Η Μαργαρίτα, η Μαργαρώ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Μια γυναικεία συναδελφική φωνή. Μια ευγενική και χαμογελαστή φωνή είναι για μένα στο τηλέφωνο. Όποτε χρειάζομαι τη βοήθεια του τμήματός της, όσο φορτωμένη, όσο αγχωμένη και να είμαι, όταν απαντά στην κλήση μου εκείνη, πάντα μα πάντα μου φτιάχνει τη διάθεση. Νομίζω κάποιοι από εμάς, σαν αυτήν, είμαστε γεννημένοι για τον κλάδο της επικοινωνίας, της εξυπηρέτησης, της ανθρώπινης επαφής. Ανήκει στους ελάχιστους ανθρώπους της ζωής μου (μην πω η μοναδική) που όντας ουσιαστικά άγνωστη, μού δίνει χαρά η επαφή μαζί της. Το πόσο καλοπροαίρετη είναι, το πώς μεταδίδει την θετική της αύρα στο χώρο, σα δροσερό κυματάκι που σκάει απαλά στα πόδια μου. Ποτέ δε μου δόθηκε η ευκαιρία να πιω έναν καφέ μαζί της, να την γνωρίσω καλύτερα, να δω τι φορτίο κουβαλά κρυμμένο στις μικροσκοπικές πλάτες της. Θα το ήθελα πολύ όμως. Κάθε φορά που πηγαινοέρχεται συνάδελφος στο συγκεκριμένο τμήμα, ψάχνω την ευκαιρία να ρωτήσω πώς τα πάει, ανταλλάσουμε χαιρετίσματα και πειράγματα.

Έχω καμιά δεκαπενταριά μέρες όμως που τα νέα της, μου φέρνουν μόνο στεναχώρια. Δε θα ψάξω πώς και από που, το λουλούδι μας η Μαργαρίτα, κόλλησε τον κορονοιό και ξεκίνησε να μαραίνεται. Υγιής και καπνίστρια χρόνια, δεν ξέρω τι φταίει, ξεκίνησε με ελάχιστο πυρετό όμως εδώ και λίγες μέρες είναι στην ΜΕΘ με μηχανική υποστήριξη. Σχεδόν κανένα όργανό της δεν λειτουργεί πια. Ένα θαύμα λένε την σώζει. Αγωνιώ να μάθω τι κάνει αλλά ταυτόχρονα δεν το αντέχω, γιατί με πλακώνει στο στήθος. Σκάω απ’ την αγωνία μου ενώ παράλληλα τρέμω για το τι θ’ ακούσω. Οξύμωρο μα τόσο αληθινό. Δε θέλω να σκεφτώ καν τι περνάνε οι δικοί της άνθρωποι. Συνειδητοποίησα ότι δεν ξέρω αν έχει σύζυγο, παιδιά, αδέλφια, κατοικίδια… Γνωρίζω πως είχε μια μαμά που υπεραγαπούσε. Την έχασε από την ίδια ασθένεια την προηγούμενη βδομάδα. Μόνο το βάρος πως αυτή κουβάλησε τον φονιά μες στο σπίτι της, κόλλησε την υπερήλικη μητέρα της οδηγώντας την στο μοιραίο, αρκούσε να την σφίξει σα θηλιά και να καταλήξει και η ίδια στην εντατική.

Προσωπικά έχω ζήσει βασανιστικές περιόδους σε νοσοκομεία. Γιορτές, γενέθλια, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά… Πάντα όμως κρατούσα το χέρι του ανθρώπου μου όταν ανάρρωνε. Μα κυρίως έσφιγγα τα δόντια μέχρι την τελευταία στιγμή, όταν τον αποχαιρετούσα οριστικά.

