Ο πρωθυπουργός βρισκόταν στο γραφείο του στο δεύτερο όροφο του πατρογονικού του σπιτιού. Ήταν το ησυχαστήριό του, χωρίς υπολογιστές, χωρίς κινητά, μόνο βιβλία και πίνακες ζωγραφικής και παλιοί δίσκοι. Είχε αφήσει τη μπαλκονόπορτα ανοιχτή και το καλοκαιρινό βράδυ εισερχόταν σφυρίζοντας μοιρολόγια. Οι φρουροί του είχαν περικυκλώσει την κατοικία, άγρυπνοι και ετοιμοπόλεμοι. Η οικογένειά του είχε μείνει στην πρωτεύουσα.

Είχε πάρει έναν από τους παλιούς τόμους της βιβλιοθήκης του. Αφορούσε την ιστορία της χώρας, και πιο συγκεκριμένα την έκρυθμη ιστορία της παραλιακής πόλης όπου βρισκόταν τώρα. Εξακόσιες σελίδες παλιού χαρτιού, άρτια διατηρημένου, με ασπρόμαυρες εικόνες προσώπων της εποχής και της περιοχής όπως ήταν τότε. Σε μικρούς πίνακες αναφέρονταν μαρτυρίες επιζώντων και λογίων εκείνων των ταραγμένων χρόνων.

Το μελετούσε κάθε χρόνο τέτοια εποχή, οπότε και γίνονταν δεήσεις και λειτουργίες για τη μνήμη των σφαγών και της καταστροφής. Από κει που το εξήντα τα εκατό είχαν φύγει για την πρωτεύουσα και άλλες πόλεις, ξαφνικά όλοι γύριζαν πίσω. Κανείς δεν ξεχνούσε. Τα βιβλία της ιστορίας που είχαν στο σχολείο δε δίδασκαν ακριβώς την αλήθεια για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα, αλλά οι ντόπιοι, από γενιά σε γενιά, τα μετέφεραν ο ένας στον άλλο.

Το εγχειρίδιο που είχε μπροστά του ο πρωθυπουργός είχε γραφτεί από τον ίδιο. Είχε γεννηθεί και ζήσει σε αυτή την πόλη πολλά χρόνια. Ήξερε την ιστορία της απέξω και ανακατωτά. Κάθε χρόνο, στην επέτειο της φρίκης εκείνης, ερχόταν στην πατρίδα του για να την τιμήσει. Δεν ήταν ο καλύτερος πρωθυπουργός της χώρας, αλλά όχι και ο χειρότερος. Είχε κάνει μερικά τολμηρά βήματα κατά των ξένων γραφειοκρατών που απαιτούσαν πράματα και θάματα από τη χώρα και πολλά ξένα μίντια, όπως και μερικά εγχώρια, τον κατακεραύνωναν. Δεν τον ένοιαζε. Οι πολίτες βασικά ήταν με το μέρος του.

Πήρε το βιβλίο και σηκώθηκε. Προχώρησε προς τη βεράντα. Φορούσε ένα απλό τζιν και ένα λευκό πουκάμισο, αλλά ένιωθε πως πνιγόταν. Οι φρουροί του του είχαν συστήσει να αποφύγει τις εξόδους, ειδικά όταν δεν ήταν κάποιος από αυτούς παρών, όμως ο πρωθυπουργός έπρεπε να βγει. Άκουσε το θρόισμα των δέντρων που επικοινωνούσαν μυστικά μεταξύ τους, κουτσομπολεύοντάς τον. Η θάλασσα ήταν γαλήνια, τα νερά της αβυσσαλέα. Πόσα πτώματα είχε γευτεί κάποτε, μόνο η ίδια ήξερε με ακρίβεια. Τα σπίτια της πόλης παραταγμένα μπροστά από την κατοικία του πρωθυπουργού σαν τείχος από στρατιώτες. Έκλεισε τα μάτια για λίγο και εισέπνευσε τον αλμυρό αέρα. Η πρωτεύουσα μπορεί να πρόσφερε χιλιάδες επιλογές και ανέσεις, αλλά της έλειπε αυτή εδώ η αίσθηση. Κάθισε στη μια καρέκλα και ακούμπησε το βιβλίο ανοιχτό στο τραπέζι δίπλα του. Πήρε το γυάλινο μπουκάλι με το παλιό κρασί και ένα από τα ποτήρια πάνω στο δίσκο και έβαλε και ήπιε.

Κάθε χρόνο αυτές τις μέρες ήταν μελαγχολικός. Οι κάμερες των μίντια απαθανάτιζαν έναν πρωθυπουργό που διέφερε από τους άλλους: για κάποιο λόγο, σε έκανε, θες δε θες, να πιστεύεις πως όντως κάτι τον βασάνιζε. Ότι δεν έπαιζε θέατρο, όπως οι προκάτοχοί του. Ακόμα και οι αντίπαλοί του το παραδέχονταν.

Ο πρωθυπουργός ήπιε άλλο ένα ποτήρι. Η μνήμη του πήρε τα ηνία. Έχοντας ως άξονα τη διάθεσή του, επανέφερε τις στιγμές εκείνες που είχαν καταγραφεί ανεξίτηλα και που τον περισσότερο καιρό έμεναν καταχωνιασμένα στο πιο απομακρυσμένο δωμάτιο του εσώτερου κάστρου του. Πήγε νοερά εκατό χρόνια πίσω.

