Η ηρωίδα μαμά ενός μικρού ήρωα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Η Χριστίνα γνώρισε τον Νίκο, όταν ξεκίνησε να πηγαίνει διακοπές στο χωριό του πατέρα της. Βλέπεις, ο πατέρας της ερωτεύτηκε τη μάνα της, την παντρεύτηκε και δημιούργησε οικογένεια μαζί της, χωρίς να την ξεριζώσει από τον τόπο της, μα ξεριζώθηκε αυτός απ’ τον δικό του και έγινε «σώγαμπρος». Ευτυχώς, τα 2 μέρη απείχαν μεταξύ τους μόνο 2 ώρες με το καράβι και ο κυρ Βαγγέλης επισκεπτόταν, μαζί με την οικογένειά του, όσο πιο συχνά του επέτρεπαν οι περιστάσεις, τα πατρογονικά του μέρη.

Σε μία από αυτές τις επισκέψεις, παιδούλα ακόμα, η Χριστίνα γνώρισε τον Νίκο και, από σύντροφος στις παιδικές σκανταλιές έγινε σύντροφος ζωής πρώτα, σύζυγος και με τη βούλα, αργότερα.

Και ξεκίνησαν τον έγγαμο βίο τους στο νησί που γεννήθηκε και μεγάλωσε η Χριστίνα, με την ιστορία να επαναλαμβάνεται και τον Νίκο, σαν τον πεθερό του, να αφήνει τα δικά του μέρη.

Παράπονο δεν είχαν – και οι δύο οικογένειες τους στάθηκαν στο νέο τους ξεκίνημα, ιδιαίτερα η οικογένεια της Χριστίνας, αναγνωρίζοντας τη «θυσία» του γαμπρού τους. Μοναδική έγνοια που σκίαζε την ευτυχία τους ήταν ότι το παιδί, που τόσο και οι δύο ήθελαν, δεν ερχόταν. Στεναχωριόταν η Χριστίνα, μαζί της και ο Νίκος, που και παιδί ήθελε, αλλά και τη Χριστίνα του γερή κι ευτυχισμένη.

Και αποφάσισαν, εκτός από τη βοήθεια του Θεού, να ζητήσουν και τη βοήθεια της επιστήμης και να προχωρήσουν σε εξωσωματική. Και να οι ενέσεις με τις ορμόνες, οι ψυχολογικές διακυμάνσεις, η κούραση, η αγωνία, τα νεύρα, τα κλάματα, αλλά η Χριστίνα εκεί, στρατιώτης. Δεν παραπονιόταν, απλά υπέμενε – πίστευε στον Θεό και θεωρούσε ότι η προσπάθειά της θα έχει αίσια κατάληξη.

Και έτσι έγινε. Η τελευταία προσπάθεια στέφθηκε με επιτυχία και η Χριστίνα έφερε στον κόσμο 2 δίδυμα αγοράκια, τον Θοδωρή και τον Βαγγέλη, που πήραν τα ονόματά τους, από τον πεθερό της και τον πατέρα της, αντίστοιχα.

Και αυτή τους, όμως, η χαρά είχε από πάνω ένα σκοτεινό σύννεφο. Βλέπεις, ο μικρός Βαγγέλης, γεννήθηκε ελλιποβαρής, με 1 σοβαρό πρόβλημα υγείας, το οποίο αντιμετωπίστηκε επιτυχώς με επέμβαση. Ωστόσο, παρέμενε ένα μικρό ορθοπεδικό θέμα, που σήμαινε ότι ο μικρός Βαγγέλης θα έπρεπε να κάνει , σε τακτική βάση φυσικοθεραπείες – ας είναι!

Αχ, ο Βαγγέλης! Η Χριστίνα λάτρευε την μικρή της οικογένεια, τον Νίκο της και τα δύο της αγόρια, αλλά καρδιοχτυπούσε ιδιαίτερα για τον μικρό της Βαγγέλη, που μαχόταν ήδη από την πρώτη ανάσα της ζωής του και εξακολουθούσε να μάχεται – αν και πιο μικροκαμωμένος και ευαίσθητος από τον αδερφό του, δεν υπολειπόταν σε τίποτα από αυτόν, αλλά η Χριστίνα, χωρίς να το εκφράζει ανοιχτά, πάντα ανησυχούσε, με αποτέλεσμα να είναι λίγο πιο επιεικής και πιο δεκτική απέναντί του, με τον Θοδωρή να παραπονιέται και τον Νίκο να την καθησυχάζει, λέγοντας χαρακτηριστικά «Μια χαρά είναι το παιδί, μην βασανίζεσαι! Δεν μπορούμε να τον κλείσουμε σε γυάλα!»

Αλλά οι μάχες του Βαγγέλη – και, μαζί μ’ αυτόν και, της Χριστίνας – δεν είχαν τελειωμό και συχνά-πυκνά πετάγονταν στην Αθήνα για διαφόρων λογιών εξετάσεις. Η Χριστίνα και ο Νίκος καρδιοχτυπούσαν αλλά ο Βαγγέλης τους εκεί, ατάραχος, δεν παραπονιόταν, απλά υπέμενε – σαν τη μάνα του.

Και ήρθε ένας άλλος μεγάλος σταθμός στη ζωή τους –πήραν την απόφαση να αφήσουν το νησί όπου δημιούργησαν την οικογένειά τους και να επιστρέψουν στον τόπο γέννησης και καταγωγής του Νίκου, αλλά και του πατέρα της Χριστίνας, του κυρ Βαγγέλη.

Ανάμεικτα τα συναισθήματα της Χριστίνας, καθώς άφηνε τον τόπο της, τους γονείς και τα αδέρφια της, τις σταθερές της, την ασφάλειά της, αλλά δεν δίστασε στιγμή – του άξιζε του Νίκου η επιστροφή στα μέρη του, εξάλλου και η ίδια δεν καταγόταν από εκεί, λόγω του πατέρα της; Θα αντιστρέφονταν, λοιπόν, οι ρόλοι – ήταν καιρός.

Και έφτιαξαν σιγά-σιγά τη βάση τους, με τη βοήθεια των δικών τους ανθρώπων , και πήγαν τα παιδιά στο νέο σχολείο –εξάλλου, δεν ήταν ξένοι, ήταν και δικό τους χωριό –  και η ζωή συνεχίστηκε.

Λίγο καιρό, ωστόσο, μετά τη μετακόμισή τους και η μοίρα έφερε στον δρόμο τους ένα ακόμη πλήγμα. Η πεθερά της Χριστίνας αρρώστησε βαριά, με την επάρατο, καταδικασμένη. Και έπεσε στους ώμους της Χριστίνας η φροντίδα της, καθώς ο πεθερός της ήταν αμήχανος, και η οικογένεια του κουνιάδου της δεκάδες χιλιόμετρα μακριά.

Και η Χριστίνα την φρόντισε, με όλες τις δυνάμεις της και, όσο της επιτρεπόταν – νύφη ήταν, δεν ήταν κόρη, να πάρει αποφάσεις. Και της παραστάθηκε σαν να ήταν μάνα της, ή καλύτερα και από μάνα, και έβαλε στην άκρη τυχόν υπόνοιες ή σκέψεις ότι η πεθερά της στην αρχή δεν την θεωρούσε και την καλύτερη επιλογή για τον Νίκο – τα ξέχασε όλα, και μαζί με τη δική της μικρή οικογένεια., ανέλαβε ουσιαστικά και τα πεθερικά της, φροντίζοντας και παραστέκοντας.

Και όταν η πεθερά της «έφυγε», η Χριστίνα κλονίστηκε, επειδή την έζησε και την αγάπησε σαν μάνα, επειδή ήξερε πόσο αγαπούσε ο Νίκος τη μητέρα του και τα παιδιά της την γιαγιά τους, επειδή για χάρη της μετακόμισαν στο χωριό, επειδή  «έφυγε», πάνω που είχαν αρχίσει να καταλαβαίνουν η μία την άλλη, και απόμεινε χωρίς μια μητρική φιγούρα στο χωριό.

Και η ζωή συνεχίστηκε για την Χριστίνα, που συνέχιζε να κοιτά και να φροντίζει το σπίτι της και την οικογένειά της, αλλά και οποιονδήποτε της ζητούσε βοήθεια, όχι επειδή έπρεπε, μα επειδή το ήθελε. Και δεν ζήτησε ποτέ από τον Νίκο να γυρίσουν πίσω, στη δική της οικογένεια, στους δικούς της γονείς, που την είχαν κι αυτοί ανάγκη, στα δικά της μέρη. Όσο κι αν της πέρναγε από το μυαλό, όσο κι αν το σκεφτόταν σε στιγμές αδυναμίας – όχι, πήραν την απόφασή τους, έφτιαξαν το σπιτικό τους, θα συνεχίσουν τη ζωή τους. Υγεία να υπάρχει!

Και ήρθε το πλήγμα το πιο μεγάλο απ’ όλα. Έναν χρόνο μετά τον χαμό της πεθεράς της, ο Βαγγέλης, ο μικρός και συνάμα τόσο πολύτιμος μαχητής της, διαγνώστηκε με παιδικό καρκίνο και ο χρόνος σταμάτησε. Πού την βρήκε τη δύναμη η Χριστίνα, ακόμα αναρωτιέται.

Και εξετάσεις, και θεραπείες, και μετεγκατάσταση στην Αθήνα  – σε σπίτι, επειδή η Χριστίνα ήθελε να δώσει μια επίφαση κανονικότητας και να μην μείνουν σε ξενώνα. Και η οικογένεια χωρίστηκε στα δύο, με την Χριστίνα να ανησυχεί – να ανησυχεί για τον Βαγγέλη της, που έδινε την μάχη της ζωής του, να ανησυχεί για τον Νίκο και τον Θοδωρή που έμειναν πίσω στο οικογενειακό σπίτι, καθώς δεν ήθελε να διαταράξει, όσο γινόταν, τη ζωή του άλλου της παιδιού, να ανησυχεί για τους γονείς της, καθώς η μαμά της μετακόμισε στο χωριό του άντρα της, να προσέχει γαμπρό και εγγονό και άφησε πίσω τον κυρ Βαγγέλη, με την δική του υγεία επισφαλή, να τον προσέχουν τα άλλα του παιδιά. Μόνο για τη δική της υγεία δεν ανησυχούσε – φρόντιζε τον εαυτό της τόσο, ώστε να μην λείψει στον Βαγγέλη.

Αλλά η Χριστίνα εκεί, υπέμενε – ποτέ δεν εγκατέλειψε την πίστη, την ελπίδα ότι όλα θα πάνε καλά. Και αν κάποιες στιγμές λιποψυχούσε, το έκανε σιωπηρά και από μέσα της, όταν το αντράκι της αποκοιμιόταν στην αγκαλιά της και το κοίταζε να ανασαίνει κανονικά, και ήταν τόσο ευγνώμων για αυτή του την ανάσα, όπως ήταν ευγνώμων και για τον Νίκο και για τον Θοδωρή και για όλους τους δικούς της ανθρώπους, για τους οποίους θα έδινε όλες τις δικές της ανάσες, αρκεί να ήταν οι ίδιοι καλά.

Και έτρεχε και αγωνιζόταν ο Βαγγέλης ενάντια στο θεριό και στο πλάι του η Χριστίνα. Και οι εξετάσεις και οι θεραπείες συνεχίζονταν, και η οικογένεια ενωνόταν στις διακοπές, όταν έρχονταν ο Νίκος με τον Θοδωρή στην Αθήνα, και χωριζόταν κατόπιν και η ζωή συνεχιζόταν.

Και η Χριστίνα έμαθε πολλά… Γνώρισε γονείς και παιδιά που έρχονταν κι αυτοί καθημερινά σε αντιπαράθεση με το θεριό, παιδιά που κέρδισαν, αλλά και παιδιά που έχασαν τη μάχη… Είδε ποιοι την αγαπούν και ποιοι όχι. Και πάλευε, μαχόταν, μαζί με τον Βαγγέλη, και προσευχόταν και ευχόταν και πίστευε. Και είχε και στιγμές ανάπαυλας από τη μάχη, σαν κάθε πολεμιστή, με βόλτες, φαγητό, παιχνίδια, πάντα με τη σκέψη στο θεριό.

Και έταζε, και ευχόταν, και προσευχόταν και υποσχόταν.

Και πέρασε ένα εξάμηνο – ένα εξάμηνο κούρασης και αγωνίας, ελπίδας και προσευχής. Και οι γιατροί είπαν ότι το θεριό υποχώρησε – θα συνέχιζαν κάποιες θεραπείες, αλλά στον τόπο τους πια. Θα επέστρεφαν στο σπίτι τους και θα επισκέπτονταν την Αθήνα, ανά κάποια χρονικά διαστήματα, για εξετάσεις, για να είναι σίγουροι.

Ήταν τόσο ευγνώμων η Χριστίνα! Επιτέλους, το παιδί της θα γύρναγε σπίτι του – και η ίδια, στον άντρα της, στο άλλο της παιδί. Και γύρισε, και συνέχισε τη ζωή της, όπως παλιά, αλλά τίποτα πια δεν ήταν το ίδιο – ο φόβος υπήρχε, αλλά δεν θα τον άφηνε να κυριαρχήσει, επειδή πια, το ήξερε, ο Βαγγελάκης της ήταν μαχητής, ήταν ΝΙΚΗΤΗΣ.

Το ήξερε εδώ και χρόνια, από την μέρα που τον γέννησε, ότι ο Βαγγέλης ήταν ήρωας – το είδε και στην τελευταία, αυτήν την τόσο μεγάλη, περιπέτειά του, την οποία υπέμενε αγόγγυστα, χωρίς παράπονο και αυτολύπηση.

Αυτό που δεν καταλάβαινε, που δεν αναγνώριζε η Χριστίνα, ήταν ότι δεν ήταν τυχαίο που ο Βαγγελάκης ήταν ήρωας, ο ΔΙΚΟΣ ΤΗΣ ήρωας. Βλέπεις, ο ηρωισμός ήταν κληρονομικός.

Εύχομαι η Χριστίνα να ζήσει ως τα βαθιά γεράματα, στο πλάι του Νίκου της, καμαρώνοντας τους γιούς της, να είναι υγιείς και ευτυχισμένοι..  Γιατί, στην τελική, αυτό δεν θέλουμε όλοι; ΥΓΕΙΑ.

Ζυγός σε ανισορροπία

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *