TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Η ζωή της Μαρίας

Η ζωή της Μαρίας

Τα σημάδια ήταν άκρως ανησυχητικά. Κάθε μέρα και ένα νέο. Η Μαρία προσπαθούσε με όλη τη δύναμη του μυαλού της να εντοπίσει την ακριβή στιγμή που ξεκίνησαν όλα. Αλλά δεν τα κατάφερνε καθόλου καλά.
Δεν πήγαινε πολύς καιρός που η πεθερά της, είχε πετάξει μια καθόλου έντεχνη σπόντα για τον τρόπο που μεγάλωνε η Μαρία την μικρή. Ενώ κάποιος θα περίμενε να γίνει χαμός, να αρχίσει η Μαρία να επιχειρηματολογεί και να κολλάει την πεθερά στον τοίχο, κάτι που βρίσκονταν στην τελική σε απολυτή εναρμόνιση με τον χαρακτήρα της, εκείνη δεν αντέδρασε καθόλου. Όχι μόνο μπροστά στην πεθερά. Αλλά και μετά. Δεν πήγε, δηλαδή, αμίλητη στο δίπλα δωμάτιο να πετάξει κανένα βάζο στο ντουβάρι. Όχι. Ούτε καν χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα να μυξοκλάψει, όπως έκανε πριν κάποιο διάστημα, τότε που η ίδια πίστευε ότι περνούσε μια καταθλιψούλα αλλά δεν το έλεγε πουθενά από φόβο μην την αποπάρουν. Έμεινε εκεί. Σαν να μην είχε γίνει τίποτα. Σαν να μην είχε ακούσει καν την κακία της άλλης.
Μια άλλη φορά, ο Βασίλης γυρνώντας από την δουλειά, είχε δηλώσει για άλλη μια φορά κατάκοπος και πήγε να κλειδωθεί μέσα στην κρεβατοκάμαρα με σαφείς οδηγίες να μην ενοχληθεί για κάνα δίωρο. Η Μαρία ήταν εξίσου κουρασμένη μιας και η δική της δουλειά απαιτούσε πολλές ώρες στον δρόμο με την απίστευτη κίνηση της πόλης συν ότι είχε τρέξει να συμμαζέψει όπως-όπως το σπίτι, να μαγειρέψει, να τσεκάρει το διάβασμα του παιδιού και τόσα ακόμα όσα επωμίζεται μια μάνα, σύζυγος και νοικοκυρά. Χτύπησε λοιπόν, δειλά την πόρτα της κρεβατοκάμαρας να ζητήσει από τον άντρα της αν μπορεί να ξαπλώσει σε κανένα εικοσάλεπτο προκειμένου να βρει αυτή λίγο χρόνο να κάνει ένα ντουζάκι. Μα πριν προλάβει να μιλήσει, ο Βασίλης βρυχήθηκε από την άλλη πλευρά, βρίζοντας άγιους και οσίους που δεν τον αφήναν να ξεκουραστεί. Για μια ακόμη φορά, η Μαρία δεν θορυβήθηκε. Έκανε μεταβολή και συνέχισε την ημέρα της. Ούτε θύμωσε, ούτε δάκρυσε, ούτε καν μουρμούρισε κάποιο μπινελίκι που, ομολογουμένως, άξιζε να μουρμουρηθεί.
Τα ίδια συνέβαιναν και στη δουλειά. Οι συνάδελφοι εκμεταλλευόμενοι τον καλό της χαρακτήρα, της φόρτωναν δουλειές εντελώς έξω από τη δικαιοδοσία της και αυτή χαμογελούσε μηχανικά και σκοτωνόταν να τις φέρει εις πέρας. Δεν μάλωνε. Δεν στενοχωριόταν καν όταν αυτοί κανόνιζαν μπύρες για το Σαββατοκύριακο αφήνοντας την ακάλεστη.
Μόνη χαρά της Μαρίας ήταν πλέον αποκλειστικά η κόρη της. Το ζωηρό και συναισθηματικό εξάχρονο που της χάριζε αστεία και αγκαλιές. Μα και πάλι, η Μαρία είχε θορυβηθεί, καθώς πλέον η αγκαλιά της μικρής δεν λειτουργούσε ως βάλσαμο στην ψυχή της. Την δέχονταν μηχανικά και ανταπέδιδε, αλλά έλειπε αυτή η λαχτάρα που είχε παλιότερα, να βρίσκεται μαζί με το μικρό κορίτσι.
Ήταν σίγουρη ότι αυτό που ζούσε δεν ήταν κατάθλιψη. Το είχε περάσει και αναγνώριζε τις διαφορές. Όταν είχε βουλιάξει σε αυτό το έλος, του καταθλιπτικού, θυμάται ότι αδυνατούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι, ότι έμπηγε τα κλάματα συχνά πυκνά άνευ λόγου, ότι είχε παραμελήσει τόσο την εικόνα της όσο και τους γύρω της αλλά και το σπίτι. Τώρα ήταν αλλιώς. Ήταν για την ακρίβεια, το εντελώς αντίθετο. Σηκωνόταν πρωί, δούλευε με αποτελεσματικότητα, φρόντιζε σπίτι, άντρα και παιδί και δεν ένιωθε καμία κούραση. Αλλά και κανένα συναίσθημα.
Διεκπεραίωνε ό,τι υπήρχε στο πολύβουο πρόγραμμα της, με ευκολία και αυτοματισμό. Αυτό ήταν. Μια αυτόματη καλοκουρδισμένη μηχανή. Έκανε ό,τι έπρεπε, όπως έπρεπε, χωρίς να περιμένει ούτε επιβράβευση, ούτε να λαμβάνει καμία χαρά και ικανοποίηση.
Το κεφάλι της ήταν το μόνο πράγμα που ένιωθε. Φορτωμένο από σκέψεις και από γιατί, πήγαινε να σπάσει κάθε μέρα. Πιεζόταν από το εσωτερικό κενό της ψυχής της και γέμιζε ερωτηματικά. Που πήγε η Μαρία; Τι της στερούσε τον εαυτό της; Μετά από πολύ καιρό βασανισμού και άγρυπνων στριφογυρισμάτων στο στρώμα, η Μαρία πίστεψε ότι είχε βρει πια την απάντηση στο γιατί λειτουργούσε έτσι. Η Μαρία ήταν πλέον νεκρή! Νεκρή από συναισθήματα, νεκρή από εμπειρίες, νεκρή από επιθυμίες. Θες η ρουτίνα, θες η καταβαράθρωση των ονείρων που είχε κάνει για τη ζωή της, θες ότι όλοι γύρω της είχαν ως προτεραιότητα τους εαυτούς τους εκτός από την ίδια που είχε όλους τους άλλους, η Μαρία ήταν πια ένα ζωντανό πτώμα. Και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα πλέον για αυτό.
Όσο και αν εκβίαζε ένα συναίσθημα από την ψυχή της, εκείνη αρνιόταν να της το δώσει. Δεν γελούσε πια με τα αστεία του παιδιού, δεν χαμογελούσε στον ήλιο όταν της χάιδευε το πρόσωπο στις διακοπές. Δεν σπαρταρούσε στα χέρια του Βασίλη όταν της ψιθύριζε «σε αγαπώ» στις ερωτικές τους συνευρέσεις. Ανέπνεε, κινιόταν, περπατούσε, αγκάλιαζε, φιλούσε, αλλά δεν ζούσε.
Έτσι περνούσαν τα χρόνια. Η Μαρία ρυτίδιαζε, ο Βασίλης γερνούσε, η μικρή γινόταν γυναίκα. Αποφοίτησε και η Μαρία ένιωθε μια κατασκευασμένη χαρά, ίσα για να μην φανεί στους άλλους το κενό της. Βίωσε θανάτους ανθρώπων που αγαπούσε και ανθρώπων που δεν χώνευε. Πάλεψε με αρρώστιες και οικονομικές δυσκολίες. Ταξίδεψε σε όμορφα μέρη και γνώρισε ενδιαφέροντες ανθρώπους. Εργάστηκε, συνταξιοδοτήθηκε, βρήκε χόμπι. Όλα τα έκανε, μα χωρίς να τα αισθάνεται πραγματικά. Χωρίς ένα πηγαίο δάκρυ να αυλακώσει το μάγουλο της. Χωρίς ένα χαμόγελο να ζεσταίνει τα κρύα της μάτια. Ήταν βέβαιη πλέον ότι δεν ήταν καν άνθρωπος. Περίμενε απλά να περάσει ο χρόνος και να έρθει η στιγμή που το κορμί της θα ακλουθούσε την ψυχή της στον θάνατο. Επιβίωνε.
Επιβίωνε όπως ίσως και άλλοι επιβιώνουν σε ζωές που δεν πήγαν όπως υπολόγιζαν. Με όνειρα που δεν βρήκαν πραγμάτωση. Σαν ρομπότ. Αυτόματα. Έζησε τον θάνατο του Βασίλη, του έρωτα της ζωής της, ανέκφραστη. Το γκρέμισμα του πατρικού της, κενή από συναίσθημα. Τον γάμο της κόρης της, αγέλαστη. Μόνο εκεί, όταν είχε πλέον αρχίσει να διαφαίνεται το τέλος, στο μαιευτήριο που έγινε πρώτη φορά γιαγιά, αγκαλιάζοντας το παιδί του παιδιού της, του ψιθύρισε «ζήσε κάθε λεπτό της ζωής σου», και επιτέλους ένα δάκρυ, δάκρυ χαράς κιόλας, ύστερα από ποιος ξέρει πόσα χρόνια, σκάλισε την πορεία του στο ζαρωμένο της μάγουλο.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Κέλλυ Σ.

-que serra-
Αν οι λέξεις ήταν σάρκα θα ήταν ο ένας και μοναδικός αδιαφιλονίκητος εραστής που θα διάλεγα. Αν ήταν τόπος θα έχτιζα εκεί το τσαρδί μου και δεν θα επιθυμούσα ποτέ να ταξιδέψω οπουδήποτε αλλού. Αν ήταν γεύση θα έτρωγα ώσπου να ξεχειλίσω. Ευτυχώς θεοί! Οι λέξεις είναι λέξεις και έτσι μπορώ να προσπαθώ που και που να τις τιθασεύω αντί αυτές να με ελέγχουν.
Κέλλυ Σ.

Latest posts by Κέλλυ Σ. (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *