Η ζητιάνα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Καθώς περνούσε ανάμεσα από τον κόσμο, μπορούσε κανείς να δει τα πρόσωπά τους να μορφάζουν από δυσαρέσκεια. Δεν ήθελε και πολύ. Η ατημέλητη εμφάνισή της, τα άλουστα μαλλιά της, με ένα κοκκαλάκι κολλημένο σε μία τζίβα, τα γεμάτα λεκέδες ρούχα της… Τα παπούτσια της, που ήταν τόσο ξένα πάνω της – πρόδιδαν πως δεν ήταν δικά της μιας και ήταν τουλάχιστον δύο με τρία νούμερα μεγαλύτερα. Η μυρωδιά της αποπνικτική, ακόμη κι αν κάποιος δεν είχε δυνατή οσφρητική ικανότητα.

Είχε συνηθίσει να βλέπει την δυσαρέσκεια στα πρόσωπα των ανθρώπων. Κάποιες φορές πήγαινε επίτηδες κοντά τους για να τους προκαλέσει. Αν καμιά φορά έβλεpε κάποια κυρία λίγο πιο … “μη μου άπτου”, όπως τις αποκαλούσε, πήγαινε κοντά της όσο πιο διακριτικά της επέτρεπε η δυσωδία που ανέδιδε, την κοιτούσε στα μάτια γουρλώνοντας τα δικά της και της χαμογελούσε όσο πιο πλατιά μπορούσε. Οι αντιδράσεις των “μη μου άπτου” ήταν οι αγαπημένες της! Κάποιες φρίκαραν τελείως και έφευγαν όσο πιο βιαστικά μπορούσαν, ρίχνοντας κλεφτές ματιές πίσω τους, μην τυχόν και τις ακολουθούσε. Άλλες, σοκαρισμένες, έψαχναν έξοδο διαφυγής πισωπατώντας. Δύο – τρεις, κάποτε, φώναξαν μέχρι και για βοήθεια! Η πιο αγαπημένη της κατηγορία ήταν οι “μη μου άπτου”!

Συνήθως ήταν κεφάτη. Απολάμβανε την μοναξιά της. Πότε πότε έκανε παρέα με “συνταξιδιώτες”, όπως τους ονόμαζε. Οι συνταξιδιώτες ήταν επίσης άστεγοι, που της έκαναν παρέα με τις ιστορίες τους. Η πιο συνηθισμένη ερώτηση ήταν «πώς βρέθηκες εδώ;». Χιλιάδες ιστορίες είχε ακούσει. Μέθυσοι, ανάπηροι πολέμου, τζογαδόροι, χρήστες ναρκωτικών… Δεν έλειπαν, φυσικά, και οι συνδυασμοί αυτών. Οι περισσότεροι δεν άντεχαν για πολύ. Πόσο ν’αντέξει, άλλωστε, κανείς , μονίμως εκτεθειμένος στο κρύο, την ζέστη, την μπόρα, την συνεχή πείνα;

Εκείνη πίστευε πως της άρεσε αυτός ο τρόπος ζωής. Ήταν επιλογή της να μην έχει στέγη πάνω από το κεφάλι της. Και οι κακουχίες; Και ποιος δεν έχει δυσκολίες στην ζωή του; Είτε έχοντας μια στέγη πάνω απ’το κεφάλι του είτε όχι. Στο κάτω κάτω γνώριζε τόσους ανθρώπους κάθε μέρα. Κάθε ιστορία που άκουγε ήταν μοναδική, ακόμη κι αν είχε τον ίδιο σκελετό∙ «ξεκίνησα ποντάροντας στην ρουλέτα, φέσωσα την οικογένεια, με πέταξαν από το σπίτι, το έριξα στο αλκοόλ και κουτσοπερνάω τις μέρες μου μαζεύοντας δεκάρες από τον δρόμο για να πάρω ένα μπουκάλι κρασί». Αυτή την ιστορία την είχε ακούσει εκατοντάδες φορές . Κάθε φορά όμως, το προσωπικό στίγμα του εκάστοτε αφηγητή, την έκανε μοναδική.

Απολάμβανε να είναι με κόσμο στις καλές της μέρες. Αν δεν έβρισκε κάποιον συνταξιδιώτη να περάσει την ώρα της, έκανε βόλτες με το μετρό. Που και που έβγαζε και κανένα φράγκο. Τι άλλο ήθελε; Να βγαίνει την βολτίτσα της και να εισπράττει και το χαρτζιλίκι της!

Τις μαύρες της μέρες, όμως, τις περνούσε μονάχη. Την ήξεραν στο κουρμπέτι κι όταν έβλεπαν το συννεφιασμένο της βλέμμα, την άφηναν στην ησυχία της. Όλα της έφταιγαν τότε. Όλοι και όλα. Και πιότερο ο εαυτός της ο ίδιος, που έκανε το ένα λάθος μετά το άλλο.

Και τι λάθη… Πόσα χρήματα περάσαν απ’τα χέρια της! Και τι τα’κανε; Ναρκωτικά και ποτά. Πόσοι την αγαπούσαν τότε! Η καλύτερη ήταν! Βουνά οι κόκες, συντριβάνια τα ποτά! Κι ο μικρός της ανάμεσα, να μπουσουλάει. Ήξερε τι έκανε∙ όταν θα ήταν σε θέση να καταλάβει θα τον είχε σε πιο προστατευμένο περιβάλλον. Η μασκότ των πάρτι ήταν ο μικρός! Είχε κι ένα γάργαρο γέλιο, απίστευτα μεταδοτικό!

Κάποια στιγμή, ο τότε σύντροφός της, ο Θέμης, του έδωσε μια γουλιά κρασί. Πήγε να τον σταματήσει, μα την καθησύχασε πως κανείς δεν έπαθε τίποτα με μια γουλιά κρασί. Την άκουσε ο μικρός επί τόπου. Και δώστου γέλια! Και δώστου χορό ο πιτσιρίκος! Όλοι τον κοιτούσαν και τον χαίρονταν! Με τον καιρό η μία γουλιά έγιναν δύο, οι δύο έγιναν τρεις. Το συνήθιζε σιγά σιγά ο οργανισμός του και δεν έκανε εύκολα κεφάλι για ν’αρχίσει τους χορούς και τα γέλια.

Η νηπιαγωγός του μικρού την είχε ειδοποιήσει. Μέχρι και στην διευθύντρια την είχε σύρει. Μα εκείνη δεν έδινε σημασία. Ήταν όλοι τους ξενέρωτοι, ασκόπως σοβαροί και φυσικά δεν γνώριζαν πως το παιδί μεγάλωνε σε ένα περιβάλλον γεμάτο αγάπη και προσοχή. Την ζήλευαν για την ζωή που έκανε, που είχε μονίμως κόσμο γύρω της και καλοπερνούσε. Αυτό ήταν. Και καθαρή εκδίκηση που της έστειλαν την Πρόνοια σπίτι της, τίποτ’άλλο. Εκείνο το μεσημέρι χτύπησε το κουδούνι κι όταν άνοιξε την πόρτα μ’ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, το τσιγάρο στα χείλη και ανοιχτή την χρυσή σατέν ρόμπα της, δεν κατάλαβε ποιους είχε μπροστά της. Ούτε και περίμενε τι θ’ακολουθούσε.

«Καλησπέρα σας, η κυρία Δάφνη Κανάκη;», της είπε ο ένας. Γελώντας τους έγνεψε καταφατικά. «Θα μπορούσαμε να περάσουμε παρακαλώ;» της είπε η κυρία που ήταν μαζί τους. Μεθυσμένη καθώς ήταν, έγνεψε ξανά ναι. Τους άφησε να περάσουν στο σαλόνι. Ένα σαλόνι ακατάστατο, με ένα μωρό να μισοκοιμάται χαζεύοντας παιδικά μ’ένα παγουράκι που μέσα είχε κόκκινο κρασί , με άδεια μπουκάλια κάθε λογής αλκοόλ στο πάτωμα, στην πολυθρόνα και στο τραπέζι, ένα ανοιχτό σακουλάκι με χάπια και μία πιστωτική δίπλα σε ένα μικρό βουναλάκι σκόνης. Αυτά ήταν τα πρώτα πράγματα που αντίκρυσαν.

Ό,τι ακολούθησε είχε πασχίσει για να το διαγράψει από την μνήμη της. Που και που της έρχονταν σπασμένες εικόνες από εκείνη την ημέρα∙ εκείνη να είναι στα γόνατα και να παρακαλάει∙ ο μικρός να παλεύει να φύγει από την αγκαλιά του κοινωνικού λειτουργού∙ ο Θέμης να την κρατάει και να προσπαθεί να την ηρεμήσει∙ το παιδί κι εκείνη να ουρλιάζουν…

Δεν άργησε να έρθει η κατρακύλα. Σταμάτησε τα πάρτι, μα συνέχισαν τις κραιπάλες με τον Θέμη. Ο Θέμης… Ανάθεμα την ώρα που τον έβαλε στη ζωή της. Όχι ότι μόνο αυτός έφταιγε, αλλά την παρέσυρε σε πολλά μονοπάτια που σίγουρα δεν θα πήγαινε αν δεν τον είχε γνωρίσει.

Παραιτήθηκε. Από την φροντίδα του σπιτιού, του εαυτού της, από την ζωή την ίδια. Αφού βαρέθηκε και τον Θέμη να βρωμοκοπάει αλκοόλ ανακατεμένο με φθηνό άρωμα αγορασμένου έρωτα, τον έδιωξε.

Τρία άτομα μόνο ξέραν την ιστορία της και τους είχε ορκίσει να μην την  πουν παραέξω. Δεν ήθελε να την λυπούνται∙ ήθελε να την ξέρουν ως την μισότρελη βρωμερή χαμογελαστή ζητιάνα που βόλταρε στους δρόμους της Αθήνας τρομοκρατώντας τις “μη μου άπτου” και αφήνοντας αηδιασμένα, από την δυσωδία, πρόσωπα στον διάβα της…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Ελευθερία Τσιντάρη - Χωρίς την ελπιδα
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook