Η κόρη μου

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

[Σημείωση: Το διήγημα το έγραψα το 2018, λίγο καιρό μετά το «Στο σούπερ μάρκετ», εξ ου και η αναφορά στον χασάπη. Υπάρχει αμυδρή σύνδεση (κυρίως λόγω του υπαστυνόμου Νικόπουλου) και με τα «Κείμενο αναγνώστη του Thebluez.gr» και «Στο μπαρ». Ωστόσο, ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει κάποιο από αυτά πριν από το «Η κόρη μου». Αν, όμως, θέλετε να αποφύγετε κάποια αποκάλυψη στην πλοκή άλλου κειμένου, τότε προτείνω να διαβάσετε μόνο το «Στο σούπερ μάρκετ», πριν από το «Η κόρη μου».]

 

 

Κοιτάζω τους αστυνομικούς. Είναι παντού γύρω μου. Βρίσκομαι στο αστυνομικό τμήμα και περιμένω. Τρέχουν από δω κι από κει, σηκώνουν τηλέφωνα, φωνάζουν, βρίζουν. Διατάζουν. Γράφουν στους υπολογιστές.

Λύνω τη γραβάτα μου. Κάνει ζέστη και ο χώρος έχει αρχίσει να γίνεται αποπνικτικός από τον ιδρώτα και τη μυρωδιά του μπαγιάτικου καφέ στα ποτήρια τους. Είναι βράδυ και όλες οι λαμπτήρες δουλεύουν στο φουλ, ενώ τα αιρ κοντίσιον κάνουν ό,τι μπορούν για να διατηρήσουν το εσωτερικό του κτιρίου σε φυσιολογικά επίπεδα.

Ξέρω ότι προσπαθούν και ότι θέλουν να βρουν την κόρη μου πριν να είναι αργά. Δεν έχει περάσει ακόμα το κρίσιμο διάστημα των 24 ωρών. Υπάρχει χρόνος, θεωρητικά, για να τη βρουν… να τη βρουν ζωντανή.

Ο υπαστυνόμος Νικόπουλος με κοιτάζει με κατανόηση. Άραγε έτσι θα κοιτούσε και το αγοράκι ή τη γυναίκα εκείνου του άντρα; αναρωτιέμαι. Είχε συλλάβει πρόσφατα έναν τρελό κρεοπώλη που είχε σφάξει μέσα στο σούπερ μάρκετ που δούλευε έναν πελάτη μπροστά στο παιδί του –ο τύπος, καθώς τον έβγαζαν έξω με χειροπέδες, φώναζε ότι πρέπει να ψωνίζει ο κόσμος από τις προσφορές. Στον Νικόπουλο ανατέθηκε πρώτα η υπόθεση της κόρης μου, αλλά ο προϊστάμενός του, ο αστυνομικός διευθυντής, του την άρπαξε έτσι απλά. Κάτι τέτοιες στιγμές λέω ευτυχώς που δεν χρειάστηκε να δουλέψω για το κράτος ή σε καμιά επιχείρηση.

Πλησιάζει. Έχει βγάλει κι αυτός το σακάκι του. Το πουκάμισό του έχει τσαλακωθεί και τα μαλλιά του είναι ανακατωμένα. Αν δεν είχε το όπλο στη ζώνη, θα ήταν ένας ακόμα δημόσιος υπάλληλος –εμφανισιακά. «Πώς τα πάτε;» με ρωτάει. «Μήπως θέλετε καφέ;»

«Όχι, υπαστυνόμε», του απαντάω. Συνήθως, πίνω μπόλικο, ειδικά όταν γράφω, αλλά τώρα δεν θέλω. Προσπαθώ να διατηρήσω την ψυχραιμία μου. «Σας ευχαριστώ».

Νεύει. Δεν είναι σαν το αφεντικό του. Από το λίγο που τους ξέρω και τους δύο, ο Νικόπουλος είναι αυτός που έχει πάρει πατριωτικά την υπόθεση. Ο αστυνομικός διευθυντής απλώς θέλει να πάρει τα εύσημα και, το βασικότερο, να μη διασυρθεί το τμήμα του. «Θα τη βρούμε», λέει ο Νικόπουλος. «Σας το εγγυώμαι. Έχουμε διαθέσει τους πάντες σ’ αυτή την υπόθεση».

«Το ελπίζω, υπαστυνόμε». Χαμογελώ θλιμμένα. «Από τότε που πέθανε η μητέρα της είναι η μόνη που έχω για να με ξυπνάει αξημέρωτα».

«Έχω κι εγώ ένα παιδί. Γιο. Θα έκανα τα πάντα γι’ αυτόν. Και για την Φανή, τη γυναίκα μου».

Συμφωνώ. Αλλά δεν με παρηγορούν αυτά τα λόγια. Και το ξέρουμε και εγώ και ο υπαστυνόμος.

Με ακουμπάει στον ώμο. «Σας το υπόσχομαι, κύριε Μπακόπουλε. Θα βρούμε τη Ξένια και θα μπαγλαρώσουμε τους απαγωγείς της».

Φεύγει. Μένω με τις σκέψεις και τις αγωνίες μου.

Με λένε Αρσένη Μπακόπουλο και κατάγομαι από την Καλαμάτα. Είμαι συγγραφέας παιδικών ιστοριών. Βασικός πρωταγωνιστής των βιβλίων μου είναι ο Τριξ, ένα δέντρο που μιλάει και κινείται και ταξιδεύει και προκαλεί προβλήματα όπου κι αν πάει, αλλά πάντα χάνει. Ηλίθιο, ε; Ξεκίνησε σαν μια μεθυσμένη ιδέα ένα Σάββατο βράδυ όταν ήμουν φοιτητής εδώ στην Αθήνα. Είχα πιει με άλλους καλούς και μελετηρούς συμφοιτητές μου και όταν επέστρεψα στην εστία του πανεπιστημίου μου ήρθε αυτή η ιδέα. Ένα κακό δέντρο που χάνει από τους καλούς. Το σημείωσα σε ένα από τα πάμπολλα τετράδια που είχα, και την Κυριακή, αφού ξεμέθυσα και ο πονοκέφαλος έγινε υποφερτός, κάθισα στο λάπτοπ και έγραψα ένα διήγημα οχτακοσίων λέξεων με τον Τριξ, όπου προσπαθεί να καταστρέψει το δάσος στο οποίο μεγάλωσε, αλλά τα άλλα δέντρα και τα ζώα που κατοικούσαν εκεί τον σταμάτησαν και εκείνος έφυγε, υποσχόμενος να «κάνει ζαβολιές» όπου αλλού πάει –ναι, έτσι το έγραψα. Στο τέλος, το κοίταξα και το ξανακοίταξα. Δεν ήξερα αν ήταν βλακώδες, πολύ βλακώδες ή πρωτότυπο –όσο είναι κάτι τέτοιο εφικτό. Είχα χρησιμοποιήσει απλή γλώσσα, καθόλου βρισιές ή άλλα παρεμφερή. Μου ήρθε να το σβήσω, αλλά δεν το έκανα.

Αποφάσισα να το στείλω σε έναν από τους καθηγητές μου. Ένα mail, όπου τον ρωτούσα πώς του φαινόταν. Μου απάντησε γρήγορα, όπως και συνήθιζε: Κάντο μυθιστόρημα. Τον ρώτησα αν το εννοούσε. Είπε ναι. Δεν είχα γράψει ποτέ μου μυθιστόρημα και εκείνος το ήξερε, κι όμως είπε να κάνω αυτό το διήγημα μυθιστόρημα και εγώ έμεινα να αναρωτιέμαι πώς στο καλό θα κατάφερνα κάτι τέτοιο.

Το έκανα, όμως. Και βγήκε. Και εκδόθηκε τον επόμενο χρόνο, όταν επιτέλους βρέθηκε ένας εκδότης που δέχθηκε να το αναλάβει, αν έκανα κάποιες διορθώσεις. Τις έκανα –είχε δίκιο για τις περισσότερες. Μου είπε ότι θα ήταν ωραίο για παιδικό βιβλίο. Την ίδια άποψη είχε και ο καθηγητής μου. Εγώ είχα αμφιβολίες, γιατί τα παιδιά θέλουν ήρωες που να νικάνε το κακό και να ξεπερνάνε τις δυσκολίες. Αλλά και οι δύο είπαν πως αυτό είχα γράψει και εγώ, αλλά από την ανάποδη: ο κακός, αν και πρωταγωνιστής, έχανε από τους καλούς. Θα ήταν ξεκάθαρο σε ένα παιδί αυτό; Κάποια στιγμή, τα παιδιά πρέπει να μάθουν να σκέφτονται, είπε ο καθηγητής. Κι ό,τι δεν καταλαβαίνουν, θα τους το εξηγούν οι γονείς τους –πρέπει να περνάνε δημιουργικό χρόνο μαζί, ιδού μια ευκαιρία, λοιπόν.

Και έτσι έγινε. Και πέτυχε. Άρεσε το πρώτο βιβλίο και ήρθαν και τα υπόλοιπα, μαζί με αρκετά έσοδα. Κάθε που ο Τριξ πήγαινε να κάνει μια ζαβολιά, τα άλλα όντα τού έλεγαν «Τριξ, μην κάνεις ζαβολιά, Τριξ, μην κάνεις ζαβολιά». Όπως στη Ντόρα τη μικρή εξερευνήτρια, που λένε στην Αλεπού, «Αλεπού, μην κλέβεις. Αλεπού, μην κλέβεις».

Αργότερα ήρθε ο κεραυνοβόλος έρωτας εμού και της Σταματίνας και μετά ήρθε η Ξένια -ωραία χρόνια τότε. Δεν κράτησαν πολύ, όμως.

Το κακό, όμως, με τη συγγραφή των αποτυχιών του Τριξ είναι το εξής: πρέπει να είμαι μεθυσμένος ή πάρα πολύ πιεσμένος για να γράψω. Δεν ξέρω πώς προέκυψε όλο αυτό, αλλά έτσι γίνεται. Αν δεν έχω κατεβάσει μερικά ποτηράκια Cutty Shark, η σελίδα στο word μένει λευκή σαν φρεσκοβαμμένος τοίχος.

Βγάζω το πορτοφόλι μου. Ένας αστυνομικός με στολή περνάει γρήγορα από μπροστά μου και η φωτογραφία της κόρης μου πέφτει στο πάτωμα. Τον αγριοκοιτάζω, αλλά δεν του λέω κάτι. Σηκώνω τη φωτογραφία και κοιτάζω την κόρη μου. Ένα εφτάχρονο κοριτσάκι που το απήγαγαν καθώς εγώ, μόλις πριν τρεις ώρες, έδινα διάλεξη για τα παιδικά βιβλία. Μέσα σε ένα αμφιθέατρο γεμάτο κόσμο. Η Ξένια κανονικά θα καθόταν στη μπροστινή σειρά για να τη βλέπω, όμως αποφάσισε να σηκωθεί –όσα έλεγα λίγο πολύ τα είχε ξανακούσει και τα βαριόταν κάθε φορά, επειδή αφορούσαν κυρίως τεχνικές συγγραφής. Την έβλεπα, μέχρι που αναγκάστηκα να γυρίσω προς τις διαφάνειες. Όταν γύρισα ξανά, στο τέλος της παρουσίασης, δεν ήταν πουθενά.

Χάθηκε, είπαμε στην αρχή. Ψάξαμε όλο το κτίριο. Δεν τη βρήκαμε. Η καρδιά μου σφίχτηκε, κόντεψα να λιποθυμήσω. Οι υπεύθυνοι της εκδήλωσης, ανάμεσά τους και ο εκδότης μου, είχαν φρικάρει.

Λίγο πριν καλέσουμε την αστυνομία, με πήραν τηλέφωνο οι απαγωγείς. Τριάντα χιλιάρικα, είπαν. Μετρητά. Έχεις μία μέρα. Και το έκλεισαν, πριν πω κάτι. Δεν χρειάστηκε να εξηγήσουν τι θα συμβεί αν δεν υπάκουγα.

Τώρα είμαι εδώ στο αστυνομικό τμήμα. Περιμένω και ελπίζω. Σε δύο πράγματα. Πρώτον, στο να ξαναδώ την κόρη μου. Ζωντανή και ακέραιη. Δεύτερον, στο να ξαναδώ την κόρη μου πριν να είναι αργά για μένα. Παίρνω χάπια για το άγχος. Όταν οι συμφοιτητές μου με είδαν για πρώτη φορά σε κατάσταση εκτός ελέγχου, με έσυραν στο νοσοκομείο. Έκλαιγα και έπεφτα πάνω στους τοίχους και στα έπιπλα, φωνάζοντας ασυνάρτητα πράγματα. Άσχημη φάση. Τα χάπια με συγκρατούν –ευτυχώς, δεν χρειάζεται να τα παίρνω συχνά. Τα χάπια και το αλκοόλ κάνουν δουλειά. Όταν γράφω για τις ζαβολιές του Τριξ, δεν παίρνω χάπια. Το ουίσκι λειτουργεί μια χαρά.

Τώρα περιμένω, κρατώντας στο τρεμάμενο χέρι μου τη φωτογραφία της Ξένιας. Περιμένω. Και σκέφτομαι. Ο Στίβεν Κινγκ είχε γράψει στην Ομίχλη πως οι φρικαλεότητες της Ιεράς Εξέτασης ωχριούν μπροστά στα παθήματα που μπορεί να πλάσει το μυαλό του καθενός μας για τους αγαπημένους του. Κι έχει δίκιο, σίγουρα.

Όμως, εγώ σκεφτόμουν περισσότερο τις φρικαλεότητες που μπορεί να πάθαιναν οι απαγωγείς της Ξένιας.

 

Τρεις ώρες μετά. Κανένα νέο. Όλοι και όλα κινούνται γύρω μου, οι αστυνομικοί, οι δείκτες του ρολογιού στον τοίχο, και εγώ κάθομαι σε μια άβολη καρέκλα. Και φουρκίζομαι και παλεύω να μην το χάσω τελείως. Δεν μπορώ να χάσω και την Ξένια. Δεν γίνεται. Την έχω ανάγκη. Όταν τη βλέπω και την ακούω δεν χρειάζομαι κανένα χάπι. Κανένα ποτό. Είναι σαν να μπαίνει στο χώρο μια αγία με γαλήνιο πρόσωπο και να διώχνει όλες τις σκοτούρες.

«Κύριε Μπακόπουλε;» Ο υπαστυνόμος. «Θέλετε κάτι να σας φέρω;»

«Την κόρη μου», λέω. Ξέρω ότι ακούγεται άσχημα, όμως δεν έχω καλή διάθεση.

«Κάνουμε ό,τι μπορούμε. Σας διαβεβαιώνω…»

«Δεν με ενδιαφέρουν οι διαβεβαιώσεις σου. Πού είναι η κόρη μου, γαμώτο;» Η καρδιά μου φτεροκοπάει. Όχι τώρα. Θέλω να πιω. Όχι χάπια, αλκοόλ θέλω.

«Κύριε, σας παρακαλώ».

Φεύγω. Βγαίνω έξω, πέφτοντας πάνω σε φωτοτυπικά μηχανήματα και πάγκους και ανθρώπους με μπλε στολές. Αναπνέω. Δεν μου αρκεί. Διψάω. Τρέχω στο αμάξι μου, αδιαφορώντας για τις φωνές των άλλων. Ανοίγω και παίρνω το μπουκάλι με το ουίσκι. Πίνω. Πίνω. Πίνω.

Πέφτω στο κάθισμα του οδηγού και κλείνω τα μάτια μου. Τα ανοίγω. Τα κλείνω. Συνέχεια. Ο ουρανός σαν τεράστιος μαυροπίνακας. Δροσιά έξω. Ανθρώπινες φιγούρες σαν στρατός από μαριονέτες με πλησιάζει.

Αλλά η Ξένια απούσα.

Κι εγώ είμαι θυμωμένος και φοβισμένος. Όπως ο Τριξ κάθε φορά που χάνει. Όπως τότε. Όπως τότε.

 

Ξανά στο αστυνομικό τμήμα. Είμαι ξαπλωμένος σε έναν άβολο καναπέ στο γραφείο του Νικόπουλου. Ο υπαστυνόμος είχε την καλοσύνη να μη με συλλάβει, αλλά να με βάλει να ξεκουραστώ. Τα φώτα εδώ είναι σβηστά και η πόρτα κλειστή, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τους ήχους απέξω να μπαίνουν. Ξέρω ότι έχει καλές προθέσεις –φέρθηκε με πολλή επιείκεια σε εκείνο τον κρεοπώλη. Ξέρω ότι όλοι εδώ είναι αγχωμένοι για να βοηθήσουν ένα γνωστό συγγραφέα να βρει την κόρη του ζωντανή. Ίσως παίζει ρόλο και ο φόβος της κατακραυγής αν δεν πετύχουν. Δεν με νοιάζει, εγώ θέλω την Ξένια.

Μουρμουρητά. Φωνές. Πιστόλια και καραμπίνες και αυτόματα που οπλίζουν. Τα πράγματα τρέχουν. Οι αστυνομικοί έχουν λάβει σήμα για κάτι πολύ άσχημο που συμβαίνει αυτή τη στιγμή.

Σκέφτομαι τον Τριξ. Τριξ, μην κάνεις ζαβολιά. Έτσι γράφω. Αρέσει στα παιδιά, γιατί τους το λένε και οι γονείς τους –ίσως όχι έτσι, αλλά περίπου. Ο Τριξ χάνει, πάντα.

Είμαι μεθυσμένος, το κεφάλι μου μοιάζει σαν τροχός που γυρίζει.

Οι αστυνομικοί τρέχουν. Φοράνε τα αλεξίσφαιρα γιλέκα και τα κράνη τους. Ο Νικόπουλος δίνει κοφτές εντολές. Ο αστυνομικός διευθυντής τα έχει παίξει.

Ο Τριξ. Χάνει. Πάντα.

Ο Νικόπουλος με κοιτάζει για μια στιγμή και έπειτα απομακρύνεται μαζί με τους άλλους.

Όχι, δεν χάνει πάντα.

Ο Τριξ χάνει όποτε το θέλω εγώ.

Και τώρα δεν το θέλω.

Είπα νωρίτερα ότι ανησυχώ για τους απαγωγείς. Λοιπόν, μαντέψτε, είπα ψέματα.

Από κάπου ακούγεται μια τηλεόραση. Ένας ρεπόρτερ φωνάζει. Δεν ακούω καθαρά τι λέει, αλλά δε χρειάζεται. Λίγο πολύ, ξέρω.

Ένα τεράστιο δέντρο έχει διαλύσει ένα σπίτι. Βλέπω τα πάντα, μέσα από τα μάτια του Τριξ. Οι κακοποιοί, ανάμεσά τους και ο εκδότης μου, το πυροβολούν, καθώς αυτό ορθώνεται από πάνω τους. Ούτε που το τραυματίζουν. Θα τους σκοτώσει άνετα. Και μετά θα φύγει παίρνοντας κάτι μαζί του.

Όχι κάτι. Κάποια. Την Ξένια μου. Ο Τριξ θα τη φέρει σε μένα. Ζωντανή, ακέραιη. Κοιμισμένη λόγω των υπνωτικών που αναμφίβολα της έχουν δώσει. Για να είμαι ειλικρινής, έχω απογοητευτεί ως προς αυτό. Θέλω η Ξένια να δει τον Τριξ –και μάλιστα καθώς τη σώζει. Τον έχει συμπαθήσει από τις ιστορίες που γράφω. «Είναι καλός, μπαμπά», μου λέει. «Χάνει επίτηδες, γιατί ξέρει ότι έχει άδικο». Ξέρει τι λέει η μικρή, σκέφτομαι συχνά. Ο Τριξ είναι απλά ένα ζαβολιάρικο δέντρο με παιδικό μυαλό. Θέλει να κάνει αταξίες, αλλά όχι να πληγώσει, όχι εκ προθέσεως.

Την αγαπώ τη μικρή. Είναι πιο έξυπνη απ’ ό,τι ήμουν εγώ στην ηλικία της.

Ο Νικόπουλος, μάλλον δεν έφυγε ακόμα. Κάτι λέει ότι μπορεί να χρειαστούν το στρατό.

Μη βιάζεσαι, υπαστυνόμε, λέω μέσα μου. Μείνε με τον κρεοπώλη σου. Αυτοί είναι δικοί μου. Είναι δικοί μου και του Τριξ. Αυτή τη φορά το ζαβολιάρικο δέντρο ό,τι κάνει το θέλει. Κι εγώ βλέπω.

 

 

——————————————————————————————————

Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.

Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr

Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/

Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/%ce%b7-%ce%b5%ce%bd%cf%84%ce%bf%ce%bb%ce%ae-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ba%cf%8c%ce%bc%ce%b9%cf%83%cf%83%ce%b1%cf%82/

 

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Ελευθερία Τσιντάρη - Χωρίς την ελπιδα
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook