Η μέρα που γεννήθηκες ήταν η μέρα που με σκότωσες.
Δεν ξέρω πως να το πω αλλιώς ότι έπαψα να υπάρχω.

Η δεύτερη φορά που διαγράφηκα από προσώπου γης ήταν όταν έφυγαν από τη ζωή οι δύο άνθρωποι που με όριζαν σαν το παιδί κάποιου. Η πρώτη ήταν η μέρα που γεννήθηκες και διαγράφηκε όλο αυτό που ήμουν πριν από σένα όταν έγινα η μάνα κάποιου.

Ούτε σε προγραμμάτισα, ούτε προσπάθησα, ούτε σε είχα σκεφτεί καν. Απλά μια μέρα γέμισαν ξαφνικά τα χέρια μου από σένα, ένα χρόνο μετά που έγινα σύζυγος. Εκείνο το ζαρωμένο μούτρο, το στόμα που είχε ξεχειλώσει από την ταλαιπωρία της άφιξής σου, τα θολά μπλε μάτια, έδωσαν μια και τράβηξαν ένα κόκκινο Χ σε ότι άλλο υπήρξα πριν από σένα.

Χαμένη στη δίνη των συγχαρητηρίων, των δακρύων, των φιλιών, των λουλουδιών, ζαλισμένη από τον τυφώνα που εγκαταστάθηκε στο κέντρο του Είναι μου, σε πήρα σπίτι και ξαφνικά υπήρχαμε ΕΣΥ, το κύτταρο που έγινε κορμί και μπράτσα και πόδια και αναπνοή και εγώ.

Η κτητική μανία με την οποία σε αγάπησα γέμισε την ύπαρξή μου. Σταμάτησα να φοβάμαι το σκοτάδι όταν ήρθες. Σταμάτησα τις νύχτες να πλημμυρίζω κάθε δωμάτιο του σπιτιού με φως, επειδή πια είχα εσένα και δεν με φόβιζε τίποτα εκτός από σένα.

Χάθηκα μέσα στις άυπνες νύχτες, στην λάντζα, στα γεύματα, στα μπάνια, στα κούνια-μπέλα για να κοιμηθείς, στα ρεψίματά σου, στις πάνες σου τις σιχαμερές που τις έβαζα και παραμάσχαλα με το περιεχόμενο τους για να σε κρατήσω με τα δύο χέρια. Εκμηδενίστηκα, έγινα η υπηρέτριά σου, η νταντά σου, η νοσοκόμα σου, η δασκάλα σου, ο μποντυγκάρντ σου. Η κοκέτα, η περιποιημένη, αυτή που δεν έβγαινε χωρίς μακιγιάζ και σκουλαρίκι, έμοιαζε με το τελευταίο παραπεταμένο ψυχοπαίδι καθώς ασθμαίνοντας έσπρωχνε στην ανηφόρα το καρότσι σου με τα χερούλια του φορτωμένα με 324 σακούλες του σούπερ μάρκετ και μ’ εσένα μέσα θρονιασμένο σαν λουκουμά ξανθό και πρασινομάτη, με τις δίπλες να ξεχύνονται σε μπούτια και μπράτσα, να κάνεις μπουρμπουλήθρες με το στόμα. Να θέλεις παιχνίδια και αγκαλιές και περίπατους και μαγείρεμα και νανούρισμα και ξεσκάτισμα και εμβόλια και θερμόμετρα στον κώλο. Και να κλαις. Και τα ήθελες όλα από μια εξουθενωμένη και άυπνη. Η ίδια εξουθενωμένη και άυπνη, εγώ, που όταν σε έπαιρνε στην αγκαλιά της θεία, γιαγιά, νονά για να με “ξεκουράσει” έτσι και τους έκανες γελάκια και φιλάκια, γινόμουν έξαλλη μέσα μου και με κατέτρωγε η ζήλια και δεν σ’ άφηνα σε άλλη αγκαλιά πάνω από πέντε λεπτά.

Γινόμουν μέγαιρα με τις συμβουλές. Δεν είχα ιδέα τι να κάνω με σένα, δεν το διδάχτηκα, κολυμπούσα σε άγνωστο ωκεανό με τριαντάμετρα κύματα και σαρκοβόρα όντα, αλλά συμβουλές δεν ήθελα. Μάθαινα από σένα. Μαθαίναμε και οι δύο.

Σαν ζιζάνιο μεγάλωνες. Πήγες προ-νήπιο, έκανες και “φίλους” και τους κερνούσαμε κιόλας με τούρτες και καναπεδάκια. Έπεφτες και πρηνηδόν και κοπάναγες το κεφάλι σου στο πάτωμα όταν σε “χάλαγαν” και πήγα σε παιδοψυχολόγο για να μου πει να σ’ αφήσω ήσυχο και να περάσω εγώ από τον καναπέ της.

Έγινες “πρωτάκι” και έπνιγα τους λυγμούς καθώς σε κοιτούσα σ’ εκείνον τον πρώτο αγιασμό, μακριά μου σ’ ένα κόσμο άγνωστο σε μένα. Σ’ εμπιστεύθηκα σε αγνώστους!
Παλεύαμε μαζί, ήμουν μικρή και χρειαζόμουν την βοήθειά σου και μου την έδινες αγόρι μου πανέμορφο. Έξι χρονών είχες μάθει να περνάς τον δρόμο μόνος σου και όταν ο περιπτεράς σου έδινε λάθος ρέστα, τα μετρούσες μπροστά του και του ζητούσες τα σωστά. Δεν ζήτησες ποτέ ρέστα από μένα για τα πολλά λάθη που έκανα. Ποιος ζογκλέρ διακινδυνεύει ποτέ στον αέρα τα κομμάτια της ίδιας της ψυχής του; Εγώ κρατούσα στον αέρα δουλειά, παιδί, ανάγκες, υποχρεώσεις, τη γυναίκα, τη μάνα, την παιδούλα, την κοκέτα, το σπίτι μας, τα λάθη μου, τα σωστά μου. Μεγαλώναμε. Παλεύαμε με τους δαίμονες και τους ανθρώπους. Με λάτρευες μ’ αυτή τη λατρεία που μόνο από το μικρό παιδί σου εισπράττεις.

Απομακρύνθηκες, σε νευρίαζα, σε καταπίεζα, σε μεγάλωνα με στρατιωτικό νόμο κάποιες φορές. Ήρθαν χρόνια που δεν σε ήξερα. Καμιά εγκατάλειψη, καμία απομάκρυνση δεν πλήγωσε όσο όταν έχασα εσένα. Άδειασε και η αγκαλιά και η καρδιά μου. Σε παράλληλους δρόμους προχωρούσαμε αλλά σε παράλληλα σύμπαντα ζούσαμε.

Την ημέρα που είπες “φεύγω για Κίνα” άλλαξε η ζωή μας και η σχέση μας. Το μόνο που μου ήρθε στο στόμα από το σοκ, ήταν ένα “μη μου το κάνεις αυτό, θα πεθάνω”. Μου έδωσες την απάντηση που άλλαξε εμένα. Εσύ μη μου το κάνεις αυτό μάνα, μου είπες, δεν θέλω να πάω 50 χρονών και να κοιτάω πίσω μου όλα αυτά που ήθελα να κάνω και δεν τα έκανα επειδή φοβόταν η μάνα μου.

Η μόνη απόκριση που σου άξιζε ήταν ότι θα ήμουν μαζί σου, σε ότι θα επέλεγες, σε ότι αποφάσιζες, σε όποιον δρόμο θα σε καλούσε, εγώ θα ήμουν στήριγμα και καταφύγιο. Η πιο καθοριστική στιγμή της ζωής μου ήταν όταν έκανα δική μου την αλήθεια ότι τα παιδιά μας δεν είναι ιδιοκτησία μας, αλλά τα έχουμε σαν δανεικά δώρα από το Σύμπαν και το μεγαλύτερο δώρο που μπορούμε εμείς να τους κάνουμε είναι να τα βοηθήσουμε να χτίσουν τα φτερά τους, να τα απλώσουν και να πετάξουν για τους δικούς τους ουρανούς.

Σε στερήθηκα δεκατρία χρόνια που σε κέρδισε το wanderlust, η δίψα σου να γίνεις ένας πολίτης του κόσμου. Δεκατρία χρόνια σε γνώριζα ξανά από την αρχή μέσα από τα ταξιδιωτικά σου blog, μέσα από τα μάτια των χιλιάδων ανθρώπων που σε γνώριζαν στην Κίνα, στην Ρωσία, στην Αργεντινή, στην Αμερική, στην Κολομβία και έκθαμβη διάβαζα για τον θαυμασμό και τον σεβασμό που κέρδιζες από συνταξιδιώτες και συνανθρώπους.

Στην Ιταλία σου κλέψαν όλα σου τα υπάρχοντα και στιγμιαία λύγισες αλλά δεν γονάτισες. Στην λίμνη Βαϊκάλη παρά λίγο να σε χάσω από ανεμοστρόβιλο και το έμαθα χρόνια μετά. Σε τάισαν, από το υστέρημά τους, ωμή γίδα σε κάποια σκηνή νομάδων στην Σιβηρία και την έφαγες επειδή συγκινήθηκες από την προσφορά τους. Δούλεψες από μεταφραστής μέχρι παρασκευαστής σούσι. Δεν μου ζήτησες ποτέ ούτε ένα κατοστάρικο για να χρηματοδοτήσεις το όνειρό σου. Ταξίδεψες με λεωφορείο, με τρένο, με ωτοστόπ, με τα πόδια, έγινες προσκυνητής του Κόσμου.

Σε κέρδισε η Ελλάδα τυχαία, σε κάποιο διάλειμμα από τα ταξίδια σου , όταν τα περισσότερα παιδιά δραπέτευαν από αυτήν, επειδή αγαπάς την πρόκληση. Σε έχω ξανά επειδή είσαι ο πιο υπέροχος άνθρωπος που έχω γνωρίσει ποτέ. Δεν σε αγαπάω μόνο, σε θαυμάζω και σε σέβομαι. Είσαι παιδί μου και γιος μου, ο εκμυστηρευτής μου, ο έμπιστος μου και το Σπίτι μου. Μάθαμε τόσα πολλά ο ένας από τον άλλον! Δώσαμε τόσα πολλά δώρα ο ένας στον άλλον. Το μεγαλύτερο δώρο που πήρα από σένα είναι το πόσο περήφανη με κάνεις κάθε μέρα της ζωής σου. Το μόνο που χρειάζομαι πια είναι να ελπίζω ότι κάποιες στιγμές σε έχω κάνει περήφανο για μένα, με τη σειρά μου.

Η μέρα που γεννήθηκες ήταν η μέρα που σκότωσες εκείνο το τυχαίο κοριτσάκι που ήμουν και έφτιαξες τη μάνα ενός ανθρώπου που κάνει τη γη λίγο καλύτερη.