλάει με τέτοια κοροϊδία, είχε την παρόρμηση να αρπάξει τον Τζούρτζου και να του καρφώσει το τσιγάρο στο μάτι και να συνεχίσει με γροθιές στη μούρη του. Αλλά δεν είχε κάνει τίποτα από αυτά. Τον είχε αφήσει να λέει τα δικά του. Σαν να ήταν ο απόλυτος νικητής του παιχνιδιού. Όμως, δεν ήταν. Δεν θα ήταν. Όχι για πολύ ακόμα. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα έπιανε τον Τζούρτζου και θα τον έβγαζε εκτός παιχνιδιού. Από ένα σημείο και μετά, η ανοχή (πρέπει να) εξαντλείται και έρχεται η στιγμή που πρέπει να δράσεις. Δεν γίνεται μια ζωή να λες, Δεν πειράζει, δεν μπορώ να κάνω κάτι. Ο Φάμπιαν σίγουρα μπορούσε να κάνει κάτι. Βέβαια, ήθελε να αποφύγει μονοπάτια που ήταν γνωστά στον Τζούρτζου, αλλά, αν δεν λειτουργούσαν οι πιο νόμιμες διεργασίες (που ήδη είχαν ξεκινήσει, με την έρευνα που είχε διεξάγει για τον Τζούρτζου), μάλλον θα αναγκαζόταν να πάρει μια άλλη διέξοδο.

Αλλά όχι ακόμα. Προς το παρόν, έχω το πρόβλημα με το Μπραν. Και, πάνω απ’ όλους, την κόρη μου που με χρειάζεται.

Ο Φάμπιαν πήρε μια βαθιά ανάσα και ακολούθησε την Έμιλυ και πήγε κι αυτός κοντά στην κόρη τους.

 

*

 

Βουδαπέστη – Δρόμος ανάμεσα στο Μπραν και το Μπρασώφ

Το ίδιο βράδυ, σε ένα διαμέρισμα στο Φόβαρος, κάποιος χτύπησε την πόρτα και ο ένας από τους τέσσερις Ούγγρους που κάποτε ήταν στη δούλεψη των Τσομπάνου άνοιξε και είδε έναν άντρα κοντά στα σαράντα πέντε, που είχε μακριά μαύρα μαλλιά πιασμένα σε κότσο. Φορούσε ανοιχτόχρωμο κουστούμι και μπλε γραβάτα.

«Παρακαλώ;» ρώτησε ο Ούγγρος.

«Ο κύριος Κέλεμεν Γιακόμπ;»

«Ποιος ρωτάει;»

«Με λένε Χάραλαμπ Τζούρτζου. Δουλεύω στο προξενείο της Βλαχίας και της Μολδαβίας. Ήρθα να σας ρωτήσω κάποια πράγματα για έναν άνθρωπο για τον οποίο δουλεύατε μέχρι πρόσφατα. Τον Ντράχοσλαβ Τσομπάνου».

«Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάς, κύριε Τζούρτζου. Εγώ ήμουν στο στρατό. Στους ουσάρους».

Ο Τζούρτζου έβγαλε από την τσέπη του ένα πάκο με πιασμένα χαρτονομίσματα. Τα έτεινε προς τον Γιακόμπ. «Μήπως ξέρετε τώρα;»

«Όχι. Φύγε. Δεν ξέρω τι λες. Εγώ δεν έχω καμιά δουλειά με το Μπραν».

«Μάλλον έχεις. Ή είχες. Εγώ δεν ανέφερα κανένα Μπραν, κύριε Κέλεμεν».

Ο άλλος αναστέναξε. Πήρε τα λεφτά και τα έλεγξε. Πολύ περισσότερα απ’ όσα άξιζε το να κρατήσει το στόμα του κλειστό. «Παρακαλώ, περάστε» είπε με χαμόγελο και έκλεισε την πόρτα, όταν ο Τζούρτζου μπήκε. «Καθίστε» του έδειξε μια καρέκλα.

«Ευχαριστώ. Πολύ ωραίο το διαμέρισμά σας» είπε ο Βλάχος, χωρίς να το εννοεί.

«Να ’στε καλά». Όταν κάθισε ο Γιακόμπ, ρώτησε «Λοιπόν, γιατί θέλετε να μιλήσουμε για τον Τσομπάνου;»

«Ενημερώθηκα από τις Αρχές της Αυτοκρατορίας ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα στα σύνορα με τη Βλαχία. Σε ένα χωριό που λέγεται Μπραν. Καταλαβαίνετε, όφειλαν να μας ενημερώσουν» είπε ψέματα ο Τζούρτζου.

«Τι συνέβη; Δεν άκουσα τίποτα».

«Ω, ελάτε τώρα. Εσείς κάτι θα ξέρετε. Πρόσφατα φτάσατε στη Βουδαπέστη. Σίγουρα, το όλο σκηνικό είχε ήδη στηθεί στο Μπραν, πριν φύγετε από εκεί».

Ο Κέλεμεν ρώτησε «Τι ακριβώς θέλετε να μάθετε, κύριε Τζούρτζου;»

Ο Βλάχος κατάλαβε ότι δεν είχε νόημα να το πηγαινοφέρνει το ζήτημα. Οπότε έσκυψε μπροστά και είπε «Τι υπάρχει στο Μπραν, ουσάρε; Πες μου τα πάντα».

Ο Κέλεμεν το συλλογίστηκε. «Δεν είμαι σίγουρος. Ξέρω τι είδα. Και, ειλικρινά, εύχομαι να μη συνέβη αυτό που φοβάμαι».

«Τι φοβάσαι; Τι είδες; Πρέπει να μου πεις. Πρέπει να μαθευτεί, πριν να είναι αργά».

«Πώς ήξερες για μένα; Οι Αρχές ξέρουν;»

Ο Τζούρτζου δεν μίλησε. Η συζήτηση είχε ξεφύγει πιο γρήγορα απ’ ό,τι περίμενε.

«Δεν γίνεται να μην ξέρουν και να ξέρεις εσύ. Δε βγάζει νόημα. Οπότε…» Ο Ούγγρος ρώτησε «Αν οι Αρχές ξέρουν ότι κάτι έγινε στο Μπραν και πως εγώ είμαι εδώ, τότε γιατί δεν ήρθαν να με βρουν αυτοί;»

«Δεν ξέρω. Μάλλον κοιτάνε να συμμαζέψουν το χάλι που έχει προκληθεί».

«Όχι». Ο Κέλεμεν σηκώθηκε. Έβγαλε τα λεφτά από την τσέπη του και τα έτεινε στον Τζούρτζου. «Κράτα τα. Δεν έπρεπε να σου πω το οτιδήποτε. Είσαι Βλάχος. Τι δουλειά έχεις…;»

Τότε ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα.

 

Την ίδια ώρα, γύρω στα τρία χιλιόμετρα μακριά από το Μπραν, ένα ζευγάρι Ρομά, που δεν ήξερε για την απαγόρευση διέλευσης προς το χωριό, πήγαινε με το κάρο του προς αυτό, για να βγει στα σύνορα και να περάσει στη Βλαχία. Είχαν συγγενείς εκεί και πήγαιναν να τους ανακοινώσουν τα ευχάριστα. Η γυναίκα ήταν έγκυος.

Δεν ήξεραν ότι από ψηλά τούς ακολουθούσαν τρεις νυχτερίδες.

 

Ο Κέλεμεν είπε στον Τζούρτζου «Θα ανοίξω. Έλα. Θα φύγεις κι εσύ».

«Γιατί δεν ανοίγετε την πόρτα και μετά να δούμε αν θα θέλετε να φύγω;»

Ο Ούγγρος όρμησε και έπιασε τον Τζούρτζου. Τον σήκωσε με το ζόρι και τον έσπρωξε προς την έξοδο. Άνοιξε την πόρτα και τότε κατάλαβε το λάθος του.

Μια γροθιά έπεσε στο πρόσωπό του και βρέθηκε πεσμένος στο διαμέρισμα. Δύο τύποι τον έπιασαν και τον καθήλωσαν, ενώ ο Τζούρτζου και ο τρίτος μπράβος έκλειναν την πόρτα.

 

Το ζευγάρι των Ρομά είδε τις δύο γυναίκες που στέκονταν στη μέση του δρόμου. Φορούσαν μαύρα και ήταν αγκαλιασμένες, ενώ έτρεμαν. Η σύζυγος είπε στον άντρα της να σταματήσουν. Δεν γινόταν να τις αφήσουν έτσι.

 

«Σου λένε κάτι τα ονόματα Πάτακι Άκος, Γιούχαζ Άρπαντ και Πάστορ Ίμρε;» ρώτησε ο Τζούρτζου.

Ο Ούγγρος τα ήξερε. Ήταν οι τρεις συνάδελφοί του, που είχαν δουλέψει για τους Τσομπάνου. Μια σκιώδης σκέψη πέρασε από το μυαλό του. Προσπάθησε να διαφύγει, αλλά οι μέγγενες των μπράβων ήταν πολύ ισχυρές, για να τις διασπάσει.

«Τους επισκεφτήκαμε» επιβεβαίωσε τους φόβους του ο Τζούρτζου, που περιφερόταν στο διαμέρισμα. «Και όλοι είπαν την ίδια ιστορία, ελαφρώς διαφορετική, αλλά στην ουσία της ίδια». Στάθηκε στο παράθυρο και κοίταξε κάτω. Ερημιά. Οι δρόμοι είχαν φωτισμό, αλλά το σκοτάδι επικρατούσε. «Είπαν ότι στο Μπραν υπάρχουν βρικόλακες».

 

Ο άντρας δυσκολεύτηκε, αλλά τελικά σταμάτησε το μαινόμενο άλογο δίπλα στις γυναίκες και τις ρώτησε αν μπορούσαν να τις βοηθήσουν. Τους είπε ότι πάνε στη Βλαχία, αλλά μπορούσαν να τις αφήσουν στο Μπραν.

Η Ρεβέκκα και η Ροζάλια χαμογέλασαν με την αφέλεια του τύπου.

 

«Βρικόλακες. Είπαν, επίσης, πως εσύ ήσουν ο ένας από την ομάδα που είδε δύο τέτοια τέρατα». Ο Τζούρτζου γύρισε προς τον Ούγγρο. «Μίλα μου γι’ αυτά».

 

Η γυναίκα αντιλήφθηκε πως κάποιος ερχόταν από το πίσω μέρος. Ένας άντρας, ντυμένος πανομοιότυπα με τις γυναίκες.

Το άλογο θέριεψε από τον τρόμο του.

Αλλά ήταν αργά.

 

Ο Κέλεμεν είπε ό,τι είχε δει και ό,τι ήξερε.

Ο Τζούρτζου έμεινε για πολλή ώρα αμίλητος. Είχε σωριαστεί σε μια καρέκλα και κοιτούσε προς ένα έπιπλο με σαν ντουλάπα, χωρίς να του δίνει σημασία. «Βρικόλακες» επανέλαβε κάποια στιγμή. «Πάντα άκουγα για αυτά τα φρικιά. Από μικρός. Αλλά νόμιζα ότι ήταν απλά ένας μύθος».

«Δεν είναι μύθος» είπε με δυσκολία ο Κέλεμεν. «Υπάρχουν και είναι πιο δυνατοί απ’ όσο φαντάζεσαι. Πρέπει να το μάθουν όλοι. Εγώ και οι φίλοι μου κάναμε το λάθος να μη μιλήσουμε. Αλλά εσύ μπορείς…»

«Ναι. Εγώ μπορώ. Ενώ εσύ όχι. Ούτε οι φίλοι σου μπορούν. Όχι πια».

Ο Κέλεμεν είδε τον Τζούρτζου να χαμογελάει.

«Ω ναι, ουσάρε. Τους περιλάβαμε. Πριν να είναι αργά. Δυστυχώς, οι δύο είχαν και τους γονείς στους στο σπίτι. Γέροι άνθρωποι. Τι να πεις, ατυχία. Αλλά έπρεπε να φύγουν από τη μέση κι αυτοί. Εσύ, όμως, μένεις μοναχός σου, οπότε οι απώλειες δεν θα είναι σημαντικές εδώ». Σηκώθηκε και προχώρησε προς την πόρτα. Είπε στους μπράβους «Τελειώστε με αυτόν. Χωρίς φασαρία. Σαν να το έκανε μόνος του».

«Μάλιστα, κύριε Τζούρτζου» είπε ο ένας μπράβος.

Ο Τζούρτζου έφυγε και άφησε τους δικούς του να πνίξουν τον Κέλεμεν.

 

Οι βρικόλακες δε δυσκολεύτηκαν καθόλου με το ζευγάρι. Ούτε καν με το άλογο -λόγω του ότι ήταν δεμένο και δεν μπορούσε να τρέξει-, αν και αυτό απλά το σκότωσαν και το πέταξαν μαζί με το καρό στο δάσος.

Πλέον είχαν άλλους δύο του είδους τους, αλλά κατώτερους.

 

Όταν κατέβηκαν και οι μπράβοι, ο Τζούρτζου τους είπε ότι θα περνούσαν από ένα συγκεκριμένο δρόμο στην 8η Συνοικία (ή Γιούζεφβαρος ή Άλσο-Κουλβάρος, όπως ήταν παλιότερα γνωστή). Είχε ορέξεις απόψε. Ήθελε να δει τους «μικρούς του φίλους». Αυτοί θα τον χαλάρωναν, όσο εκείνος θα φαντασιωνόταν το τέλος του Φάμπιαν Άσπελ. Ήδη μια ιδέα είχε σχηματιστεί στο μυαλό του. Ω ναι, ο στρατιωτικός θα την πάθαινε άσχημα. Ο Τζούρτζου δεν θα ήταν εκεί, για να το απολαύσει, αλλά θα ζούσε ξέροντας πως εκείνος είχε σκαρφιστεί τον κατάλληλο θάνατο για τον Άσπελ. Και μετά, η όμορφη κυράτσα του και το αρρωστιάρικο μούλικο δεν θα είχαν καμία προστασία. Και το τέλος της οικογένειας Άσπελ θα ολοκληρωνόταν κι αυτός ο ταγματάρχης θα ξεχνιόταν μια και καλή. Όχι ότι ο Τζούρτζου νοιαζόταν ιδιαίτερα για την γυναίκα και την κόρη του Άσπελ. Όχι. Απλά ήθελε να ξεγράψει τον Φάμπιαν και ό,τι είχε αγαπήσει στη ζωή του. Μέχρι εκεί. Ούτε να τις γαμήσει δεν ήθελε. Δεν του άρεσαν. Βέβαια, μπορεί να άφηνε τους άντρες του να το κάνουν. Θα το έβλεπε όταν ερχόταν η ώρα. Που δεν θα αργούσε. 

Συνεχίζεται…

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Χρυσή - Σίσυ Αγγελίδου
Zodiac

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook