Η κυρά

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

«Δύο λεπτά θα κάνω, έρχομαι!» ακούστηκε να ξεμακραίνει γοργά η φωνή του Ασημάκη καθώς χωνόταν μέσα στο θολωτό υπόστεγο του πετρόχτιστου καρνάγιου.

«Άιντε, Ασημάκη μου, αργήσαμε!», του φώναξε η Λενιώ που τον ακολουθούσε διστακτική ανασηκώνοντας το ατζαλένιο μακρύ φουστάνι της, στο χρώμα του κόκκινου κρασιού, με τ΄ακροδάκτυλά της φοβούμενη μη λερώσει τα καλά της ρούχα. Ο Ασημάκης κάτι της είπε, αλλά κείνη δεν τον άκουσε έτσι όπως είχε χωθεί πίσω από κάτι ξύλα. Η Λενιώ προχωρούσε όλο και πιο βαθιά στο ψηλοτάβανο επιβλητικό κτίσμα, ενώ περιεργαζόταν με ενδιαφέρον τον ξύλινο σκελετό ενός ιστιοπλοϊκού, που έμοιαζε με το ξεβρασμένο κουφάρι φάλαινας. Άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε φευγαλέα τα κυρτωμένα ξύλα που μύριζαν φρέσκο ξύλο και ρετσίνι. Πάντα της προκαλούσε έκπληξη το πώς κατάφερναν να δώσουν το σχήμα που ήθελαν στο ξύλο, μα και τρόμο, η ευθύνη που αναλάμβαναν οι μάστορες. Τόσες ανθρώπινες ψυχές απέθεταν τη ζωή τους στις ικανότητες και στο μεράκι του μάστορα, δεν ήταν μόνο οι ναυτικοί που ΄βγαίναν στα πελάη ν΄αναμετρηθούν με την κακίστρω τη θάλασσα μέσα σ΄ένα ξύλινο σκαρί, μα κι οι οικογένειες τους, μανάδες, γυναίκες, παιδιά…  Ένα μουρμουρητό ακούστηκε από το πίσω μέρος του ταρσανά. Η Λενιώ έψαξε με το βλέμμα της τον άντρα της, τον Ασημάκη, και καθώς δεν τον έβλεπε προχώρησε προς το βάθος του μακρόστενου καρνάγιου προσέχοντας να μην μπουρδουκλωθεί σε κάποιο από τα εκατοντάδες ξύλα, εργαλεία, σχοινιά και κουτιά που βρίσκονταν σπαρμένα στο πάτωμα ή στοιβαγμένα σε σωρούς, ενώ του φώναξε επιτακτικά

«Το βρήκες;» 

Ο Ασημάκης ξεπρόβαλε ξαναμμένος πίσω από μια μικρή μισοτριμμένη βάρκα γυρισμένη μπρούμυτα πάνω στα καβαλέτα. Φορούσε την καλή φορεσιά του, με το καινούριο γιλέκο που του ΄χε κεντήσει η Λενιώ λίγους μήνες πριν, σαν δώρο για το γάμο τους.

«Να το!» αναφώνησε χαρούμενος ανεμίζοντας ένα μικρό πακέτο τυλιγμένο σε μπεζ στρατσόχαρτο. 

«Α ωραία, άιντε πάμε, γιατί αργήσαμε!» έκανε η Λενιώ και του γύρισε την πλάτη.

«Στάσου!», είπε απότομα με χαρούμενο τόνο ο Ασημάκης και βρέθηκε δίπλα της μ΄ένα σάλτο.

«Έχω κάτι να σου δείξω!», της είπε και την τράβηξε από το χέρι προς το βάθος του ψηλοτάβανου κτιρίου. Η Λενιώ τον ακολούθησε περίεργη. 

             Στον βάθος του καρνάγιου, υπήρχε ένας μεγάλος πάγκος που πάνω του βρίσκονταν λογιών λογιών εργαλεία κι ένα μακρόστενο αντικείμενο καλυμμένο μ΄ένα καναβάτσο. Ο Ασημάκης πήγε και στάθηκε δίπλα του, ενώ την παρότρυνε να πλησιάσει, έπειτα, με επισημότητα, ανασήκωσε το κάλυμμα. Ένα επιφώνημα θαυμασμού ξέφυγε από τη Λενιώ σαν είδε τη γυναικεία μορφή, που βρισκόταν μισοσκαλισμένη πάνω στο μακρόστενο κομμάτι ξύλου. 

«Είναι φανταστικό! Εσύ το έκανες;», ρώτησε έπειτα από λίγο, ενώ είχε γύρει πάνω από το γλυπτό και το περιεργαζόταν με θαυμασμό. Ο Ασημάκης έγνεψε θετικά, φανερά συγκινημένος. 

«Η πρώτη μου μεγάλη φιγούρα! Ολόδική μου! Χωρίς τη βοήθεια κανενός! Είσαι η πρώτη που τη δείχνω! Σε κανέναν δεν επιτρέπω να έρχεται ως εδώ!», αναφώνησε ο Ασημάκης και χάιδεψε μαλακά το γυναικείο πρόσωπο της ξύλινης φιγούρας, με τα κυματιστά μαλλιά και το χοντροσκαλισμένο ακόμα μπούστο.

«Μπράβο! Είναι φανταστική!», είπε η Λενιώ συγκινημένη και τον αγκάλιασε! 

«Μου φαίνεται, ή μου μοιάζει λίγο;», γουργούρισε ναζιάρικα η Λενιώ κι ο Ασημάκης την έσφιξε πάνω του. 

«Λίγο;», ρώτησε με αβεβαιότητα εκείνος και κοίταζε εξεταστικά πότε το ξύλινο άγαλμα και πότε τη Λενιώ, που προσπαθούσε να κρύψει ένα πειρακτικό μειδίαμα.

«Έχω εγώ στραβή μύτη;», τον ρώτησε όσο πιο σοβαρά μπορούσε εκείνη.

«Στραβή;», κραύγασε ο Ασημάκης κι έκανε να γύρει προς το γλυπτό, μα η Λενιώ δεν τον άφησε, μόνο τον έσφιξε πάνω της χαχανίζοντας. Ο Ασημάκης ξέχασε και τη φιγούρα, ξέχασε και το πανηγύρι, που το περίμεναν πως και πως όλοι κάθε χρόνο για να μπορέσουν να ξεφύγουν για λίγο από την κούραση της δουλειάς, την αγκάλιασε σφιχτά και ρούφηξε με λαχτάρα τα χείλη της, ενώ τα δυνατά χέρια του άρχισαν να ταξιδεύουν στο κορμί της, καθώς τη στρίμωχνε ανάμεσα στον πάγκο κι αυτόν. 

«Το πανηγύρι…», ψέλλισε προσπαθώντας να πάρει ανάσα η Λενιώ, μα αντί για απάντηση ο Ασημάκης της τράβηξε το κλαρωτό μαντίλι από τα μαλλιά και με τ΄άλλο του χέρι χούφτιασε τα σφιχτά οπίσθια της.

Η Λενιώ έκανε να τραβηχτεί και κοίταξε ανήσυχη γύρω της. 

«Μη σκιάζεσαι κανείς δεν πρόκειται να έρθει εδώ τέτοια μέρα, μη σου πω πως θα είναι ήδη όλοι στο πανηγύρι και πιωμένοι…» είπε βραχνά κι έτρεξε τη γλώσσα του στον λαιμό της κάνοντας τη να ριγήσει.

«Κι ο θειός σου; Εσύ δε λες πως δεν υπάρχει μέρα που να μην έρθει;», τραύλισε η Λενιώ.

«Έρχεται πρωί, τώρα θα είναι κι αυτός ήδη απάνω!», είπε και ξεκούμπωσε το μπολάκι της.

«Κι ο Λιάκος που περιμένει το δέμα με τις χορδές πώς θ΄αρχίσει να παίζει;», έκανε μια ύστατη προσπάθεια εκείνη.

«Ας παίξει με τις παλιές…» της ψιθύρισε χαϊδεύοντας τ΄αυτί της με την ανάσα του, καθώς ξεκούμπωνε τα κουμπιά στο μπούστο της, κι έχωνε τα δάκτυλα του ν΄αγγίξουν τη νεανική της σάρκα. Η παλάμη του άνοιξε και βεντούζωσε πάνω στο μικρό, στητό στήθος της. 

«Άλλωστε χρειάζομαι μια μικρή βοήθεια για να γίνει τέλεια η κυρά!» της είπε σιγανά και της έδειξε με το βλέμμα του το ασκάλιστο ακόμη μπούστο της φιγούρας. Η Λενιώ χαχάνισε.

«Τόσο καιρό κι ακόμη χρειάζεσαι βοήθεια;» 

«Με δυσκολεύει αυτό εδώ το εξογκωματάκι…», είπε κι έτριψε μαλακά τη θηλή της. Ένας μικρός αναστεναγμός ξέφυγε της Λενιώς κι ο Ασημάκης έσκυψε και το φίλησε με πάθος.

 

«Τι μέρα κι αυτή!», ξεφύσησε συγχυσμένος ο Παντέλος και τα παχιά σταχτιά μουστάκια του πετάρισαν νευρικά. Τον έπρηξε η κυρά από το πρωί: “και μέρα που΄ναι…. και μέρα που΄ναι!”.  Μια μέρα είχε κι αυτός να χουζουρέψει, όχι, να πάνε αξημέρωτα στην εκκλησία και το πανηγύρι τον έπρηξε εκείνη! Ούτε να περάσει από το καρνάγιο να δει αν όλα είναι καλά δεν τον άφηκε, όσο να ετοιμαστεί το τσούρμο. Τον ζούρλαναν μέχρι να φθάσουν με φωνές και κλάματα τα κουτσούβελα στην εκκλησία˙ Κι εκεί άρχισαν τις χαιρετούρες και τα χαμόγελα και τις ευχές και τ΄ακατανόητα λόγια του παπά και τα θυμιατίσματα, που έκαναν το κεφάλι του κουδούνι. Συγχύστηκε και που περίμενε στην ουρά, με όλους, ώρες για να κοινωνήσει! Όταν επιτέλους τελείωσε όλο αυτό, να σου και τ΄αδέρφια του, με τις γυναίκες τους και τη μάνα του. Οι ρέμπελοι στρώθηκαν αμέσως στην αυλή της εκκλησίας να πίνουν, κι η μάνα του όλο να λέει τι καλούς γιούς έκανε! Να τον συγκρίνει και να τον βάζει στο ίδιο καζάνι αυτόν, που δουλεύει ασταμάτητα χειμώνα καλοκαίρι, τόσες ώρες, με δαύτους, που ολημερίς μπεκροπίνουν στον καφενέ! Αυτόν που ήταν γνωστός για την τέχνη του σ΄όλη την Ελλάδα. Αυτόν, που είχε καταφέρει από απλός μάστορας να φτιάξει δικό του καρνάγιο! Δεν άντεξε, το έσκασε με την πρώτη ευκαιρία! Μια μέρα ήθελε την ησυχία του κι αυτός και τον τρέλαναν! Αυτά σκεφτόταν ο Παντέλος φουρτουνιασμένος, καθώς χωνόταν μέσα στο ψηλοτάβανο καρνάγιο, σαν καΐκι σε απάνεμο λιμάνι. 

Στάθηκε για λίγο αναποφάσιστος κοιτώντας γύρω του το έρημο καρνάγιο, όταν τ΄αυτί του έπιασε πνιχτά βογγητά και φωνές. “Γάτες κάνουν έτσι;” πέρασε η σκέψη από το συγχυσμένο του μυαλό και χωρίς να το πολυσκεφτεί προχώρησε ως εκεί, από όπου ακούγονταν οι φωνές, μα ξαφνικά πέτρωσε. Μέσα από μια χαραμάδα που άφηναν τα στοιβαγμένα κιβώτια κι οι μουσαμάδες διέκρινε δύο φιγούρες, ο νιόπαντρος ανιψιός του ο Ασημάκης κι η Λενιώ. Έκανε να πισωπατήσει, να φύγει, μα τα πόδια του δεν υπάκουσαν. Κρύφτηκε καλύτερα πίσω από τα κουτιά κι έγειρε ώστε να βλέπει καλύτερα. Η Λενιώ  μισοκαθόταν πάνω στον πάγκο, δίπλα από τ΄ακρόπρωρο που σκάλιζε βδομάδες τώρα ο ανιψιός του, τα κρινένια πόδια της σφίγγαν γύρω από το καλογυμνασμένο, από τη σκληρή δουλειά, κορμί του Ασημάκη. Η Λενιώ έγειρε πίσω και τούρλωσε το στήθος της με τις πεταχτές ρόδινες ρώγες της που ο Ασημάκης ρούφηξε άπληστα. Μια κάψα γέμισε το πήλινο δοχείο του κορμιού του. Όσο κι αν το μυαλό του του ούρλιαζε να φύγει, το κορμί του ήταν λες και ΄χε βιδωθεί στο πέτρινο πάτωμα. Τα μάτια του χάιδευαν λάγνα τα ιδρωμένα κορμιά. Θυμήθηκε τους πρώτους μήνες, που ήταν νιόπαντρος και με το ζόρι σηκωνόταν από το κρεβάτι κι άφηνε την κοιμισμένη Καλλιόπη να πάει για δουλειά. Έτσι στητό και μικρό ήταν το στήθος της και κάθε που την ακούμπαγε, άναβε, σα φυτιλάκι. Μετά ήρθαν τα παιδιά, το στήθος γέμισε, πλαδάρεψε, τώρα ό,τι και να έκανε το φυτιλάκι παράμενε σβηστό και σαν πατημένη σταφίδα. Ήταν όμορφη η Λενιώ, πιο όμορφη κι από την Καλλιόπη στα νιάτα της, καμαροφρύδα με όμορφα, μεγάλα, μυγδαλωτά μάτια στο χρώμα του γινομένου κάστανου, ενώ τα μάγουλα της ήταν κατακόκκινα, σα μήλο που σε καλούσε να το δαγκώσεις. Ένα αλμυρό, ζουμερό, κόκκινο μήλο! Γεύτηκε την αλμύρα του κορμιού της στα χείλη του και τα έγλειψε αργά, ξανά και ξανά. Ήταν κι αυτά τα πόδια, τα καλογραμμένα, σαν καλοφτιαγμένη καρένα, που τυλίγονταν γύρω από τη μέση του Ασημάκη και την έσφιγγαν, τα βογγητά της, το γέλιο της το τσαχπίνικο, που τον αναστάτωναν και δεν μπορούσε να ξεκολλήσει. Ξάφνου ο Παντέλος τινάχτηκε πίσω, το σμίξιμο του νεαρού ζευγαριού είχε τελειώσει και τώρα ετοιμάζονταν, σε λίγο θα περνούσαν από μπροστά του, ρεζίλι θα γινόταν, τι θα τους έλεγε; Σύρθηκε στα τέσσερα και χώθηκε ανάμεσα σε κάτι κουλούρες με σχοινί κι έμεινε εκεί, να τους χαζεύει, όπως έφευγαν πιασμένοι χέρι χέρι κι εκείνη να έχει γείρει το κεφάλι της στον ώμο του. 

Από ΄κείνη την ώρα ησυχία δεν έβρισκε ο Παντέλος, κι οι σκέψεις του έπαιρναν επικίνδυνα μονοπάτια. Ανέβηκε αργοπορημένος ως το πανηγύρι του νησιού κι όλη τη νύχτα την πέρασε να κοιτά, με τα βαθουλωτά μικρά του μάτια, που σκιάζονταν από τα παχιά του φρύδια, πότε ξελιγωμένος, πότε φουρκισμένος και πότε σαν επαίτης το Λενιώ. Πώς χόρευε, πώς έσπαγε τη μέση της, πώς κουνούσε τους γοφούς της, πώς έσφιγγε στο χέρι της το μαντίλι. Ήταν σαν να ΄χε χώσει το κεφάλι του σ΄ένα μελίσσι, βούιζαν νευρικές κι αλαφιασμένες οι μέλισσες γύρω του, μα΄κείνος είχε το νου στο μέλι και πουθενά αλλού. Αχ και να μπορούσε να γλείψει λίγο από αυτό το μέλι, να βάλει μέσα το δάκτυλό του και να το βυθίσει στο γλυκό υγρό! Απ΄την άλλη όμως τον φούρκιζε το βλέμμα της. Όταν δεν κοιτούσε τον Ασημάκη, αχ και πώς τον κοιτούσε, σαν να ήταν κόνισμα, κοιτούσε χάμω, ούτε μια ματιά δεν του έριξε εκείνου. Καλό παιδί, έξυπνος και δουλευταράς ο Ασημάκης και μάστορας από τους λίγους. Από μικρό παιδί τον είχε στη δούλεψή του, μιας κι ο αδερφός του χάθηκε νωρίς κι άφησε πίσω του τρία ορφανά. Φοβούμενη η μάνα του Ασημάκη μη φύγει στα καράβια και χάσει τον γιο της, τον έστειλε στον Παντέλο, που είχε επιλέξει τη δουλειά του καραβομαραγκού. Κι ο Παντέλος τον δέχτηκε, αφού δεν μπορούσε παρά να υπακούσει στους άγραφους κανόνες του νησιού και μέχρι εκείνη τη μέρα, δεν το ΄χε μετανιώσει. Και δούλεψε ο Ασημάκης για όλους, πάντρεψε και τις αδελφές του και σαν έκανε πια το χρέος του, ζήτησε τη Λενιώ που από χρόνια αγαπούσε. Πολύ είχε χαρεί τότε με το ταίριασμα αυτό, γιατί η Λενιώ ήταν κόρη μεγάλου καραβοκύρη, που σήμαινε ότι κλεινόταν και μια άγραφη συμφωνία για το καρνάγιο του, κι αυτό που άλλοτε τον χαροποιούσε, σήμερα του φαινόταν αβάσταχτο. Έριχνε ο Παντέλος που και που και καμιά βλοσυρή ματιά προς την Καλλιόπη, μα ΄κείνη δεν τον κοιτούσε, όλο μιλούσε με τις φιλενάδες της, καθάριζε τις μύξες του μικρού, έδινε νερό στην τσούπα, έτρεχε πίσω από τα αγόρια που μάλωναν, σημασία δεν του δίνε κι αν καμιά φορά τα βλέμματα τους αντάμωναν φευγαλέα, τον κοιτούσε ψυχρά, ενώ σαν το βλέμμα της έπεφτε πάνω στα παιδιά της, κι είχαν και μπόλικα, μαλάκωνε, γλύκαινε κι έβλεπε εκείνη τη λάμψη της λατρείας να σπιθίζει. Κι οι σπίθες της μητρικής αγάπης γίνονταν φλόγα και τον έκαιγε και δεν μπορούσε να καταλάβει, ποιος διάολος τον καβάλησε και δεν μπορούσε να μερώσει. 

Πέρασαν οι μήνες κι η εικόνα με τη Λενιώ να γέρνει πίσω και να τουρλώνει το στήθος της, δεν έλεγε να ξεθωριάσει. Σαν γυρνούσε στο σπίτι κατάκοπος, προσπαθούσε να σβήσει τη δίψα του με το ταλαιπωρημένο σώμα της Καλλιόπης και κανά δυό φορές κατέφυγε και στης χήρας, μα κι εκείνης τα χιλιομαλαγμένα, αφράτα στήθη δεν του πρόσφεραν την ανακούφιση που ζητούσε. Ας είναι καλά η πολλή και δύσκολη δουλειά που κρατούσε ώρες το μυαλό του του σκλαβωμένο, ειδάλλως ούτε λεπτό δε θα ηρεμούσε από το τσίγκλισμα του κορμιού του.                           

Μια μέρα ο Ασημάκης κατέφθασε στο καρνάγιο αργοπορημένος, μα χαρούμενος, κι άρχισε να κερνάει τους καραβομαραγκούς. Η Λενιώ ήταν έγκυος! Τι πιο αναμενόμενο και πιο επώδυνο για τον Παντέλο, που όσο και να προσπαθούσε, δεν μπορούσε να μοιραστεί τη χαρά του ανιψιού του κι από ΄κει που τον ζήλευε τόσο που δεν μπορούσε να κλείσει μάτι τις νύκτες από το μίσος, που τον κατέτρωγε όπως τ’αλάτι το σκαρί, ξαφνικά ένιωσε τον οίκτο να τον πλημμυρίζει.  Οίκτο για τον Ασημάκη, γιατί οι μέρες που το Λενιώ δεν είχε μάτια γι΄άλλον τέλειωσαν. Οίκτο που πια ο ανιψιός του δε θα ήταν η προτεραιότητα της Λενιώς. Οίκτο που θ΄άρχιζαν οι γκρίνιες, η φαγωμάρα, τα “μην και δεν μπορώ”, “τα παιδιά δεν κοιμούνται, τα παιδιά θέλουν αυτό, τα παιδιά θέλουν εκείνο…” κι ΄κείνος θα έμενε μόνος, αχάιδευτος κι αναγκάλιστος, σαν κι εκείνον. 

Τα νέα της εγκυμοσύνης της Λενιώς συνέπεσαν με τ΄αποκαλυπτήρια της κυράς. Το στήσιμο και στερέωμα της φιγούρας στην πλώρη του ιστιοφόρου προκάλεσε το ενδιαφέρον των μαστόρων, που είχαν όλοι μαζευτεί ένα γύρω αμίλητοι και παρακολουθούσαν. Μάστορας από τους λίγους ήταν ο Ασημάκης, που βασανιστικά αργά, κάθε πρωί, ελευθέρωνε κι ένα κομμάτι της κυράς από την παγωμένη ξυλώδη φυλακή της, κι έπειτα ασχολιόταν με το υπόλοιπο καράβι. Το καλοδουλεμένο κομμάτι ξύλο βαμμένο με ζωηρά χρώματα τοποθετήθηκε με προσοχή κάτω από τον πρόβολο. Τα μαλλιά ανέμιζαν λυτά, σπρωγμένα από έναν άνεμο που δεν φυσούσε μέσα στο παλιό καρνάγιο, τα σοβαρά μάτια της διακοσμημένα με φίλντισι έμοιαζαν να κοιτάνε τον καθένα ξεχωριστά, ενώ το καλογραμμένο στόμα της φάνταζε έτοιμο να μιλήσει. Ήταν τόσο καλοδουλεμένες οι λεπτεπίλεπτες πτυχές του φορέματός της στο μπούστο της, που ήταν σαν να φορούσε κάποιο αραχνοΰφαντο ύφασμα. Σύντομα ένα σιγανό μουρμουρητό ξεκίνησε “Μοιάζει ζωντανή!”, “Σα να θέλει να μιλήσει…”, “Σσς, ν΄ακούσουμε τι θέλει να μας πει η κυρά!” ψιθύρισε ένας σταφιδιασμένος από την πολύ δουλειά άνδρας κι έστησε αυτί. Ένας πιτσιρικάς έτρεξε να πει τα νέα στον Αποστολάκη, τον πατέρα της Λενιώς, που είχε παραγγείλει το νέο καράβι που κοσμούσε η κυρά, ο οποίος κατέφθασε σέρνοντας πίσω του τους γιούς του. Ο Αποστολάκης κατενθουσιάστηκε κι άρχισε τα παινέματα στον Ασημάκη, που, όπως και οι άλλοι μάστορες, κρυφοκοιτούσε τον Παντέλο και περίμενε από ώρα σε ώρα το ξέσπασμά του. Όλοι γνώριζαν το σαράκι του, τη ζήλεια που τον κατέτρωγε κάθε φορά που κάποιος από τους μάστορές του ξεχώριζε. Εκείνος όμως είχε καθίσει πάνω σ΄ένα καβαλέτο και κοίταζε εκστασιασμένος τ΄άγαλμα. Δεν την είχε δει βαμμένη και τώρα δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια του από πάνω της, η καρδιά του πετάριζε περίεργα και μια ελαφριά ζάλη τον ταλαιπωρούσε. Για λίγο μόνο φώναξε στον Θωμά, ένα μαυριδερό λιανό αγόρι που είχε πιάσει το άγαλμα από το στήθος και το κρατούσε για να το στερεώσουν και ξανακάθισε στο καβαλέτο αμίλητος. Κόσμος ερχόταν κι έφευγε, για να θαυμάσουν την κυρά και να πουν τον καλό τους λόγο στον Ασημάκη, που κοκκίνιζε ως τ΄αυτιά, κι ο Παντέλος εκεί, δεν κουνιόταν από το καβαλέτο, δεν έβριζε ως συνήθως, δεν ειρωνευόταν, δεν πήρε σφυρί να κομματιάσει την κυρά, μόνο καθόταν και την κοίταζε.

Η νύχτα άρχισε να σέρνει τον σκουρόχρωμο μανδύα της και να σκεπάζει αργά και σταθερά τα σπιτάκια, τα μαγαζιά και τις εκκλησίες της μικρή νησιωτικής πολιτείας. Μέσα της χώθηκε και το παλιό καρνάγιο, άδειο πια, πέρα από τον Παντέλο και την κυρά. Ο Παντέλος, μόλις οι καραβομαραγκοί κι ο κόσμος έφυγε, άναψε μια λάμπα θυέλλης κι ανέβηκε στη σκαλωσιά που είχαν στήσει μπροστά από την πλώρη. Ξέδεσε τα καναβάτσα με τα οποία είχαν τυλίξει την κυρά, κάθισε ανακούρκουδα και την κοίταζε. Δεν μπορούσε να βρει ούτε ένα ψεγάδι. Το όμορφο νεανικό πρόσωπο, τα μεγάλα αυστηρά μάτια που τον ακολουθούσαν όπου και να πήγαινε, τα όμορφα χείλη που δεν μπορούσαν να του αντιγυρίσουν κουβέντα. Η τέλεια γυναίκα! Θα έμενε ίδια, χωρίς τα χρόνια να χαρακώνουν το πρόσωπο της, χωρίς το στήθος της να χάνει το νεανικό τους σχήμα. Πώς θα κατάφερνε να την αποχωριστεί; Είχε ήδη κάνει μεγάλη προσπάθεια να βγάλει το πρωτότυπο από το ηδυπαθές μυαλό του, πώς θα άντεχε να χάσει κι αυτή, την τέλεια γυναίκα;

Το σκοτισμένο του μυαλό δεν έλεγε να ησυχάσει. Η ζάλη που ένιωθε από ώρα επιδεινώθηκε κι η καρδιά του έκανε σαν τρελή. Τότε ήταν που κόντεψε να πέσει κάτω από τη σκαλωσιά! Ήταν σίγουρος πως είδε την κυρά ν΄ανοιγοκλείνει τα μάτια της. Ανασηκώθηκε και ψηλάφισε τα πεταχτά μάγουλα, το μικρό σαγόνι, τα όμορφα γεμάτα χείλη κι η καρδιά του σπαρτάρησε στο στήθος του σαν πουλί σε κλουβί. Τα χείλη κουνιόνταν! Δεν μπορεί! Κι όμως τα ένιωθε να τρέμουν. Τράβηξε τη λάμπα κοντά στο πρόσωπό της και το κοίταξε εξεταστικά, ενώ με το άλλο χέρι χάιδεψε το λείο μάγουλο της. Χωρίς να το σκεφτεί έσκυψε και φίλησε τα κατακόκκινα μισάνοιχτα χείλη, ενώ, εκστασιασμένος καθώς ήταν, η λάμπα θυέλλης του έφυγε από τα χέρια κι έπεσε αναπηδώντας πότε στο καράβι και πότε στην σκαλωσιά, για να προσγειωθεί σπασμένη πια και σβηστή στο πέτρινο δάπεδο. Τα πάντα έσβησαν γύρω του, ο Παντέλος είχε παραδοθεί εν λευκώ στα παιχνίδια του μυαλού του. Το πόση ώρα κράτησε ο εναγκαλισμός του με την κυρά δεν το κατάλαβε. Το επόμενο πράγμα που κατάλαβε το μπερδεμένο του μυαλό ήταν η κάψα. Έκανε φοβερή ζέστη κι ο ιδρώτας του έτρεχε ποτάμι, ενώ η κάψα ορμούσε από τα ρουθούνια του και τσουρούφλιζε, σε κάθε ανάσα του τα πνευμόνια του. Σαν άνοιξε τα μάτια τυφλώθηκε από το εκτυφλωτικό φως. Φλόγες τίναζαν γαλίφικα τις χρυσαφένιες γλώσσες του ως αυτόν. Η πρώρα που είχε πρόσφατα περαστεί με ένα μείγμα ρετσινιού, πίσσας και ζωικού λίπους είχε αρπάξει φωτιά από τη λάμπα και ταϊζόταν από το, γεμάτο ρετσίνι, πευκόξυλο του ιστιοπλοϊκού. Μέσα στην τρέλα του ο Παντέλος νόμισε ότι στεκόταν πάνω από τις φωτιές της κολάσεως. Η σκαλωσιά κλυδωνίστηκε επικίνδυνα κι εκείνος ενστικτωδώς συγκρατήθηκε, για να μην πέσει, από τον πρόβολο. Οι φλόγες τον πλησίαζαν απειλητικά κι ήδη έγλειφαν την ξύλινη φιγούρα. 

«Η κυρά!», φώναξε πανικόβλητος σαν το είδε. Άρπαξε τα καναβάτσα κι άρχισε να μάχεται με τις φλόγες. Κανείς δε θα έκανε κακό στην κυρά του. Αυτός θα την έσωζε και τότε εκείνη δε θα μπορούσε παρά να του παραδοθεί σώμα και ψυχή! Θα γινόταν δική του, κάτω από αυτόν θα βόγκαγε από ηδονή και θα τούρλωνε τα στηθάκια της να τα γλείψει, γι’ αυτόν θα χαχάνιζε κι αυτόν μόνο θ΄αγκάλιαζε! Ο Παντέλος αγκάλιασε σφιχτά την κυρά. Η σκαλωσιά έβγαλε ένα τρομακτικό σκούξιμο και σωριάστηκε κάτω φαγωμένη από τις φλόγες. Για μερικά μόλις δευτερόλεπτα αιωρήθηκε στο κενό πάνω από τις φλόγες, όταν η κυρά έτριξε παραπονιάρικα κι ακολουθούσε την καθοδική πορεία της σκαλωσιάς. Ο Παντέλος είδε την κυρά του, να του χαμογελά ευχαριστημένη…

«Είσαι δική μου! Για πάντα δική μου!», ούρλιαξε προτού τον τυλίξουν οι φλόγες καθώς την έσφιγγε πάνω του.

 

Το πένθος κι ο καπνός σαβάνωσαν τη μικρή νησιωτική πολιτεία.  Οι κάτοικοι κοιτούσαν τα καπνισμένα ντουβάρια και δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια τους. Μέσα σε μια νύκτα τόσοι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, την υγεία τους, την περιουσία τους, τη δουλειά τους… Ο καπετάν Μιχάλης, που έχασε το μικρό καΐκι του, του ΄ρθε κόλπος κι έμεινε στον τόπο αφήνοντας πίσω του τρία ορφανά, κι ο Αποστολάκης, μόλις έμαθε τα μαντάτα, έπεσε στο κρεβάτι άρρωστος βαριά. Λίγες μέρες μετά, βρήκαν κάτω από τα αποκαΐδια του ιστιοπλοϊκού, τ΄απανθρακωμένο πτώμα του Παντέλου αγκαλιά με ότι είχε απομείνει από τη φιγούρα της κυράς. Η κηδεία του έγινε άρον άρον κι όλοι μαζεύτηκαν να τον αποχαιρετήσουν. Μάτωνε η καρδιά των συγχωριανών να κοιτούν την Καλλιόπη, που είχε ασπρίσει σε μια νύχτα και τα έξι ορφανά. Ο Ασημάκης κι η Λενιώ ήταν δίπλα τους όλες αυτές τις μέρες προσπαθώντας να τους στηρίξουν. Η Καλλιόπη όμως είχε έξι παιδιά που έπρεπε να ταΐσει και δεν είχε χρόνο για να κλαίει τη μοίρα της. Όρισε τον Ασημάκη αρχιμαραγκό, τον έβαλε να καθαρίσει και να επισκευάσει άμεσα το καρνάγιο, ενώ χρησιμοποίησαν ένα μεγάλο μέρος από το μικρό κομπόδεμα τους για να φτιάξουν και ν΄αγοράσουν καινούργια εργαλεία και ξυλεία. Σύντομα το καρνάγιο ήταν πάλι έτοιμο για να ξεκινήσει να δουλεύει. Στον επιβαλλόμενο, λόγω του ατυχήματος, αγιασμό είχε μαζευτεί πολύ κόσμος. Σε όλους έκανε εντύπωση η Καλλιόπη, που το βλέμμα της είχε μια σκληράδα πρωτόγνωρη. Η ετοιμόγεννη Λενιώ δεν άντεξε, όταν η τελετή τέλειωσε κι ανηφόριζαν στο δρόμο για το σπίτι έγειρε και τη ρώτησε ψιθυριστά:

«Είσαι καλά;» Η Καλλιόπη χτύπησε το χέρι της καθησυχαστικά και της χαμογέλασε αχνά.

«Σκεφτόμουν…», είπε δύσθυμα η Καλλιόπη «Αυτός ο άνθρωπος μια ζωή καιγόταν το μέσα του, φυσικό ήταν να ΄χει τέτοιο θάνατο!».

Η Λενιώ την κοίταξε μπερδεμένη κι η Καλλιόπη στάθηκε και γύρισε να δει το πέτρινο καμαρωτό κτίριο με τους καπνισμένους τοίχους, θλιβερή υπενθύμιση της καταστροφής. Ο Ασημάκης κι οι άλλοι καραβομαραγκοί είχαν ήδη ριχτεί με όρεξη στη δουλειά και τραβούσαν έξω μια βάρκα, ανάμεσά τους κι οι δύο μεγαλύτεροι γιοί της Καλλιόπης, που ο Ασημάκης τους είχε πάρει υπό την προστασία του, τους φρόντιζε και τους νοιαζόταν καλύτερα κι από πατέρας…

«Για τον φθονερό», μονολόγησε σιγανά η Καλλιόπη με απόμακρο βλέμμα, «είναι σαν να υπάρχουν δύο μπαούλα: το δικό του, και του άλλου. Αντί όμως αυτός ν’ανοίξει το δικό του, θέλει να πάρει το ξένο, γιατί πιστεύει ότι σίγουρα θα τον έχουν αδικήσει και το ξένο είναι καλύτερο. Ψάχνει ολημερίς κι ολονυχτίς τρόπους για να πάρει το ξένο μπαούλο, γίνεται η μόνη του έγνοια κι όταν δεν το καταφέρνει, ψάχνει ολημερίς κι οληνυκτίς τρόπους να το καταστρέψει, ενώ ξεχνά τελείως το δικό του μπαούλο, που έχει μέσα όλα όσα ποθεί πραγματικά». Η Καλλιόπη αναστέναξε κι όταν είδε το απορημένο βλέμμα της Λενιώς συνέχισε, «Δεν υπήρχε πιο ζηλιάρης και φθονερός άνθρωπος από τον άντρα μου», εξήγησε η Καλλιόπη κουνώντας λυπημένη το κεφάλι της. «Δεν άντεχε να βλέπει άνθρωπο ευτυχισμένο, πετυχημένο, ή να λένε καλό λόγο γι΄άλλον. Ακόμα και τα ίδια του τα παιδιά ζήλευε. Έχεις ματακούσει άνθρωπος να ζηλεύει τα παιδιά του; Κι όμως, σαν τρελός έκανε, άμα καταλάβαινε πως τους έχω δώσει να φάνε κάτι παραπάνω από αυτόν. Ποιος πατέρας δε θα ΄δίνε και την μπουκιά του ακόμα για το παιδί του; Κι αν μ΄έβλεπε να τα φιλώ, να τα κανακεύω ή να τα παινεύω γινόταν μεγάλη φασαρία!», είπε απογοητευμένη η Καλλιόπη καθώς κοιτούσε τον Ασημάκη να χαϊδεύει επαινετικά το κεφάλι του μικρού της γιού. «Η φωτιά τον έτρωγε, η φωτιά του φθόνου και της απληστίας, η φωτιά του να είναι κάποιος σε κάτι καλύτερος απ΄αυτόν. Η φωτιά τον έκαψε! Λένε πως δεν κάνει να μιλάς άσχημα για τους πεθαμένους, ο θάνατος ξεπλένει όλες τις αμαρτίες, μα δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι ότι ο Παντέλος θα πρέπει να στριφογυρνά τώρα στον τάφο του…» 

Η Λενιώ ανατρίχιασε «Γιατί;», ρώτησε με χαμηλή φωνή.

«Κάτι θα έχει δει βρει να τρώγεται!», είπε μειδιώντας αινιγματικά η Καλλιόπη και τα μάτια της σπίθισαν πονηρά κοιτώντας τους καραβομαραγκούς να δουλεύουν, μα έπειτα από λίγο πρόσθεσε με κατευναστική φωνή κοιτώντας τ΄ανήσυχα μάτια της Λενιώς, «Δε βγάζεις άκρη με άρρωστα μυαλά. Όταν κάποιος θέλει να ζηλέψει θα βρει λόγο, ακόμη κι αν είναι ανόητος. Το κακό είναι πως ψάχνοντας να βρει λόγο να ζηλέψει, προσπερνά την ευτυχία!».

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Ελευθερία Τσιντάρη - Χωρίς την ελπιδα
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook