8.15 και ήδη ήταν στο γνωστό καφέ, θα έκανε όπως συνήθιζε 3 τσιγάρα και ακριβώς στις 8.30 θα έφευγε για να πάει στην δουλειά της. Στις 12 θα έκανε ένα διάλειμμα για να τσιμπήσει κάτι και στις 4 θα επέστρεφε σπίτι της. Σήμερα ήταν Τετάρτη και όπως κάθε Τετάρτη είχε μάθημα αγγειοπλαστικής.

Εκείνος είχε μάθει το πρόγραμμα της με κάθε λεπτομέρεια αφού εδώ και 2 μήνες περίπου είχε γίνει η σκιά της. Δεν το ήθελε, δεν το είχε ξανά κάνει ποτέ στην ζωή του κάτι τέτοιο. Ήθελε αρχικά απλά και μόνο να την δει και μέσω αυτής να μάθει ίσως κάτι παραπάνω. Δεν ήξερε βέβαια ούτε ο ίδιος τι ήταν αυτό που ήθελε να μάθει. Τα πράγματα στην πορεία πήραν άλλη τροπή απ’ αυτήν που περίμενε και έτσι βρίσκεται ακόμη μια μέρα να την παρακολουθεί σε κάθε της βήμα.
Σε λίγο καιρό θα άρχιζε πάλι να δουλεύει, ήταν ήδη πολύ καλύτερα και έτοιμος να επιστρέψει στα καθήκοντα του. Το ότι είχε άπλετο ελεύθερο χρόνο τον βοηθούσε να βρίσκεται συνεχώς δίπλα της.

Του ήταν πολύ εύκολο λόγο της ιδιότητας του να βρει τον φάκελο με τα στοιχεία τους. Του βγήκε αυθόρμητα όταν στιγμιαία του μπήκε η ιδέα να βρει τον φάκελο και ας ήξερε ότι αυτό ήταν ιδεολογικά μη επιτρεπτό.

Όλα ξεκίνησαν πριν δύο μήνες όταν βρέθηκε ένα πρωινό έξω από το σπίτι τους. Όταν την είδε να βγαίνει με εκείνο το μαύρο αέρινο φόρεμα με τα μαύρα της μαλλιά να πέφτουν άτακτα πάνω στο πρόσωπο της, μαγεύτηκε. Δεν ήταν πρώτη φορά που έβλεπε ωραία γυναίκα, ίσα ίσα είχε βρεθεί με πολλές και ίσως πολύ καλύτερες. Αυτή η αδιόρατη μελαγχολία στο βλέμμα της τον έδεσε με ένα μοναδικό τρόπο. Από τότε του έγινε καθημερινή συνήθεια να την παρακολουθεί και να την παρατηρεί. Κάποιες φορές βρέθηκε νωρίτερα από εκείνη στο καφέ με την πρόθεση να της μιλήσει αλλά τελευταία στιγμή το μετάνιωνε. Άλλωστε τι θα μπορούσε να της πει;
Απορροφημένος στις σκέψεις του μέσα στο αυτοκίνητο του δεν την είδε που πλησίασε. Άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και βρέθηκε δίπλα του σαν άγριο ζώο έτοιμο για επίθεση.
– Λοιπόν, θα μου πεις για ποιο λόγο με παρακολουθείς;
Τα έχασε, έπρεπε αμέσως να βρει μια δικαιολογία που θα ήταν πιστευτή.
– Είμαι γιατρός ονομάζομαι Στέλιος Εμμανουηλίδης και σε είδα πριν καιρό στο νοσοκομείο. Μου έκανες τρομερή εντύπωση και ήθελα απλώς να σε γνωρίσω. Το ξέρω πως ο τρόπος μου ήταν κάπως ανορθόδοξος αλλά δεν βρήκα το θάρρος να σου μιλήσω.
– Ξέρω πως ονομάζεσαι και ότι είσαι γιατρός, έκανα και εγώ την έρευνα μου. Σκέφτηκα ότι ένας γιατρός σώζει ζωές δεν αφαιρεί γι αυτό και μπήκα στο αυτοκίνητο σου με τόση άνεση.
Αυτό που του είπε, του φάνηκε αστείο και αυθόρμητα έβαλε τα γέλια. Στη συνέχεια γέλασε και αυτή και μεμιάς έσπασε ο πάγος της αμηχανίας.
Βρέθηκαν να συζητάνε αρκετή ώρα στο αυτοκίνητο μέχρι που το αίσθημα της πείνας αφύπνισε και τους δύο. Η συζήτηση τους συνεχίστηκε σε μια ταβέρνα εκεί κοντά δίπλα στο εργαστήριο της αγγειοπλαστικής.