Δάκρυα κύλησαν από τα θολά μάτια του. Οι κραυγές επέστρεψαν. Το αίμα πλημμύρισε τον ουρανό. Και τα κανόνια έβαλλαν και γκρέμιζαν την πόλη του. Τα άκουγε, ένα-ένα έριχναν. Ήταν πολλά. Είχαν αποκλείσει την πόλη, την ιδιαίτερη πατρίδα του τότε βασιλιά. Την τωρινή πατρίδα του πρωθυπουργού. Δεν τα είδε αμέσως, αλλά από το βάθος, από το πέλαγος, εμφανίστηκαν σκούνες και μπρίκια και γαλέρες. Τα πανιά τους λευκά, η σημαία τους μαύρη με ένα λευκό κρανίο να χαμογελάει σαρδόνια. Τα πλοία, όπως και τότε, απέκλεισαν το λιμάνι του νησιού. Ένα προς ένα, έστρεψαν τα πλαϊνά τους κανόνια προς την πόλη.

Μετά η νύχτα φλογίστηκε και η πλάση διεφθάρη.
Όπως τότε.

Ο πρωθυπουργός ένιωσε το οίκημα να κουνιέται. Μια, δυο, τρεις φορές. Άκουσε τζάμια να σπάνε, τοίχους να πέφτουν. Όπως τότε. Εκείνος άρχισε να ματώνει. Το σπίτι τον κρατούσε ζωντανό όλα αυτά τα χρόνια. Τότε το είχαν μισογκρεμίσει κι αυτός είχε μείνει μισοπεθαμένος. Το ξανάχτισε αργότερα και πήρε και ο ίδιος τα πάνω του.

Το κακό είχε βρει ξανά την πόλη του.
Φωνές αθώων σώπαιναν. Σειρήνες ήχησαν.

«Κύριε πρωθυπουργέ», φώναξε ο πιο έμπιστος φρουρός του. Άνοιξε την πόρτα του γραφείου με δύναμη και ήρθε στη βεράντα. «Ελάτε, πρέπει να φύγουμε. Δεχόμαστε επίθεση». Όταν είδε τα αίματα, αναφώνησε: «Χριστέ μου, τραυματιστήκατε!»
«Είναι αργά», είπε ο πρωθυπουργός και κοίταξε το ποτήρι του, όπου το πορφυρό κρασί είχε σκουρύνει περισσότερο από το κανονικό. «Περίμενα πολύ καιρό. Επιτέλους ήρθαν». Κατέβασε μονορούφι ό,τι είχε απομείνει, γευόμενος μαζί και το ίδιο του το αίμα, και διέταξε: «Φύγετε εσείς. Σωθείτε. Τώρα».
«Κύριε, πρέπει…»
«Φύγετε, είπα. Τώρα».
Ο φρουρός άκουσε μια οβίδα να περνάει δίπλα του και να βρίσκει τον τοίχο του γραφείου. «Κύριε, σας παρακαλώ».
«Πες στην οικογένειά μου πως τους αγαπάω. Και πως λυπάμαι πολύ».
Ο φρουρός έριξε μια τελευταία ματιά στον πρωθυπουργό και έφυγε.

Στο βάθος τώρα διακρίνονταν βάρκες να έρχονται προς την ακτή.

Ο πάλαι ποτέ κραταιός βασιλιάς και νυν πρωθυπουργός, άνθρωπος πάνω από εκατό ετών που όμως έμοιαζε με πενηντάρη, σηκώθηκε με κόπο από την καρέκλα του. Πήγε στο γραφείο νιώθοντας τα κόκαλά του να διαμαρτύρονται και άνοιξε το συρτάρι. Μέσα υπήρχε ένα γυάλινο κουτί. Το μαχαίρι που είχε κάποτε διατηρούνταν κι αυτό όπως ο πολεμιστής του. Σαν καινούργιο μέχρι πριν από λίγα λεπτά, αλλά πλέον άρχισε να σκουριάζει.
Το έβγαλε.
Έπειτα, άνοιξε τη ντουλάπα του και βρήκε την τότε στολή του. Την ενδύθηκε, κατέβηκε τις σκάλες και βγήκε έξω. Φωτιές έκαιγαν την πόλη και αυτοκίνητα απομακρύνονταν βιαστικά.

Άκουγε το σπίτι πίσω του να πέφτει. Ο ίδιος γονάτισε βογκώντας και φτύνοντας αίμα και δόντια, ενώ το αριστερό του χέρι μαράζωνε. Τα σωθικά του, όπως και η οικία του, καίγονταν.

Είδε τις φιγούρες που ξεπρόβαλλαν από τα στενά. Κράδαιναν χοντρά σπαθιά και χαμογελούσαν όπως ο σκελετός στη σημαία του πλοίου τους. Είχαν έρθει για τον τελευταίο κάτοικο εκείνης της νύχτας πριν από εκατό χρόνια. Ήταν καιρός να λυθεί η κατάρα του βασιλιά.

Ο πρωθυπουργός δεν άκουσε ποτέ την τελευταία ριπή των κανονιών, η οποία αποτέλειωσε το σπίτι.
Οι πειρατές πήραν τα λείψανα του νεκρού και κίνησαν προς τα καράβια τους, αδιαφορώντας για τους άλλους ανθρώπους.