TheBluez.gr » 😱 The TerrorBluez! » Η επιβίωση

Η επιβίωση

Μετά από μία κουραστική μέρα, ένα ντουζ και ένα βιβλίο ήταν ότι ήθελε περισσότερο. Βγήκε από το μπάνιο, κατευθύνθηκε προς την κρεβατοκάμαρα, άφησε το μπουρνούζι να πέσει κάτω, σήκωσε το πάπλωμα και χώθηκε μέσα στη ζεστή του αγκαλιά. Έβαλε απαλή μουσική στο κινητό, πήρε το βιβλίο πάνω από το κομοδίνο και άρχισε να εισχωρεί στον κόσμο του παρανοϊκού δολοφόνου.

Λάτρευε την αστυνομική λογοτεχνία. Είχε διαβάσει τόσα βιβλία, είχε ασχοληθεί με την μελέτη ειδεχθών εγκλημάτων, τόσο που θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι θα μπορούσε να διαπράξει τον τέλειο φόνο. Αυτό, μάλιστα, το έλεγε συχνά στον αγαπημένο της. «Πρόσεχε, γιατί θα σε σκοτώσω και κανένας δεν θα το πάρει είδηση» και εκείνος χαμογελώντας της έλεγε ότι ποτέ δεν θα έκανε κάτι για να την εξοργίσει τόσο ώστε να τον σκοτώσει και ξεσπούσαν και οι δύο σε γέλια.

Μία ανεπαίσθητη κίνηση στον διάδρομο της τράβηξε το βλέμμα. Κοίταξε προς τα εκεί αλλά δεν είδε τίποτα. «Μάλλον ιδέα μου θα ήταν» σκέφτηκε και συνέχισε το διάβασμα. Βυθισμένη στο ταξίδι του μυαλού της, ένας γδούπος από την κουζίνα την έκανε να πεταχτεί από τον φόβο της. Κάτι σαν ποτήρι να σπάει ακούστηκε και την έκανε να βγάλει μια μικρή κραυγή. Έκλεισε το βιβλίο και τέθηκε σε επιφυλακή. Τίναξε το πάπλωμα και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και περίμενε. Ωστόσο, δεν άκουσε τίποτα άλλο και ξάπλωσε ξανά, αλλά πλέον όλες οι αισθήσεις της ήταν σε εγρήγορση.

Η ησυχία δεν κράτησε για πολύ. Άκουσε τον καναπέ στο σαλόνι να σέρνεται, το έπιπλο της τηλεόρασης να μετακινείται και τα ντουλάπια της κουζίνας να ανοιγοκλείνουν με δύναμη. Έντρομη πλέον άρχισε να φωνάζει. «Ποιος είναι;», «Μωρό μου, γύρισες;», «Απάντησέ μου. Θα καλέσω την αστυνομία», τσίριζε σαν υστερική και περίμενε να δει τον εισβολέα να ανοίγει την πόρτα και να μπαίνει στο δωμάτιό της. Όμως, τίποτα δεν συνέβη. Περίμενε, περίμενε, και η πόρτα δεν άνοιγε. Περίμενε, περίμενε, και οι θόρυβοι γινόντουσαν όλο και πιο δυνατοί. Αλλά κανείς δεν εμφανιζόταν στο δωμάτιό της.
Σε πλήρη κατάσταση τρόμου, προσπαθούσε να ρίξει τους χτύπους της καρδιάς της. Χαλάρωσε, σκέφτηκε. Τι σου έχει μάθει ο αγαπημένος σου; Τι κάνεις σε μια τέτοια περίπτωση; Αρπάζεις το μαχαίρι από το συρτάρι του κομοδίνου, κάνεις την κοιμισμένη, και με το που μπει μέσα ο κλέφτης και σε πλησιάσει, πετάγεσαι και μπήγεις το μαχαίρι στη σάρκα του. Χτυπάς συνέχεια. Δεν σταματάς. Μέχρι να τον δεις να πέφτει κάτω. Να τον δεις να σπαρταράει και να ζητάει έλεος. Μόνο όταν θα δεις να μην κουνιέται, μόνο όταν ακούσεις τον επιθανάτιο ρόγχο θα σταματήσεις. Έτσι της είχε πει ο καλός της και αυτό είχε σκοπό να κάνει.

«Μα που να ήταν τέτοια ώρα και αυτός;», σπάνια την άφηνε μόνη της στα πέντε χρόνια που ζούσαν μαζί. Τι όμορφη σχέση. Πόσο τυχερή ήταν που τον συνάντησε. Εντάξει, η γνωριμία τους μπορεί να μην έγινε και υπό τις πιο φυσιολογικές συνθήκες. Ναι, ήταν κάπως περιπετειώδης, αλλά ήταν αυτό το στοιχείο που την έκανε και ξεχωριστή.

Βράδυ Σαββάτου. Ενός κρύου Σαββάτου του Δεκέμβρη, λίγο πριν την αλλαγή του χρόνου. Εκείνη γύρναγε από μία καφετέρια που είχε πάει με τις συμφοιτήτριές της και ανυπομονούσε να φτάσει στη ζεστασιά του σπιτιού της. Εκείνος την είχε πάρει από πίσω και με γρήγορο βήμα προσπαθούσε να την φτάσει. Ο ήχος των βημάτων του ολοένα και την πλησίαζαν και οι χτύποι της καρδιάς της γινόντουσαν πιο γρήγοροι. Όταν τον ένιωσε ακριβώς από πίσω της, ήταν έτοιμη να τσιρίξει. Εκείνος, όμως, της έδωσε ένα φιλί στο στόμα και την παρέσυρε σε ένα μαγικό ταξίδι των αισθήσεων. Την άλλη μέρα ξύπνησε στο σπίτι του. Κάτω από το ζεστό πάπλωμα, το ίδιο που την αγκάλιαζε και τώρα, ξαπλωμένος δίπλα της, αντίκρισε τα μάτια του γεμάτα πόθο όταν άνοιξε τα δικά της. «Πού είμαι; Ποιος είσαι εσύ;» ήταν τα πρώτα λόγια που ξεστόμισε και αμέσως την κατέκλυσαν οι εικόνες της προηγούμενης νύχτας και του παθιασμένου έρωτα. Εκείνος της χαμογέλασε και απλά της είπε ότι από εδώ και πέρα η ζωή τους θα ήταν ένας τρελός χορός πάθους, έρωτα, αγάπης.
Τις πρώτες μέρες, θυμόταν, δυσκολευόταν να συνηθίσει στο πρόγραμμά του και στις συνήθειές του, ειδικά τις ερωτικές. Αναγκάστηκε να αφήσει τη σχολή, να είναι όλη μέρα σπίτι, να τον περιμένει να γυρίσει από τη δουλειά. Φυσικά, η αναμονή της επιστροφής του, δεν σήμαινε ότι δεν είχε τίποτα να κάνει. Έπρεπε να είναι έτοιμη να του ικανοποιήσει όλες τις ορέξεις. Να είναι ντυμένη με σέξι εσώρουχα, να έχει φτιάξει σε σειρά τα εργαλεία που θα χρησιμοποιούσαν στο σεξ και να τον περιμένει ξαπλωμένη στο κρεβάτι τους.

Ναι, είχε περίεργα βίτσια. Αλυσίδες, μπαλάκια, δονητές, χειροπέδες, μαστίγια, δερμάτινα εσώρουχα, κούκλες, κούνιες, πράγματα που δεν είχε φανταστεί καν ότι υπάρχουν. Στην αρχή πονούσε, δεν της άρεσε, αλλά σιγά – σιγά άρχισε να συνηθίζει και να το απολαμβάνει. Σιγά – Σιγά ο πόνος της έγινε απαραίτητος για να φτάσει στην απόλυτη ηδονή. Και κάθε φορά τον παρακαλούσε όλο και πιο πολύ να την πονέσει. Να την εξευτελίσει. Και πλέον, πέντε χρόνια μετά, είχαν φτάσει στην απόλυτη ηδονή.

Η πόρτα άνοιξε με δύναμη και η κραυγή που βγήκε από μέσα της θύμισε αγρίμι έτοιμο να χιμήξει.

Το υπόγειο του σπιτιού πλημμύρισε από το φως των φακών αστυνομικών.
«Εκεί», φώναξε ένας από αυτούς και έδειξε προς τη δεξιά πλευρά του τοίχου, όπου υπήρχε ένα κρεβάτι και πάνω του ένα κορίτσι ξαπλωμένο. Ένα κορίτσι σε άθλια κατάσταση. Ένα κορίτσι βρόμικο, με μαλλιά λιγδιασμένα και γυμνό. Το σώμα του ήταν γεμάτο μελανιές, κοψίματα, στίγματα από τσιγάρο και βουρδουλιές, πιθανότατα από μαστίγιο.

Εκεί, στο κρύο και άθλιο υπόγειο, μέσα στη βρομιά και τη δυσωδία, δίπλα σε τρωκτικά και σε τενεκεδένια πιατάκια, βρισκόταν αλυσοδεμένη η φοιτήτρια που είχε εξαφανισθεί πριν πέντε χρόνια. Παράξενοι ήχοι αργά το βράδυ, περίεργες κινήσεις του ιδιοκτήτη, αλλά κυρίως μία άσχημη μυρωδιά σαν βόθρος που έβγαινε από το υπόγειο, είχαν κάνει τους γείτονες να καλέσουν την αστυνομία. Και τώρα βρίσκονταν μπροστά στο πιο ανατριχιαστικό θέαμα που θα μπορούσαν να φανταστούν.

Το πιάτο με απομεινάρια φαγητού και το δοχείο με νερό αποτελούσαν σημάδια της φρίκης που ζούσε πέντε χρόνια τώρα το κορίτσι. Ξαφνικά, πετάχτηκε απότομα από το κρεβάτι, έσκυψε στα τέσσερα και άρχισε να τρώει. Οι αστυνομικοί συγκλονισμένοι από το θέαμα, στέκονταν παγωμένοι και μουδιασμένοι, μη ξέροντας πώς να αντιδράσουν.
Ένας από αυτούς κατευθύνθηκε προς το μέρος της. «Μηηηηηηηηηηηηηη» ακούστηκε μία απόκοσμη κραυγή, την στιγμή που πήγε να την χαϊδέψει. «Μη με ακουμπάς. Φύγεεεεεεεεεεεεεε. Βοήθεια. Πού είναι ο καλός μου;», συνέχισε να ουρλιάζει σε έξαλλη κατάσταση και να χτυπιέται με όση δύναμη είχε. Ο αστυνομικός έκανε δυο βήματα πίσω και προσπάθησε να την καθησυχάσει, μιλώντας της ήρεμα.
«Διοικητά, την βρήκαμε», είπε στον ασύρματο.

Ο τόπος γέμισε με περιπολικά. Ταινίες της αστυνομίας απέκλεισαν το χώρο γύρω από το σπίτι. Οι δημοσιογράφοι κατέκλυζαν με ερωτήσεις τον επικεφαλής της επιχείρησης. Πλήθος κόσμου είχε μαζευτεί για να δει από κοντά το τέρας που διέπραξε ένα τόσο σκληρό και απάνθρωπο έγκλημα.

Και εκεί … μπροστά στην πόρτα του τρόμου στέκονταν ένας άντρας και μία γυναίκα εξασθενισμένοι ψυχολογικά. Εκεί μπροστά στην πόρτα του τρόμου οι γονείς της φοιτήτριας περίμεναν να αντικρίσουν μετά από πέντε χρόνια την κόρη τους. Να την σφίξουν στην αγκαλιά τους και να γιατρέψουν τις πληγές του σώματος και της ψυχής τους.

Και εκεί … λίγο πιο πίσω, δεμένος με χειροπέδες ο απαγωγέας της. Εκεί λίγο πιο πίσω ο βασανιστής της. Περίμενε απλά να τη δει, να της ρίξει ένα τελευταίο βλέμμα. Να την αποχαιρετήσει και να της πει πόσο την αγάπησε. Κανένας ποτέ δεν θα μπορούσε να καταλάβει αυτό που τους ένωνε. Δεν τον ένοιαζε, όμως. Αρκεί που μπορούσαν οι δυο τους να νιώσουν πόσο δυνατό ήταν αυτό που τους ένωνε.

Και εκεί… πάνω στο φορείο, έβγαινε από το σπίτι του τρόμου η φοιτήτρια. Εκεί πάνω στο φορείο κείτονταν ότι είχε απομείνει από το χαμογελαστό κορίτσι. Πέρασε δίπλα από τους γονείς της και τους κοίταξε παγωμένα. Τα μάτια της έψαχναν εκείνον. Και τον είδε. Τον είδε να στέκεται απέναντί της και να της χαμογελά.

«Σε αγαπώ»
του φώναξε και βυθίστηκε στον σκοτεινό κόσμο του μυαλού της. Στον κόσμο που είχε δημιουργήσει για να αντιμετωπίσει την παραφροσύνη του. Στον κόσμο που είχε δημιουργήσει για να επιβιώσει.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Χρυσή - Σίσυ Αγγελίδου

«H ζωή μου μια βόλτα». Όχι η ταινία του Παπακαλιάτη αλλά η ζωή μου πραγματικά. Γεννημένη στην Καλαμάτα, καταγωγή και από Κομοτηνή, με πατέρα λιμενικό όργωσα όλη την Ελλάδα. Και καθώς μου αρέσουν τα ταξίδια είπα να συνεχίσω την παράδοση και παντρεύτηκα λιμενικό.
Καλαμάτα, Αστάκο, Ληξούρι, Πάτρα, Κομοτηνή, Θεσσαλονίκη (φοιτήτρια), Καστέλι Χανίων, Ρέθυμνο, Ηράκλειο, Άγιος Νικόλαος και μάλλον εμένα είχαν στο μυαλό τους οι Lokomondo όταν έγραφαν το τραγούδι «Οδύσσεια». Σεργιάνι στην Ελλάδα, σεργιάνι στην ψυχή μου, σεργιάνι μέσα από χαρτί και μολύβι. Ρίξαμε άγκυρα, λοιπόν, για όσο πάει στον Άγιο Νικόλαο στην Κρήτη και ασχολούμαι με την μεγάλη μου αγάπη. Το βιβλίο. Από το νηπιαγωγείο «διάβαζα» μέσω της μαμάς. Και από τότε μέχρι σήμερα διαβάζω. Και από τότε μέχρι σήμερα ταξιδεύω με τις λέξεις. Και πριν λίγο καιρό άρχισα τα ταξίδια μου αυτά να τα μοιράζομαι μαζί με άλλους.
 
Χρυσή - Σίσυ Αγγελίδου

Latest posts by Χρυσή - Σίσυ Αγγελίδου (see all)