Στέκονταν αριστερά του γαμπρού και τον καμάρωνε. Τι όμορφο άντρα είχε μεγαλώσει. Και με ποσό κόπο.

Σαν χθες ήταν που κόντεψε να τον χάσει τριών ημερών λεχούδι. Οι γιατροί ήταν απόλυτοι. Πνευμονικό οίδημα. Θέμα ωρών η επιβίωση του. Τρελάθηκε η Μαρία. Έχασε το μυαλό της. Έκλαιγε και ούρλιαζε. Τους έδιωξε όλους από το δωμάτιο να το θηλάσει. Να μην φύγει πεινασμένο, έλεγε. Κι έκατσε η δόλια φρεσκομάνα ώρες ατέλειωτες και θήλαζε, θήλαζε μέχρι που μάτωσαν οι ρώγες της. Κι έκλαιγε και του μιλούσε… Λατρεία και πόνος σε μια αγκαλιά. Μέχρι που μελάνιασε ο μπέμπης κι είπε πως ήρθε το τέλος. Πνιγόταν το παιδί, μπήκαν μέσα οι γιατροί και της το άρπαξαν από τα χέρια. Σηκωτή την πήραν από πάνω του για να του δώσουν τις πρώτες βοήθειες. Και τότε έγινε το θαύμα. Άρχισε να βγάζει από παντού εμετούς ο μικρός και να χτυπιέται ολόκληρο. Έβγαλε όλο το γάλα και το αίμα της μητρός του μαζί με όλο το υγρό από τα πνευμόνια του. Άλλη ιατρική τότε. Άλλες εποχές. Μίλησαν για επιστήμη, μίλησαν για θαύμα, μίλησαν για τύχη, μίλησαν για τον θεό, για την δύναμη της μάνας… Βούιξε το χωριουδάκι τους για το παιδί θαύμα. Σημασία δεν τους έδωσε. Το ζήτημα ήταν πως ο γιος της έζησε. Και η Μαρία έπεσε πάνω του ολόκληρη.

Έβηχε ο Μιχαλάκης κι έτρεχε στην Αθήνα στους καλύτερους γιατρούς. Χτύπαγε τα γόνατα ο Μιχαλάκης και μάτωνε η Μαρία. Έκλαιγε ο Μιχαλάκης κι έτρεχε να ικανοποιήσει τα καπρίτσια του η μάνα.

Ο κυρ Λάμπρος, ο άντρας της, αν και στην αρχή καταλάβαινε τον φόβο της κι έκανε υπομονή σαν πάτησε τα δεκατρία άσκησε βέτο.
«Δεν είναι φυσιολογικό βρε Μαρία. Μαζί του κοιμάσαι, μαζί του ξυπνάς, ως κι έξω από το σχολείο τον περιμένεις. Βλαμμένο θα το κανείς το παιδί. Η θα κοιμάσαι στο κρεβάτι μας και θα φέρεσαι φυσιολογικά ή θα επιβάλλω με το ζόρι την τάξη. Τ’ακους;»

Έγινε άγριο θηρίο η Μαριώ. Του είπε πως εκείνη μωρό παιδί μόνο του δεν το αφήνει. Κι αν δεν του αρέσει να φύγει από το σπιτικό τους. Ακούς εκεί δεκατριών χρόνων μωρό να κυκλοφορεί μόνο του.

Κάθε μέρα ο ίδιος καβγάς μέχρι που ο Λάμπρος δεν άντεξε άλλο κι έφυγε στην πολυθρόνα του. Ανακοπή είπαν οι ειδικοί.

Κι έμεινε η Μαρία με το «μωρό» μοναχή αλλά δεν την ένοιαζε. Μονάχη ένιωθε και πρώτα, έτσι κι αλλιώς.

Κι έτσι πέρασαν τα χρόνια κι άρχισε το μωρό να αντρεύει και να θέλει και φίλους και δουλειά. Τον έστειλε η μάνα του να βοηθά τον Κυρ Παντελή στο καφενείο. Για σπουδές ούτε λόγος. Θα έπρεπε να φύγει μακριά το παιδί κι είναι ασθενικό . Δεν γινόταν μακριά από την μάνα.

Λίγες ώρες έτσι για να νιώθει κι εκείνος ότι προσφέρει. Και παράπονο δεν είχε. Όλα κι όλα. Με τον πρώτο του μισθό πήγε και της πήρε ένα μίξερ. Να μην πονάνε τα χέρια της στο ζύμωμα. Αμέ! Τέτοιο παλικάρι σεβαστικό μεγάλωνε. Κι εκείνη όμως τον φρόντιζε. Τρεις καφέδες την ημέρες πήγαινε κι αγόραζε και μια του πήγαινε κανένα γλυκάκι, μια κανένα φαγάκι. Φοβόταν έτσι που ήταν ασθενικός από μωρό.

Ώσπου μια μέρα της έφερε γυναίκα. Μια ψηλή, όμορφη. Αλλά δεν έκατσε μαζί του πολύ. Στις δέκα μέρες χώρισαν. Άγνωστος ο λόγος. Έπεσε στα πατώματα ο Μιχάλης. Κι η Μαρία βράχος εκεί στο πλάι του να τον παρηγορεί.
«Σώπα Γιόκα μου και δεν ήταν για σένα τούτη. Είναι δυνατόν να εξαφανιστεί χωρίς να σου πει που πάει; Αγάπη ήταν αυτή; Μόνο η μάνα αγαπάει σωστά γιε μου, μην κλαις και με σπαράζεις.»

Μετά πέρασαν κι άλλες δυο τρεις μα δεν του έκαναν. Γρήγορα τις ξαπόστελνε. Μα είχε και φύλακα άγγελο την μάνα του. Ποια να την ανταγωνιστεί;
Και να τώρα τον καμαρώνει γαμπρό δίπλα στην νυφούλα της. Όμορφο, ψηλό, γεροδεμένο παλικάρι με περίσσεια αγάπη μέσα του.

Βούρκωσε από περηφάνια η καρδιά της μάνας. Αν και κατά την γνώμη της νωρίς παντρεύτηκε, μόλις τριάντα εννιά χρόνων αλλά δεν βαριέσαι. Η μικρός-μικρός παντρέψου η μικρός καλογερέψου έλεγαν οι σοφοί.

Αμέσως μετά την τελετή το ζευγάρι θα έφευγε πέντε μέρες ταξίδι του μέλιτος. Κι όταν γύριζε, όλα τα είχε φροντίσει η Μαρία.
Θα τους περίμενε στο σπιτικό τους να τους φτιάξει κι ένα φαγάκι. Να είναι καθαρά και περιποιημένα. Α όλα κι όλα. Έτσι ήρεμα και ζεστά όπως έφυγε κι ο άντρας της ήθελε να φύγει κι η νυφούλα της. Και να είναι κοντά για να παρηγορήσει το παιδί της. Είναι κι ασθενικό…