Α, ρε μάνα! Α, ρε μάνα! Που μαγείρευες τραγουδώντας όταν ήμουν μικρή, που φρόντιζες να μη λείπει τίποτα από το σπίτι, που διακοσμούσες κάθε γωνία με όλο το μεράκι του κόσμου, που κάνεις τα καλύτερα σουτζουκάκια και την καλύτερη τούρτα μόκα, που… (εντάξει, μάνα; φτάνει τώρα; το έκανα ξεκάθαρο στους αναγνώστες, ΔΕ ΦΤΑΙΣ ΕΣΥ.)

Όχι, παιδιά, αλήθεια. Δε φταίει εκείνη. Ίσως γεννήθηκα σε παράξενη συναστρία, ίσως υπάρχει κάποια εγκεφαλική σύναψη που έπρεπε να έχει γίνει και δεν έγινε ποτέ, δεν ξέρω τι να σας πω, πάντως.. η νοικοκυροσύνη κι εγώ, καμία σχέση.

Και καλά, άμα αρχίσω να γράφω το όνομά μου από τη σκόνη στα έπιπλα, θα πάρω ένα υγρό μαντιλάκι από αυτά που έχω στην τσάντα μου και θα καθαρίσω (ναι, μαντιλάκι, όχι ξεσκονόπανο, υγρό μαντιλάκι και πολύ είναι, είπαμε!). Εντάξει μωρέ, και μια σκουπίτσα ηλεκτρική, όταν θα αρχίσει να αλλάζει χρώμα το χαλί από την τρίχα της γάτας που έχει κάνει 56 στρώσεις, θα τη βάλω. Μην πάθουμε και ασφυξία, μην μπει και κάνας άνθρωπος και ξεφτιλιστούμε, τα σκέφτομαι όλα αυτά, όσο να πεις…

Α, και πλυντήριο! Βεβαίως, θα βάλω πλυντήριο! Άμα τελειώσουν οι χώροι στους οποίους μπορώ να εναποθέσω τα άπλυτα, άμα εξαφανιστούν όλες οι κάλτσες και άμα στην ντουλάπα μείνει μόνο ένα μπλουζάκι από την Α’ Δημοτικού που το έχω κρατήσει ενθύμιο, ΘΑ ΒΑΛΩ ΠΛΥΝΤΗΡΙΟ. ΚΑΙ ΘΑ ΤΟ ΑΠΛΩΣΩ ΚΙΟΛΑΣ. Όλα κι όλα, παιδιά, άμα ξεμείνουν τα ρούχα εκεί μέσα, την έβαψες, το ‘χω δοκιμάσει, έκανα να τα απλώσω 2, 3, 5 μερούλες και όταν τα έβγαλα, σκέφτηκα να τα πετάξω, χάλι μαύρο, ούτε να το θυμάμαι δε θέλω.

Στην έσχατη των εσχάτων, θα πλύνω και κάνα πιάτο. Μιλάμε για τον πάτο, όμως, εκεί που δεν υπάρχει πιο κάτω, μιλάμε για θλίψη βαθιά και μαύρη, πρέπει να μου έχει τάξει κανείς τον ουρανό με τ’ άστρα, για να μπω στον νεροχύτη, ΔΕ ΘΕΛΩ, ΔΕ Μ’ ΑΡΕΣΕΙ, ΚΑΤΕΒΑΖΩ ΚΑΤΙ ΜΟΥΤΡΑ ΑΠΟ ‘ΔΩ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ.
Το τάισμα της γάτας και το πότισμα της αλόης τα κάνω με χαρά. Ναι, σας βλέπω που χασκογελάτε, προφανώς και έχω αλόη που δε χρειάζεται συχνό πότισμα, σιγά μην είχα κανένα ευαίσθητο φυτό, έχουμε συναίσθηση της κατάστασής μας, δε χρειάζεται δούλεμα!

(Η γάτα επιβιώνει. Τη φροντίζουν και οι γειτόνισσες. Άλλο θέμα οι λατρεμένες γειτόνισσες, όμως, μην ξεφύγουμε τώρα.)

Κάπου εδώ, θα πρέπει να ακουμπήσω το επίμαχο θέμα, το «τζιζ», αυτό που αποφεύγω από την αρχή του κειμένου. Λέγεται ΜΑΓΕΙΡΕΜΑ. Ορίστε, το είπα.
Εγώ και το μαγείρεμα. Το μαγείρεμα κι εγώ. Οι γνώσεις μου για την αστρονομία είναι σαφώς περισσότερες απ’ ό,τι για το εν λόγω θέμα και σας το λέω με απόλυτη ειλικρίνεια.

Πήγα προχθές στο κρεοπωλείο. Πήρα 4 μπιφτέκια κοτόπουλου, 2 μπριζόλες μοσχαρίσιες και μισή ώρα από τη ζωή της γλυκύτατης κρεοπώλισσας που μου είπε φεύγοντας να περάσω να της πω πώς πήγε το εγχείρημα. Πιο άσχετη πελάτισσα δε θα ‘χει δει η γυναίκα, μου είπε να μου δώσει 2 μπριζόλες, «βάλτε μου από αυτές», της λέω, «όχι, δίπλα είναι οι μπριζόλες», μου απαντάει, ανάθεμα κι αν ξέρω τι της έδειχνα, ντράπηκα να ρωτήσω, μπορεί και να ήταν στήθος κοτόπουλου ξέρω ‘γω.

Λίγο αργότερα, αποπειράθηκα να φτιάξω μια σούπα έτοιμη της Knorr. Δεν ήθελα, όμως να ακολουθήσω τις ΑΠΛΕΣ οδηγίες, οοοοόχι, αποφάσισα να προσθέσω λίγο ρύζι, δυο φλιτζανάκια έβαλα, πού να φανταστώ ότι το ρύζι θα καταπιεί όλη τη σούπα! Τέλος πάντων, βγήκε ένα ριζότο με γεύση κρεμμυδόσουπα, το έφαγα, γιατί το ονόμασα «γκουρμέ μαγειρική». Δεν έπαθα τίποτα, όλα καλά, συνόδεψα και το μπιφτέκι του κοτόπουλου που κατάφερα να μην κάψω, μεγάλη επιτυχία!

Δεν ξέρω, ίσως φταίει και το ότι πάω εμπειρικά με την εμπειρία που δεν έχω, πάω διαισθητικά ενώ δεν ξέρω πού μου πάνε τα τέσσερα, πάω γενικώς όπου με πάει η καρδιά, δημιουργικό πνεύμα σε όλα μου!

Μάνα, σε βλέπω, έχεις αλλάξει 15 χρώματα, «τίποτα άλλο δεν είχες να γράψεις βρε κοριτσάκι μου, ρόμπες στο πανελλήνιο έπρεπε να γίνουμε;;;», εντάξει, σταματάω, μην κάνεις έτσι!

Άμα δεν μπορείς να κάνεις το τραπέζι, μπορείς πάντα να… προσφέρεις λίγο γέλιο στον κόσμο!!!
(Και άμα σας περισσεύει καμιά σπιτική μερίδα φαγητό, δε θέλω να το σκεφτείτε, θα χαρώ να σας πω άποψη, έτσι;;;)