Ο αστυνόμος Μαντάς περπάταγε με τα χέρια στις τσέπες του παλτού του. Μέσα Δεκέμβρη και το κρύο δυνατό. Είχε πάει σε μια συγκέντρωση για να αποχαιρετήσει ένα παλιό φίλο που έφυγε. Κάτι σαν μνημόσυνο σε μπαρ. Αξημέρωτα του τηλεφώνησαν από την υπηρεσία. Μια γυναίκα βρέθηκε μαχαιρωμένη στο σχολείο που δούλευε καθαρίστρια. Ο αστυνόμος
σηκώθηκε από το κρεβάτι με βαρύ κεφάλι. Έφτιαξε καφέ και άναψε το πρώτο τσιγάρο της μέρας. Στο πάρκινγκ του σχολείου τον περίμενε ο βοηθός του.
-Καλημέρα αρχιφύλακα,τι έχουμε εδώ;
-Φόνο κύριε αστυνόμε. Η καθαρίστρια βρέθηκε από τον επιστάτη μαχαιρωμένη. Βρήκε την κοπέλα στο διάδρομο. Νόμιζε ότι ήταν λιπόθυμη,μέχρι που είδε τα αίματα στο φόρεμα της. Ειδοποίησε τον διευθυντή του σχολείου και μετά εμάς.
-Έμαθες τίποτα για το θύμα;
-Μαίρη Γκόνη τη λέγανε. Γύρω στα τριάντα. Ανύπαντρη, ζούσε με τη μάνα της και την αδερφή της.

Προχώρησαν και την είδαν όπως ήταν πεσμένη δίπλα στους κουβάδες και τις σφουγγαρίστρες. Με κιμωλία είχε σχεδιαστεί το περίγραμμα του κορμιού της. Μακριά κόκκινα μαλλιά κρύβανε το πρόσωπο. Φορούσε μπλε ποδιά με ένα σκουροκόκκινο λεκέ στη κοιλιά. Ο Μαντάς είχε δει πολλά πτώματα αλλά πάντα ένιωθε το ίδιο σφίξιμο στο στομάχι. Μετά πήγε στο γραφείο της διεύθυνσης. Ο διευθυντής θεολόγος, εξηντάρης. Του Μαντά του θύμισε κάτι αυστηρούς, στρυφνούς καθηγητές που είχε στο σχολείο.
-Κύριε αστυνόμε είμαι υπεύθυνος για την απρόσκοπτη λειτουργία του σχολείου, ήταν οι πρώτες του λέξεις.
-Σε αυτό το χώρο έγινε φόνος. Πέθανε ένας άνθρωπος και ενοχλείστε για τη λειτουργία του σχολείου;
-Την κοπέλα δεν την ήξερα προσωπικά. Δεν την θυμάμαι. Την βρήκα καταχωρημένη στο βιβλίο προσωπικού του σχολείου. Καθαρίστρια ήταν.

-Εκπλήσσομαι. Αν ήταν καθηγήτρια θα άλλαζε κάτι;
Ο διευθυντής δεν μίλησε.
-Η σήμανση θεωρεί αναγκαίο το κλείσιμο του σχολείου για δυο μέρες είπε ο αστυνόμος.
-Διαμαρτύρομαι, πλήττεται η φήμη του σχολείου για ένα θέμα που αφορά το κατώτερο προσωπικό.
-Κύριε, αυτή την ηθική διδάσκετε στους μαθητές σας;

Ο αστυνόμος βγήκε από το γραφείο χτυπώντας πίσω του την πόρτα.

Φασαρία ακουγόταν από τα γραφεία των καθηγητών. Ένας νεαρός καθηγητής ζητούσε να παρευρίσκεται στην έρευνα του γραφείου του. Ο Μαντάς τον διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα. Το χειρότερο που είχε να αντιμετωπίσει ήταν η αναγγελία του θανάτου στους άμεσους συγγενείς. Όταν αναλάμβανε μια υπόθεση το έκανε πάντοτε ο ίδιος.
Η γριά κυρία όταν τον άκουσε να λέει ότι ήταν από την αστυνομία ρώτησε ταραγμένη:
-Συνέβη κάτι στη Μαίρη; Έχει αργήσει να έρθει από τη δουλειά και ανησυχούμε.
-Είστε μόνη;
-Όχι είναι και η κόρη μου εδώ.

Ένα κορίτσι γύρω στα είκοσι ήρθε δίπλα της.
Ο Μαντάς με συντομία είπε τι είχε συμβεί.
Οι δυο γυναίκες ξέσπασαν σε κλάματα. Θεωρούσαν απίστευτο ότι κάποιος έκανε κακό στη Μαίρη. Ένα κορίτσι που μετά τον θάνατο του πατέρα του δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ για να συντηρήσει τη μάνα και την αδελφή της. Στην ερώτηση αν υπήρχε κάποιος άντρας στη ζωή της απάντησε η αδελφή της αρνητικά. Πριν τρεις μήνες η Μαίρη έπιασε δουλειά στο σχολείο . Περιστασιακά δούλευε σε σπίτια σαν καθαρίστρια και πρόσεχε παιδάκια. Ήταν κλειστός άνθρωπος και δεν είχε φίλες. Τις τελευταίες μέρες έδειχνε στεναχωρημένη αλλά δεν ξέραν γιατί. Φεύγοντας τις διαβεβαίωσε ότι θα έκανε ότι μπορούσε να βρει τον ένοχο.

Είχαν σύσκεψη στα γραφεία της αστυνομίας. Η πιθανότητα της διάρρηξης αποκλείσθηκε. Η αναφορά από το γραφείο του ιατροδικαστή δημιούργησε έκπληξη. Εκτός από το προφανές ότι οι μαχαιριές στη κοιλιά φέραν το θάνατο, το νέο στοιχείο ήταν ότι η κοπέλα ήταν έγκυος. Η οικογένεια περιέγραφε μια κοπέλα με ανύπαρκτη προσωπική ζωή. Όμως εκείνη περίμενε παιδί. Η έρευνα έπρεπε να κατευθυνθεί στην προσωπική της ζωή. Πάρθηκαν καταθέσεις από όλους τους εργαζόμενους. Οι περισσότεροι δεν την γνώριζαν. Κάποιοι την θυμόντουσαν λόγω των κόκκινων μαλλιών της. Ο Μαντάς επισκέφτηκε προσωπικά τα σπίτια που εργαζόταν η Μαίρη. Μια συνταξιούχος δασκάλα έμενε στο πρώτο σπίτι που πήγε. Η Μαίρη της έβαζε μπουγάδα και έκανε τα ψώνια. Ο μόνος αρσενικός σε αυτό το σπίτι ήταν ένας Σιαμέζος γάτος.

Στο δεύτερο σπίτι ένα νεαρό ζευγάρι καθηγητών άφηνε το μωράκι του στη φροντίδα της Μαίρης ένα βράδυ την εβδομάδα.
Στο τρίτο σπίτι έμενε ο νεαρός καθηγητής που γνώρισε στο σχολείο νωρίτερα. Του καθάριζε το σπίτι δυο φορές την εβδομάδα.
-Η σχέση σας ήταν μόνο επαγγελματική; τον ρώτησε ο αστυνόμος.
-Και βέβαια, τι άλλο μπορούσε να ήταν;
-Αυτό το ξέρετε εσείς.
-Μιλάτε σοβαρά κύριε αστυνόμε;
-Τέλος πάντων που ήσασταν το βράδυ που πέθανε η Μαίρη;
-Εδώ και έβλεπα μια ταινία με ένα φίλο.
-Ο φίλος σας θα επιβεβαιώσει ενόρκως ότι ήσασταν μαζί;
-Και βέβαια αν και θα τον εμποδίσω να το κάνει. Μη με κοιτάτε έτσι. Είναι παντρεμένος και η
σχέση μας ήδη του έχει διαλύσει τη ζωή.

Ο Μαντάς ευχαρίστησε για τη συνεργασία και έφυγε αμήχανος με την γκάφα του.

Ολοκλήρωσε με τα σπίτια χωρίς να έχει κάνει βήμα στην έρευνα του. Τηλεφώνησε στην αδελφή της Μαίρη να ρωτήσει για παλιότερους εργοδότες. Του είπε ότι περιστασιακά είχε διάφορους εργοδότες. Με ένα ζευγάρι ειδικά είχε πολύ καλές σχέσεις. Εκείνοι της βρήκαν και τη δουλειά στο σχολείο. Δεν ήξερε για ποιο λόγο είχε σταματήσει να δουλεύει στο σπίτι τους. Το όνομα τους κάτι θύμιζε στον Μαντά. Του είπε ότι ήταν λογικό γιατί ήταν ο διευθυντής του σχολείου και η γυναίκα του. Την είχαν σαν παιδί τους, είπε, ειδικά εκείνος.

Ο διευθυντής είχε αρνηθεί ότι γνώριζε τη Μαίρη και είχε δείξει απάνθρωπη μέχρι περίεργη αδιαφορία για το γεγονός. Στην προσπάθεια του να κρυφτεί έγινε υπερβολικός.

Συνηθισμένη ιστορία,η έρευνα είχε τελειώσει, δεν υπήρχε τίποτα άλλο. Ο Μαντάς δεν πίστευε ότι θα είχε δυσκολία να αποσπάσει την ομολογία του διευθυντή. Έφτασε με περιπολικό στο σπίτι του. Άνοιξε ο ίδιος την πόρτα σαν να τον περίμενε. Ο αστυνόμος χωρίς να χαιρετίσει του είπε ότι συλλαμβάνεται για το φόνο της Μαίρης Γκόνη. Εκείνος κάτι ψέλλισε για την κοινωνική του θέση που κινδύνευε. Ακόμη και εκείνη τη στιγμή έβαζε την ανθρώπινη ζωή σε δεύτερη μοίρα. Ο Μαντάς του πέρασε χειροπέδες και τον έσπρωξε στην ανοικτή πόρτα του περιπολικού. Ζήτησε από τον αστυφύλακα να ανοίξει τη σειρήνα και κατευθύνθηκαν στο τμήμα.

Το χάπι για το στομάχι δεν βοήθησε τον αστυνόμο να ξεπεράσει την αηδία που ένοιωθε.

 

Όλγα Σωτηρακοπούλου