Η Λήδα ήταν 27 χρονών όταν έφτασε στο χωριό που είχε εγκαταλείψει άρον άρον στα 15. Ήταν μια γυναίκα σχετικά όμορφη κάτω από τα ατημέλητα ρούχα της, με μακριά μαύρα μαλλιά και μάτια. Ψηλόλιγνη γυναίκα, φάντασμα του εαυτού της πια.
Και μουγγή.

Ο ήχος της χάθηκε ξαφνικά ένα απόγευμα παρασκευής μετά το σχολείο. Ήταν και το τελευταίο μάθημα που παρακολούθησε. Από κει και έπειτα ξεκίνησε μια σειρά εξετάσεων και τρεξίματος για εκείνη και την μάνα της , εφόσον ο μπαμπάς της είχε πεθάνει όσο ήταν μωρό ακόμα, για να βρουν την αιτία της αλαλίας.

Η Λήδα υπέμεινε στωικά κάθε είδους εξέταση, χωρίς αντίσταση αλλά και χωρίς συμμετοχή. Κάθε ερώτηση των γιατρών ή της μάνας της , έπεφτε στο κενό. Δεν βρήκαν ποτέ κάτι παθολογικό. Οι απειλές της μητέρας της δεν έπιαναν, πως εάν δεν μιλήσει θα την κλείσει σε ορφανοτροφείο κι έτσι εγκατέλειψε κι εκείνη και την πήρε πλάι της να πλένει σκάλες. Η Λήδα κοιτούσε στο κενό 23 ώρες το 24ωρο. Αρνιόταν κάθε είδους φαγητό και δεχόταν με ευχαρίστηση το πρόσταγμα να πάει για ύπνο. 6 μήνες αργότερα η μάνα της την φόρτωσε στο ΚΤΕΛ με μια βαλίτσα ρούχα και την έστειλε Θεσσαλονίκη στην θεία της την κυρά Φωφώ. Τα τελευταία της λόγια ήταν “Η θεια σου είναι μιλημένη. Θα σε φροντίσει μέχρι να σου βρει γαμπρό. Μην τολμήσεις και γυρίσεις πίσω μωρή χωρίς στεφάνι θα σου κόψω τα ποδάρια”
Δεν την είδε ξανά ποτέ την μάνα της ζωντανή.

Έζησε όμως δυο χρόνια με την θεια της, που κάθε άλλο παρά καλά της φέρθηκε μέχρι να της βρει άντρα να την αποκαταστήσει και να την ξεφορτωθεί. Έτσι συνήθιζε να της λέει αρκετά συχνά ώστε να μην ξεχνάει τι της χρωστάει που την μάζεψε.

Παντρεύτηκε τελικά όχι φυσικά από έρωτα, έναν άντρα αρκετά μεγαλύτερό της και φιλήσυχο. Δεν τον ζάλιζε εφόσον ήταν μουγγή, έκανε τις δουλειές στο σπίτι , απαιτήσεις δεν είχε. Ε δεν ήθελε τίποτα άλλο.

Η Λήδα παρέμενε σιωπηλή και κάθε βράδυ, αφού τελείωνε τις δουλειές καθόταν στο κουζινάκι και διάβαζε. Εκεί έπαιρνε φωνή όλο της το σώμα. Μπορούσε να ονειρευτεί, να κλάψει, να γελάσει, να αναπτύξει διάλογο. Όλα μπορούσε να τα κάνει μέσα απο τα βιβλία. Της φαινόταν τόσο μαγικό που αυτά τα μικρά μαύρα σχεδιάκια όταν τα ένωνες έφτιαχναν λέξεις, κι ύστερα προτάσεις κι ύστερα ολόκληρες ιστορίες και συναισθήματα. Όλη αυτή η μαγεία ξεχυνόταν από μέσα της κάθε που έπεφτε η νύχτα ανελλιπώς κι ήταν οι στιγμές που ένιωθε κι εκείνη δερμάτινο πλάσμα. Άνθρωπος.

Όταν έκλεισε τα 18 της χρόνια έφερε στον κόσμο και το παιδί τους. Ένα όμορφο μελαχρινό κοριτσάκι με πράσινα μάτια σαν του μπαμπά. Έπεσε με λύσσα πάνω της η Λήδα. Σαν να γεννήθηκε για να την γεννήσει. Σαν όλη της η ζωή να εξαρτιόταν από την πνοή της κόρης της πια. Ο σύζυγός της καθόλου δεν ενοχλήθηκε. Είχε ξεχάσει και την παρουσία της στο σπίτι. Αντίθετα με πρόφαση της ανησυχίας του μωρού τα βράδια, εγκατέλειψε και το κρεβάτι τους με ανακούφιση και των δύο.

Και κάπως έτσι πέρασαν τα πρώτα χρόνια με την Λήδα και την κόρη της να επικοινωνούν με το σώμα και τα χέρια.
Πόσο λαχταρούσε να της διαβάσει ένα παραμύθι, να την νανουρίσει με τραγούδια. Μα τίποτα δεν ήταν ικανό να ενεργοποιήσει τις φωνητικές της χορδές. Κι έτσι είχε συμβιβαστεί σε αμέτρητες αγκαλιές και χάδια.

Όταν η κόρη της θα πήγαινε δημοτικό, της ήρθε μαντάτο ότι πέθανε η μάνα της. Σκέφτηκε τότε πως ήρθε η ώρα να γυρίσει και να διεκδικήσει μια ήσυχη ζωή στον τόπο που λάτρεψε και ταυτόχρονα την σκότωσε. Κάθισε κάτω τον άντρα της και λίγο με νοήματα, λίγο με χαρτί και μολύβι τον έπεισε να πάνε αρχικά μάνα και κόρη στο χωριό και σαν στρώνανε λίγο εκεί το σπίτι να πήγαινε κι εκείνος με απόσπαση από την δουλειά του.

Λίγες μέρες αργότερα μύριζαν τον αέρα του χωριού. Το νωπό χώμα και η υγρασία του ξημερώματος τους πιρούνιαζαν τα κόκαλα. Η Λήδα ήταν έντρομη και σχεδόν είχε μετανιώσει που αποπειράθηκε να θάψει τους δαίμονές της. Όμως μια δύναμη την κράτησε. Σχεδόν την εξανάγκασε να κάνει ότι έπρεπε για την διαβίωση τους εκεί. Θες λίγο ο εγωισμός, θες η ελπίδα; Έμεινε.

Έγραψε την μικρή Ζωή στο δημοτικό , στύλωσε το σπίτι που έμεινε από την μάνα της, θέρισε και το μικρό χωραφάκι που έστεκε στεγνό και εγκαταλειμμένο. Όταν όλα ήταν έτοιμα έγραψε του άντρα της να έρθει. Ανήμερα του αγιασμού τον περίμενε.

Έβαλε τα γιορτινά της 11 Σεπτέμβρη λοιπόν η Λήδα και συνόδευσε το παιδί της στον αγιασμό. Καρδιοχτυπούσε σαν θυμόταν τα δικά της παιδικά χρόνια, μα εκείνη η στιγμή ήταν της Ζωίτσας και τίποτα δεν θα την χαλούσε. Έτσι χέρι χέρι έφτασαν στο προαύλιο που κάποτε έπαιζε εκείνη. Κι έκλαιγε μέσα της που δεν μπορούσε να περιγράψει με λόγια στην κορούλα της όλα όσα έζησε. “Δεν βαριέσαι. Τώρα θα μάθει να γράφει και να διαβάζει και θα της τα πω όλα” σκέφτηκε.

Τότε τον είδε…

Χαμογελαστό μπροστά από τις θέσεις των επισήμων, κοντά στον παπά. Με την ίδια γλοιώδη φυσιογνωμία και της φάνηκε πως φορούσε και τα ίδια ρούχα Πάγωσε το αίμα της. Άρχισε να τρέμει και να ζαλίζεται. Ίδρωσε και ενστικτωδώς τράβηξε κοντά της την Ζωή. “Αυτός θα είναι ο δάσκαλος της κόρης μου;”
Έγνεφε όχι όχι και τραβούσε το παιδί που άρχισε να φοβάται και να αναρωτιέται τι συμβαίνει. Και τότε την κοίταξε. Με το ίδιο αποκρουστικό βλέμμα με τότε. “Όχι όχι” ούρλιαζε το μέσα της και γύρισε να φύγει.

Μόνο όταν κλείδωσε πίσω της την πόρτα αντιλήφθηκε το γοερό κλάμα της Ζωής που μόλις της κατέστρεψε την πρώτη μέρα στο σχολείο. Η Λήδα έκανε βόλτες πάνω κάτω στο σπίτι. Έκαιγε. Έτσουζε η ψυχή της.

Πήρε τότε χαρτί και στυλό κι άρχισε να γράφει. Να γράφει με μανία. Τόσο πίεζε το στυλό που έσκιζε το χαρτί. Ότι είχε ζήσει, ότι είχε δει, όσα είχε νιώσει. Τον διωγμό από την μάνα της για τα ξεφτιλίκια της, σαν να έφταιγε εκείνη. Τα έγραψε όλα.

Άφησε την Ζωή στην μόνη φίλη που είχε αποκτήσει στο χωριό και κατευθύνθηκε στο τμήμα. Με κλάματα τους εξήγησε ακριβώς τι είχε συμβεί, 13 χρόνια πριν στην ίδια στους αποσβολωμένους αστυνομικούς. Αφού διασφάλισε την έρευνα, ταχυδρόμησε ότι έγραψε σε όλα τα κανάλια.

Δύο μέρες μετά ο δάσκαλος του χωριού συνελήφθη για ασέλγεια εις βάρος 8 ανήλικων παιδιών σε 13 χρόνια.
Βλέποντας την σύλληψή του η Λήδα έπεσε στα γόνατα και η κόρη της την αγκάλιασε.
“Μην κλαις μανούλα”

“Τέρμα τα δάκρυα Ζωούλα μου” ψέλλισε…..