Είναι σαν να παρακολουθείς ένα γυαλί που έχει ραγίσει. Σιγά – σιγά προχωρά το σπάσιμο, είναι αδύνατο να το σταματήσεις. Μέχρι που γίνεται σμπαράλια στα πόδια σου. Σε τραυματίζει, σε πληγώνει ανεπανόρθωτα αλλά δεν μπορείς, δε θες να απομακρυνθείς! Είναι το ίδιο συναίσθημα όταν κοιτάς τον δικό σου ασθενή και ας μην έχει καμία επικοινωνία με το περιβάλλον. Έχεις την ψευδαίσθηση πως είναι και πως είσαι εκεί, πως κάτι κάνεις, έστω απλώς αναπνέοντας τον ίδιο αέρα.

Και όμως, είναι τόσο διαφορετικό, τόσο ψυχοφθόρο, να μην μπορείς να τον πλησιάσεις καν λόγω της μολυσματικής ασθένειας. Να κρέμεσαι πάνω από το τηλέφωνο, να μην ξέρεις αν χτυπά για καλό ή για κακό. Ειλικρινά όσοι δεν έχουν ζυγίσει στα σωθικά τους αυτό το βάρος, δεν μπορούν να αισθανθούν τι ακριβώς συμβαίνει τώρα στα νοσοκομεία. Με το ζόρι «ξεγράφεις» όποιον περνά τις πύλες τους, και η μόνη σου ευχή που ποτίζει τα κύτταρά σου, η κραυγή που ουρλιάζει μέσα σου, η ελπίδα που ξεχύνεται σε κάθε βλέμμα σου, είναι να γίνει καλά, να τον ξαναδείς μπροστά σου!

Θυμάμαι τόσο έντονα τις τελευταίες μέρες της μητέρας μου στην κλινική, ενώ εμείς ήδη ξέραμε την κατάληξη. Μου υπέδειξε να τοποθετήσω τις παντόφλες της στην ντουλάπα του δωματίου, να μην τις πειράξει κανείς μέχρι να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι του πόνου. Ήλπιζε πως θα φύγει ζωντανή από εκεί μέσα. Έσκυψα να τις πάρω με τόση φροντίδα και όπως γύρισα την πλάτη να τις βάλω στο ερμάριο, δάκρυσα και έμεινα σκυμμένη, υποκρινόμενη πως τακτοποιούσα τα πράγματά της, μέχρι να συνέλθω. Ήμουν όμως παρούσα! Σε αντίθεση με την συνάδελφο και όλους αυτούς που αγωνίζονται μόνοι τους απέναντι στον δράκο.

Δεν ξέρω αν θα βγει νικήτρια, το θέλω τόσο πολύ, σα φωτιά που καίει μέσα μου και μακάρι να μπορούσε να τη φθάσει, να τη ζεστάνει. Μετανιώνω τόσο που δε βρήκα ποτέ λίγο χρόνο να βρεθώ μαζί της, να τα πούμε. Αν το είχα κάνει, σίγουρα θα πονούσα ακόμα πιο πολύ. Αυτή η αναμονή είναι σκέτη ασφυξία. Αλλά υπόσχομαι μόλις κερδίσει την μάχη να κάτσω να της μιλήσω, να την γνωρίσω καλύτερα. Και ίσως όχι μόνο αυτήν! Τόσοι άνθρωποι γύρω μας αξίζουν το βλέμμα, την κουβέντα, το άγγιγμά μας, ενώ εμείς αναλωνόμαστε σ’ αυτούς που μας τρώνε ενέργεια. Εύχομαι όταν το καταλάβουμε, όταν αλλάξουμε, όταν σηκώσουμε το βλέμμα απ’ τον εαυτό μας και δούμε τον ορίζοντα, να μην είναι αργά για την Μαργαρίτα, να μην είναι αργά για εμάς τους ίδιους, να μην είναι αργά για τον πλανήτη!

 

 

Μαρίτσα Καρά

 

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Δώρα Κουτσογιάννη
1999

Βρείτε μας στο Facebook