Οι δύο τους ξεκίνησαν μια όμορφη φιλία και τα έλεγαν συχνά. Υπήρχε το ερωτικό στοιχείο και η έλξη στην σχέση αυτή αλλά δεν ήταν έτοιμοι να περάσουν στο επόμενο στάδιο.

Η Αγνή είχε χάσει τον άντρα της πριν λίγο καιρό ο οποίος ήταν κλινικά νεκρός για αρκετούς μήνες μετά από ένα ατύχημα με μηχανή. Ο Στέλιος ανάρρωνε από ένα δύσκολο χειρουργείο πριν αναλάβει ξανά τα καθήκοντα του σαν γιατρός. Είχαν πει τα πάντα ο ένας για την ζωή του άλλου αλλά και οι δύο κρατούσαν ένα καλά κρυμμένο μυστικό.

Πιασμένοι χέρι χέρι απολάμβαναν έναν περίπατο στην παραλία βλέποντας το ηλιοβασίλεμα. Μια μέλισσα μπήκε στο οπτικό πεδίο του Στέλιου και με το χέρι του έκανε να την διώξει. Η Αγνή στην αιφνίδια κίνηση του χεριού του κάλυψε έντρομη το πρόσωπο της. Η αντίδραση της αυτή πυροδότησε άθελα της την ανακάλυψη του μυστικού της.

Η Αγνή ήταν θύμα ενδοοικογενειακής βίας. Ο άντρας της την χτυπούσε βάναυσα αρκετά χρόνια χωρίς ουσιαστικό λόγο. Όταν έπαθε το ατύχημα σχεδόν ένιωσε ανακούφιση και στο προσκέφαλο του παρακαλούσε να μην συνέλθει ποτέ. Οι γιατροί δεν της έδιναν καμία ελπίδα στο να συνέλθει και της έκαναν λόγο για την δωρεά οργάνων, αν και εφόσον το επιθυμούσε. Το σκέφτηκε πολύ και πίστευε ότι αυτό θα ήταν το σωστό. Τουλάχιστον θα μπορούσε να κάνει κάτι καλό αυτός ο κακός και δύστροπος άντρας έστω και παρά την θέληση του. Την τελική απόφαση την πήρε όταν ένα βράδυ τα βλέφαρα του άνοιξαν και την κοίταξε. Ήταν ένας απλός μυϊκός σπασμός και όχι κάποιο σημείο βελτίωσης όπως της είπαν οι γιατροί. Το γεγονός όμως ότι θα μπορούσε να συνέλθει ήταν η προτροπή να υπογράψει τα χαρτιά της δωρεάς.

Τα είχε περιγράψει όλα με μια ανάσα στον Στέλιο που την κρατούσε στην αγκαλιά του, σκουπίζοντας τα δάκρυα της.
– Λοιπόν, πιστεύεις ότι έκανα το σωστό; Σαν γιατρός και σαν άνθρωπος νομίζεις ότι η καρδία του στο νέο σώμα που θα την φιλοξενήσει θα είναι καλή; Θα μπορεί αυτή η καρδία να αγαπήσει;
– Όχι μόνο το πιστεύω, αλλά είμαι σίγουρος Αγνή μου της είπε και άνοιξε το πουκάμισο του. Πήρε το χέρι της και το ακούμπησε απαλά πάνω στην τομή που υπήρχε στο σημείο της καρδιάς του.