Ο Μάνος είχε καθίσει πάνω στην ψιλή άμμο, με κλειστά τα μάτια, αφήνοντας τον ήχο των κυμάτων να γεμίσει το μυαλό του. Πρώτη φορά στη ζωή του ένιωθε τέτοια ηρεμία, τέτοια γαλήνη. Χωρίς τη βασανιστική ανάγκη του να ολοκληρώσει μία τριάδα. Να βρει τα άτομα που θα καλύψουν το κενό του, που θα κλείσουν τον κύκλο που τόσο επίμονα κυνηγούσε σε όλη του τη ζωή.
Δεν υπήρχε πλέον αυτή η ανάγκη. Ο λόγος ήταν η φιγούρα που τον πλησίαζε από μακριά κι η οποία του χάριζε ένα τεράστιο χαμόγελο.
«Μπαμπά, τι κάνεις εκεί στην άμμο μόνος σου;»
Η φωνή της κόρης του έσπασε την ηρεμία των κυμάτων. Την καλωσόρισε και της ζήτησε να κάτσει δίπλα του. Εκείνη υπάκουσε κι ο Μάνος έπιασε τρεις πέτρες που είχε βρει νωρίτερα, κάτασπρες, ολοστρόγγυλες και τις άφησε μπροστά της.
«Κόρη μου, ήρθε ο καιρός να σου πω μία ιστορία. Θα μου κάνεις την τιμή να την ακούσεις;»
Σπάνια της έλεγε ιστορίες ο πατέρας της. Δεν θα έχανε τέτοια ευκαιρία.
Του έγνεψε θετικά κι ο Μάνος ξεκίνησε.

***

Ο Μάνος δεν άντεχε αν δεν ολοκλήρωνε μία τριάδα στη ζωή του. Από μικρός ήθελε τρία παιχνίδια για να μπορέσει να χαμογελάσει και να πει ευχαριστώ στους γονείς του. Δεν άντεχε να έχει μόνο έναν φίλο, αναζητούσε έναν τρίτο για να νιώσει ασφαλής. Δεν μπορούσε να είναι μόνο με την μητέρα ή τον πατέρα του, ήθελε και τους δύο. Οι γονείς του δεν είχαν δώσει πολλή σημασία στην παραξενιά του γιου τους, θεώρησαν ότι είναι καπρίτσια ενός μικρού παιδιού.
Στην πορεία το πράγμα όμως σοβάρεψε κι η παραξενιά του αυτή εκδηλώθηκε σε ψύχωση. Δεν μπορούσε να κρατήσει σχέση γιατί πάντα ήθελε να βρίσκεται σε παρέα που θα υπάρχει κι άλλο άτομο. Δεν είχε “κολλητό” ή “κολλητή” γιατί δεν δενόταν μόνο με έναν. Η ψύχωση αυτή προχώρησε και σε λιγότερο σημαντικά πράγματα. Ζούσε σε σπίτι που είχε τουλάχιστον τρία δωμάτια, έκανε τρία βήματα, σταματούσε, ξεκινούσε πάλι. Έπινε τρία ποτά όταν έβγαινε έξω, τρεις καφέδες για να βγάλει τη μέρα στο γραφείο.
Ο Μάνος είχε αποδεχθεί αυτήν την ιδιαιτερότητά του χωρίς να γνωρίζει πόσο τον επηρέαζε στην κοινωνική και προσωπική του ζωή. Ώσπου μία ημέρα γνώρισε την Άννα. Μία γυναίκα που τον έκανε να τρίβει συνέχεια τα μάτια του και να τσιμπιέται για να είναι σίγουρος ότι δεν ονειρεύεται. Η Άννα ήταν η μοναδική που του γέμιζε το κενό της τριάδας χωρίς να αναζητεί άλλο πρόσωπο.
Της είχε εξηγήσει την εμμονή του κι εκείνη έδειχνε να το καταλαβαίνει αφού το μόνο που έκανε ήταν να χαϊδεύει το μάγουλό του και να του λέει «Εγώ είμαι εδώ για να καλύψω οποιαδήποτε ανάγκη έχεις».

Ο τροχός της ζωής τους κύλησε, έτρεξε, το σανίδωσε στην κατηφόρα κι ο Μάνος με την Άννα αφέθηκαν να παρασυρθούν. Αρραβωνιάστηκαν και παντρεύτηκαν σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα κι η ανάγκη του Μάνου για να ολοκληρώσει μία τελευταία τριάδα στη ζωή του εκπληρώθηκε όταν ήρθε η κόρη τους, η Νίκη. Εκείνο το κλαψιάρικο, σγουρομάλλικο και με τεράστια μάγουλα κοριτσάκι άλλαξε τη ζωή του Μάνου. Έδωσε μία υπόσχεση στον εαυτό του ότι δε θα ξαναγίνει θύμα της εμμονής του, δεν χρειάζεται άλλη τριάδα για να μπορέσει να συνεχίσει, είχε την τέλεια μπροστά του.

Όπως όλα τα πράγματα στη ζωή, όμως, όπου δίνεις υποσχέσεις στον εαυτό σου κι αυτές πέφτουν κούφιες σ’ ένα τεράστιο πηγάδι, έτσι κι αυτή του Μάνου δεν κράτησε πολύ. Η Άννα αρρώστησε βαριά, το πάλεψε για καιρό αλλά στο τέλος ο θάνατος υπερίσχυσε. Όσο γρήγορα και με τέρμα τα γκάζια είχαν φτιάξει τη ζωή τους, τόσο γρήγορα ήρθε το φρένο και τους τα πήρε όλα.
Ο Μάνος καθόταν πάνω από τον τάφο της γυναίκας του και χτυπούσε με μανία το κρύο μάρμαρο που του είχε διαλύσει την σημαντικότερη τριάδα της ζωής του.
Από τότε έγινε και πατέρας και μάνα για την κόρη του. Το κενό που ζητούσε επίμονα από άλλους να του καλύψουν στο παρελθόν, αποφάσισε να το καλύψει ο ίδιος για την μοναδική γυναίκα, πλέον, της ζωής του. Προσπάθησε αρκετές φορές να ξαναφτιάξει αυτήν την τριάδα αλλά το τρίγωνο πια είχε σπάσει. Οι πλευρές δε θα ήταν ποτέ οι ίδιες, οι γωνίες επίσης.
Όταν η Νίκη μεγάλωσε και σπούδασε, ο Μάνος αποφάσισε ότι έπρεπε να αφήσει πίσω ψυχαναγκασμούς, εμμονές και ιδιαιτερότητες. Αν δεν μπορούσε να βρει την τέλεια τριάδα τότε θα έπρεπε να σπάσει το μοτίβο και να φτιάξει μία τέλεια ευθεία.

***

Ο ήλιος είχε αρχίσει την κάθοδο του προς τα βάθη του ορίζοντα. Η Νίκη άκουγε με ενδιαφέρον όλη την ιστορία της ζωής του πατέρα και της μητέρας της, πράγματα που γνώριζε, πράγματα που δεν γνώριζε ή είχε ακούσει πολύ περιληπτικά.
«Μπαμπά, είναι πολύ ωραία όλα αυτά – ακόμα και τα δυσάρεστα – γιατί μου τα λες όμως; Και γιατί εδώ;»
Ο Μάνος είχε σχηματίσει ένα νοητό τρίγωνο στην άμμο, με τις λευκές πέτρες που είχε μαζέψει για κορυφές και με χαραγμένες γραμμές να τις ενώνουν.
«Κορίτσι μου, έχεις γίνει ολόκληρη γυναίκα πλέον. Σε μεγάλωσα όσο καλύτερα μπορούσε, όπως θα σε μεγάλωνε κι εκείνη κι είμαι σίγουρος ότι είναι περήφανη από εκεί ψηλά που σε βλέπει», της απάντησε κοιτώντας τη θάλασσα και το κύμα που άφριζε.
«Ναι, μα-»
«Σε παρακαλώ, μη με διακόπτεις. Όλη μου τη ζωή κυνηγούσα μία τέλεια τριάδα κι όταν την βρήκα, μου την πήραν μέσα από τα χέρια. Δεν μπορώ να αλλάξω αυτό που είμαι, δεν μπορώ να ζήσω προσποιούμενος ότι είμαι καλά. Πρέπει να συνεχίσεις τη ζωή σου απαλλαγμένη από τον ψυχαναγκασμό μου. Να τραβήξεις την δική σου ευθεία, να βασιστείς στον εαυτό σου, σε κανέναν άλλον. Να τραβήξεις μία ευθεία και να είναι μόνο ανοδική».
Η Νίκη σηκώθηκε όρθια. Κάτι στα λόγια του πατέρα της δεν της άρεσε καθόλου.
«Πάρε αυτές τις πέτρες. Κρύψε τις δύο, βαθιά στην καρδιά σου, και την τρίτη έχε την οδηγό για τη ζωή σου. Γίνε αυτό που ονειρεύτηκες και μην αφήσεις ποτέ κανέναν να σου πει ότι πρέπει να καλύψεις το «κενό» σου. Οι άνθρωποι δεν γεννιόμαστε κενοί. Μα γεμάτοι αγάπη και δύναμη».
Ο Μάνος της έδωσε τις πέτρες, την αγκάλιασε και την φίλησε γλυκά στο μέτωπο. Η Νίκη έμεινε ακίνητη κι αποσβολωμένη. Είδε τον πατέρα της να γυρνάει πλάτη, να βγάζει τα ρούχα του και να βουτάει στην αγριεμένη θάλασσα. Δεν είχε δύναμη να τον κυνηγήσει, να τον σταματήσει, καταλάβαινε ότι όλο αυτό το ήθελε πολύ καιρό, το αποζητούσε πολύ περισσότερο.
Κράτησε τις τρεις πέτρες σφιχτά, είδε τον πατέρα της να χάνεται στα βάθη της θάλασσας και τότε άφησε το πρώτο δάκρυ να κυλήσει.
«Καλή αντάμωση, πατέρα».