Η Κυρά Λωξάντρα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

– Που πήγε ο φάκελος, που μπορεί να είναι;
– Εδώ στην ντουλάπα;
– Μήπως μαζί με τις κούτες αυτές;

Κούτες, τι κούτες είναι αυτές; Τι σαβούρες μπορεί να κρύβουν…
Ανοίγω μία…
Και βρίσκω μέσα μία ζωή! Κομμάτια της, από το βραχιολάκι του μαιευτηρίου μέχρι το ρολόι που φορούσε ως το τέλος ο πατέρας μου, το στρατιωτικό jokey με τους μήνες σχεδιασμένους επάνω και σβησμένους με μία χαρακιά, την προσκοπική ζώνη με τον μπερέ, ένα δύο μετάλλια από σχολικούς αγώνες, ένα αποξηραμένο τριαντάφυλλο, παλιά γράμματα και φωτογραφίες, δύο έπαινοι από το σχολείο.
Κι ένα πράσινο κομπολόι, που κουβαλάει μία ζεστή ανάμνηση, ένα δώρο ιδιαίτερο, από μία ιδιαίτερη και σημαντική γυναίκα, μία γυναίκα που μας μεγάλωσε σαν μητέρα.

Μετά την μετακόμιση στην καινούργια πόλη λόγω της δουλειάς του πατέρα μου, βρήκαμε ένα όμορφο σπιτάκι μονοκατοικία με δύο δωμάτια, σαλοτραπεζαρία και μία μικρή αυλή. Ο δρόμος μπροστά χωματόδρομος χωρίς πολλά αυτοκίνητα, ιδανικός για μπάλα. Δίπλα ακριβώς το σπίτι της ιδιοκτήτριας, με την αυλή κοινή και οι πόρτες απέναντι.
Η κυρά Λωξάντρα, μία πληθωρική πολίτισσα που μοσχοβολούσε κανέλα και μυρωδικά. Πόσες φορές το σκάγαμε από το σπίτι μας με τον αδερφό μου, για να γευτούμε τις λιχουδιές της και τα φαγητά της, όταν δεν μας ικανοποιούσε το δικό μας.
Και οι τσέπες της πάντα γεμάτες καραμέλες και ζαχαρωτά και δεν μας χάλαγε ποτέ χατήρι.

Θυμάμαι όταν ελειπαν οι γονείς στις δουλειές τους, να έρχεται στο σπίτι τα πρωινά και να μας ετοιμάζει για το σχολείο με περίσσεια φροντίδα, ανάλογη με τών παιδιών της, που με την αισθητή διαφορά ηλικίας από εμάς, εκείνα δεν αποζητούσαν τόσο τα χάδια της.
Πόσες φορές δεν πηγαίναμε κι εμείς με τις πυτζάμες και τα ρούχα αγκαλιά να τηρήσουμε την ιεροτελεστία στο σπίτι της. Και πάντα βρίσκαμε ένα ποτήρι χυμό, γάλα, αυγά, βούτυρο, μέλι και μελομακάρονα, αυτά τα μελομακάρονα, ακόμη και σε περιόδους εκτός εορτών!

Αρκετές φορές οι γονείς μας προσπάθησαν να φέρουν κάποια κουβερνάντα για εμάς αλλά ποτέ δεν καθόταν πάραπάνω από εβδομάδα, μιας και εμείς αντί για το σπίτι πηγαίναμε κατευθείαν στο σπίτι της κυρά Λωξάντρας, αρνούμενοι να υποστηρίξουμε την απόφαση των γονιών μας, όσες κουβέντες κι αν ειπώθηκαν (ή και απειλές!).
Το καλοκαίρι με το παιχνίδι στην αυλή και στον δρόμο, πάντα υπήρχε σε μία γωνία, ένα μισοβάρελο γεμάτο με νερό για τον απαραίτητο καθαρισμό από την σκόνη και την λάσπη πριν μπούμε στο σπίτι, αλλά και γενικά για τα αυτονόητα καλοκαιρινά παιχνίδια με το νερό.
Τα απογεύματα χαλάρωμα στα σκαλιά του σπιτιού, απολαμβάντας κάποιο γλυκό ή παγωτό και ακούγοντας ιστορίες και καλοδεχούμενες συμβουλές.
Περιμέναμε τις Κυριακές και τον καθιερωμένο εκκλησιασμό, που δεν μπορώ να πώ ότι μας ενθουσίαζε, περισσότερο σαν μαρτύριο μας φαινόταν, μόνο και μόνο για το γαλακτομπούρεκο με τον χυμό που απολαμβάναμε μετά.

Θυμάμαι τα πολλά και πλούσια τραπέζια που έστρωνε με κάθε ευκαιρία, στην γιορτή της, στου άντρα της του κυρ Ντίνου, στων παιδιών της, καθώς με τους καλεσμένους γείτονες και γνωστούς, θα έρχονταν και τα παιδιά, που είχαμε ακόμη μία ευκαιρία για ένα ξεφάντωμα, στην μικρή αλλά παράληλλα και μεγάλη αυλή.

Ο χρόνος μεγάλωνε και μαζί του κι εμείς, αλλάξαμε σπίτι, αλλάξαμε γειτονιά, πάντα όμως περνούσαμε από την κυρά Λωξάντρα, για μία αγκαλιά και ένα σοκολατάκι όσο μεγάλοι κι αν ήμασταν.
Μέχρι που αλλάξαμε πόλη, διαφορετικές υποχρεώσεις, σπουδές, δουλειές, και χάσαμε την αγκαλιά μαζί με τα ζαχαρωτά.

Και τώρα ξανά πάλι τριάντα χρόνια μετά έπεσα πάλι σε αυτή την αγκαλιά και παρ΄ όλα τα χρόνια τα ζαχαρωτά παρέμειναν, και η αγκαλιά το ίδιο θερμή και στοργική, όπως τότε, με το φρέσκο πρόσωπό της και τα αφράτα χέρια της, λές και ο χρόνος ξέχασε να περάσει από εδώ. Μόνη όμως τώρα, μιάς και ο κυρ Ντίνος αποχώρησε πριν λίγο καιρό. Το σπίτι που έμενε, αφού το δικό της το παραχώρησε στην κόρη της, ήταν αυτό που μέναμε και μεγάλωσαμε εμείς.
Διπλές οι αναμνήσεις, διπλά τα συναισθήματα.

«Σας περιμένω πάντα, πάντα θα σας έχω έναν ζεστό καφέ και ένα γλυκάκι.»

Πάντα θα υπάρχει μία θέση στην ζεστή αγκαλιά της κυρά Λωξάντρας και θα συνεχίσω να πηγαίνω. Ο χρόνος θα αποφασίσει για πόσο.

 

Γιώργος Κύριλλος

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook