Η Ζωή στο Κουτί

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

1999
Η Mustang σταμάτησε σε μια άκρη του δρόμου, λίγο πριν το αεροδρόμιο του Βερολίνου. Το ραδιόφωνο έπαιζε Shirelles: “Απόψε είσαι δική μου ολοκληρωτικά, will you still love me tomorrow”. Η δερμάτινη οροφή ήταν κατεβασμένη, η θέρμανση στο φουλ και ο οδηγός, με τρυφερή κίνηση, είχε ρίξει μία μαλακή κουβέρτα του πικ-νικ στα πόδια της, για να μην κρυώνει κάτω από τον παγωμένο Γερμανικό ουρανό, τέλη Μάη μήνα. Γύρισε να τον κοιτάξει αλλά το βλέμμα του ήταν χαμηλωμένο και τα μάτια του κόκκινα με βρεγμένες βλεφαρίδες. Η φωνή του πνιγμένη: “Θα σε ξαναδώ ποτέ;” Η ώρα περνούσε.

Σαράντα οκτώ οι ώρες, από τις 8 το πρωί που έφτασε πρώτη φορά στην Γερμανία τον προηγούμενο μήνα, μέχρι να πάρει πάλι την πτήση της επιστροφής στις 16 του Απρίλη. Επτακόσια είκοσι τα λεπτά, από την στιγμή που τον γνώρισε, για να τον ερωτευθεί ανεπιστρεπτί. Τριάντα οι μέρες για να τον ξαναδεί, στην Έκθεση της Φρανκφούρτης, τον Μάιο. Επτά μέρες για να χωρέσουν όσα δεν υπήρχε ελπίδα να ζήσουν ξανά μαζί οι δυο τους. Τρεις ώρες η πτήση Φρανκφούρτη/Αθήνα για δεύτερη φορά μέσα σε ένα μήνα. Δέκα λεπτά για να διανύσει την απόσταση από το αεροπλάνο μέχρι το πάρκινγκ και το αυτοκίνητο του άντρα της που την περίμενε.

Πέντε οι μήνες που το “πρέπει” και το “αρνούμαι” κοντράρονταν σ’ ένα σπριντ εξοντωτικού ρυθμού. Πέντε μήνες για να διαλύσει την ζωή που ζούσε. Τρεις ώρες για να ξαναγυρίσει στην Γερμανία. Για το “πάντα”.

*****************************************

2019
Το κουτί ήταν βαρύ, πενήντα κιλά. Ζήτησε από τον οδηγό της μεταφορικής να το ακουμπήσει στο πάτωμα της αποθήκης. Θα του στοίχισε ένα σκασμό να στείλει πενήντα κιλά φορτίο πόρτα-πόρτα Γερμανία-Ελλάδα.

Πέρασε μία μέρα για να αποφασίσει να το ανοίξει να ξεδιαλύνει το περιεχόμενο που της ήταν γνωστό, έτσι κι αλλιώς: Φάκελοι, κλασέρ, αλληλογραφία, παλιές φωτογραφίες, επίσημα χαρτιά πεπερασμένης σημασίας, αλλά αρχειοθετημένα για κάθε ενδεχόμενο. Πήρε ένα σκαμνί, τα τσιγάρα της κοντά, άναψε την σόμπα για να σπάσει η παγωνιά της αποθήκης αυτή την κρύα Απριλιάτικη μέρα.

Δεκάξι του Απρίλη, ξανά. Έκανε στοίβες στο πάτωμα. Εδώ τα άχρηστα, φορολογικές δηλώσεις εικοσαετίας, λογαριασμοί ΔΕΗ του σπιτιού της μητέρας της, πουλημένο πια. Εκεί αποδείξεις μισθοδοσίας – δούλεψε αλήθεια τόσα χρόνια; Δίπλα φωτογραφίες οικογενειακές, η θεία και ο θείος της παιδιά, σοβαροί – δεν χαμογελούσαν τότε στις φωτογραφίες, μα πόσο αγαπιόντουσαν, ακόμα λατρεύει η θεία τον αγαπημένο της κι ας πάνε δεκαετίες που τον έχασε – η μάνα λίγο πριν το τέλος μ’ εκείνο το χαμόγελο που ήταν λίγο διστακτικό λες και στην πραγματικότητα δεν είχε τίποτα για να χαμογελά πιά εκείνη που μόνο με την καρδιά της την θυμάται να γελά. Πλαγιές χιονισμένες, κόκκινα μούτρα ευτυχισμένα. Συνάδελφοι σε επαγγελματικές συγκεντρώσεις, πρόσωπα τόσο γνώριμα, τόσο χαμένα για πάντα. Γράμματα σταλμένα στην Γερμανία, από φίλες αγαπημένες, με υπογραφή “Η Φιλενάς”, δεν χρειαζόταν άλλο. Γιατί άραγε χάθηκαν; Σ’ ένα κουτί σε σχήμα καρδιάς βρήκε τις καρτούλες του Χρήστου της, 30-τόσα χρόνια πριν, σημειωματάκια και αδέξιες ζωγραφιές: “Στην καλύτερη μαμά του κόσμου”, “Να τα εκατοστίσεις μανούλα”, “Καληνύχτα μαμά, όταν γυρίσεις, αν θέλεις, έλα λίγο στο κρεβάτι μου”. Χαμογέλασε, τα μύρισε, μυρίζαν λίγο κλεισούρα, λίγο τύψεις.

Ξεκίνησε πέμπτη στοίβα. Ληξιαρχικές πράξεις γάμων, διαζυγίων, γεννήσεων, θανάτων, οικογενειακές μερίδες στον Δήμο, τα επώνυμα εκείνα ξεχασμένα. Κάθε έγγραφο λες και ήταν ένα ολόγραμμα τρισδιάστατο, να θέλει να απλώσει να αγγίξει τις μορφές που γίνονταν καπνός μόλις τις ακουμπούσε. Και με το μυαλό ακόμα ίσα-ίσα που τις ακουμπούσε, λίγο δεν μπορούσε, λίγο δεν ήθελε. Από ένα έγγραφο, με την ψυχρή περιγραφή του δημόσιου υπάλληλου καταχωρημένη με μαύρο μελάνι, ξεπήδησε το πρόσωπο του γιου της, πελιδνό, τόσο αταίριαστο σε παιδί, κι εκείνη στο τηλέφωνο να ακούει για τον θάνατο του πατέρα του και να προσπαθεί να κερδίσει χρόνο, να βρει τα κατάλληλα λόγια, να κάνει λιγότερο κοφτερό το μαχαίρι, λιγότερο βαθιά την πληγή. Χαμένος κόπος. Βρήκε τη φωτογραφία από το γαμήλιο τραπέζι, την έβαλε δίπλα στο πρόσωπό της και σύγκρινε τα αμυδρά γνώριμα χαρακτηριστικά του κοριτσιού, στον παλιό καθρέφτη που είχε καταλήξει στην αποθήκη. Χαμογελούσε το κορίτσι, πλατιά, με μάτια που έλαμπαν και το χέρι της ήταν μέσα στην χούφτα του άντρα. Έπιασε την φωτογραφία μ’ έναν συνδετήρα πάνω στο διαζευκτήριο και μετά πάνω στην ληξιαρχική πράξη θανάτου. Τρία λεπτά χαρτιά που δεν έπιαναν καθόλου χώρο.

Κάτω κάτω στην κούτα -ήταν το πρώτο πράγμα που τοποθέτησε εκείνος όταν τα πακετάριζε- βρήκε τα ερωτικά γράμματα, τυλιγμένα στην λεπτή καρό κουβερτούλα του πικ-νικ, σε χρονολογική σειρά, όπως τα είχε αφήσει η ίδια, το πρώτο με ημερομηνία 16 Απριλίου 1999, Γερμανικό το γραμματόσημο και παραλήπτης μια διεύθυνση στην Αθήνα.

*************************************************

Σήμερα.
Δέκα τα χρόνια που έζησαν την πιο ιδανική ερωτική ιστορία της ζωής και των δύο τους. Πέντε τα μετέπειτα που αργά και σταθερά συγκρούονταν όλο και περισσότερο. Αναρίθμητες οι φορές που την πρόσβαλε καίρια χωρίς να το προσέχει. Μετρημένες στο ένα χέρι οι κουβέντες της που τον πλήγωσαν τόσο βαθιά και τόσο ασυγχώρετα. Άγνωστη η στιγμή χωρίς γυρισμό που άρχισαν να αντιπαθούν ο ένας τον άλλον. Τεσσεράμισι τα χρόνια που τον άφησε για να επιστρέψει πίσω στην Αθήνα, με την τσάντα της και ένα νεσεσέρ με καλλυντικά μόνο, ενώ τα κλασέρ που κουβάλησε από την Αθήνα, οι φωτογραφίες και οι αναμνήσεις αρχειοθετημένες, μείναν πίσω. Είκοσι και μία οι μέρες που της είπε στο τηλέφωνο “Είναι πίστη μου ότι η σχέση μας είχε καταρρεύσει πολύ πριν βρω κάποια άλλη”. Εκατόν ενενήντα δύο οι ώρες που έμαθε για τον καρκίνο που έχει απλωθεί στο κορμί του. Τριακόσια εξήντα τα λεπτά που η κουρασμένη του φωνή, πνιγμένη από δάκρυα που προσπαθούσαν να μην τρέξουν, έλεγε “Σ’ αγαπάω πάντα”.

Στο κουτί, στην αποθήκη, οι δεκαετίες θα ζουν αιώνια.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook