Έκανε δυο βήματα στον σκοτεινό διάδρομο, ίσα ίσα που πλησίασε στον παλιό διακόπτη.
Τον έπιασε με τον αντίχειρα και τον δείκτη και με μια απαλή κίνηση τον σήκωσε προς τα επάνω.
Συνηθίζει να πέφτει η ασφάλεια όταν κάνει απότομες κινήσεις και ποτέ δεν κατάλαβε γιατί.
Άσε που κάθε φορά που έκανε την συγκεκριμένη κίνηση, σκεφτόταν ακριβώς το ίδιο «Πρέπει να φωνάξω τον Άγγελο κάποια στιγμή να δει τι γίνεται με τα ηλεκτρικά. Θα πάρει καμιά φορά το σπίτι φωτιά και δεν θα ξέρω γιατί».
Ο διάδρομος φωτίστηκε και παρόλο που η ματιά του ήταν ακόμη καρφωμένη στον τοίχο, εκείνος έβλεπε ήδη την παλιά ταπετσαρία και τα φωτιστικά στους τοίχους.
Α! Και την καμένη λάμπα, η τέταρτη στην αριστερή σειρά. Αλλά είπαμε, ο Άγγελος.

Γύρισε προς την άλλη μεριά και προχώρησε 13 βήματα. Ήξερε ακριβώς την απόσταση, αφού την είχε κάνει αρκετές φορές στα σκοτεινά, όταν βαριόταν να δοκιμάσει την τύχη του με τον διακόπτη και περπάταγε στα τυφλά.
Έβαλε το χέρι του στην τσέπη βγάζοντας ένα κλειδί διακοσμημένο περίτεχνα στο επάνω μέρος. Κλειδί του σολ. Είχε ένα κλειδί του σολ από μπρούντζο!
‘Άνοιξε την πόρτα, γύρισε τον διακόπτη αριστερόστροφα και με παλλόμενο φως οι λάμπες φθορίου φώτισαν την οροφή.
Το δωμάτιο αυτό ήταν ίδιο από τότε που ήταν τεσσάρων. Δεν το είχε πειράξει κανένας.
Μόνο οι μαύρες κηλίδες στους τοίχους, από την υγρασία, πρόδιδαν την ηλικία του.
Λιτό, δύο-τρία έπιπλα, ένα φωτιστικό δαπέδου, ψηφιδωτό μωσαϊκό στο δάπεδο και περίπου στο κέντρο, δίπλα από το μεγαλύτερο παράθυρο ένα πιάνο.
Θα έλεγε κανένας, παρόμοιας ηλικίας με το δωμάτιο και χαραγμένα τα σημάδια του χρόνου παντού στο σώμα του.
Τράβηξε το σκαμπό με το κόκκινο βελούδινο κάλυμμα και έκατσε.

Τα χέρια του σαν από σίδερο, μαγνητίστηκαν από τα ασπρόμαυρα πλήκτρα και θηλύκωσαν σε συγκεκριμένες θέσεις. Λες και ήταν φτιαγμένα μόνο για αυτό.
Κοίταξε γύρω του, ανοιγόκλεισε τα μάτια του σαν να έκανε ένα μυστικό σινιάλο και στο άνοιγμά τους, ανθρώπινες φιγούρες άρχισαν να εμφανίζονται.
Ημιδιάφανες στην αρχή, ξεχώριζες από μέσα τους το χρώμα του δωματίου, ενώ σταδιακά έπαιρναν μορφή. Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα το δωμάτιο είχε γεμίσει άντρες, γυναίκες, παιδιά, ζώα. Ένα κοινό το οποίο αρχικά έδειχνε να αδιαφορεί για την παρουσία του πιανίστα μας, ενώ εκείνου το πρόσωπο φώτιζε από ένα διάπλατο χαμόγελο.
Τους περίμενε, ναι, αυτό είναι. Τους περίμενε εκεί, δεν ξαφνιάστηκε. Αντίθετα, ατάραχος, ξεκίνησε να παίζει μουσική.
Τα χέρια του ζωγράφιζαν επάνω στο πιάνο, χρώματα, σχέδια, εικόνες, χαμόγελα, δώρα, συναισθήματα.
Λες και ήταν φτιαγμένος να παίζει για να μοιράζει.
Έπαιζε και κοίταγε το κοινό του. Έπαιζε και τα μάτια του σφυρηλατούσαν κάθε μορφή ξεχωριστά, με την ίδια ακριβώς ευαισθησία που τα κύμβαλα του πιάνου χτυπούσαν τις χορδές. Κάθε πρόσωπο και ένα διαφορετικό μέτρο, συνθέτοντας μια μελωδία απόκοσμη, ονειρική, σχεδόν υπνωτική. Έμφυτη είναι η σωστή λέξη. Αυτή η μουσική ήταν εκείνος ο ίδιος, ο εαυτός του, το είναι του σε νότες τυπωμένες στην παρτιτούρα της ζωής του.
Μία δική του μουσική φτιαγμένη για τους άλλους, με τέτοιο τρόπο γραμμένη ώστε να ταιριάζει στο ακουστικό εύρος όλων, να μπορούν να την απολαμβάνουν μαζί.
Και την απολάμβαναν.

Όσο η μουσική προχώραγε, τόσο ο πιανίστας μας χανόταν στα ρυθμικά αγγίγματα των πλήκτρων και το ακροατήριο στην μελωδία.
Χαμογέλαγε, έπαιζε και ονειροβατούσε.
Χαμογέλαγαν, ψιθύριζαν ρυθμικά και λικνιζόντουσαν στον ρυθμό.
Ξαφνικά, μια γυναικεία μορφή τον πλησίασε, τον προσέγγισε με ένα αισθησιακό βηματισμό, ένα βλέμμα που έκρυβε πάθος και κινήσεις απόλυτα συγχρονισμένες με την μουσική του.
Τον άγγιξε, ξεκίνησε να τον χαϊδεύει, να περιεργάζεται την φιγούρα του, με τους χτύπους της καρδιάς της απόλυτα εναρμονισμένους στις κινήσεις των δακτύλων του.
Με γοητευτικές κινήσεις τον μετακίνησε λίγο πιο αριστερά και έκατσε δίπλα του. Δεν έμεινε πίσω του, δεν τον έδιωξε για να συνεχίσει εκείνη τον ρυθμό, δεν τον αποτράβηξε από τον ρυθμό του, έκατσε δίπλα του.
Για κάποια λεπτά, απολάμβανε την μελωδία που δημιουργούσε ο πιανίστας μας. Έκλεινε τα μάτια και κουνούσε ρυθμικά τα άκρα των χεριών της σχεδιάζοντας την ευτυχία στον αέρα.

Ξαφνικά το δεξί της δάκτυλο ακούμπησε ένα πλήκτρο από την 6η οκτάβα. Ο ήχος παραμορφώθηκε τόσο ελάχιστα που πολύ δύσκολα ακούστηκε στον χώρο.
Η φιλοξενούμενη μας, έδειξε να μην ικανοποιείται από το αποτέλεσμα την ίδια στιγμή που κάθε σπιθαμή από το κορμί της είχε παραδοθεί στον ρυθμό.
Απορημένος για την επέμβαση, γύρισε και κοίταξε την θηλυκή μορφή δίπλα του, μα δεν ήταν ίδια, ξαφνιασμένος είδε να κάθεται δίπλα του μια αντρική μορφή.
Σαν σκηνή από καρτούν, με μια κοφτή κίνηση κοίταξε το ακροατήριό του, και ξανά, μια την μορφή δίπλα του, μια το ακροατήριο. Η σιλουέτα της κοπέλας που καθόταν δίπλα του είχε επιστρέψει στην θέση της και έδειχνε να γίνεται σιγά σιγά ένα με το σκοτάδι. Από εκεί ακριβώς που είχε έρθει, μόνο που πια δεν φαινόταν ευχαριστημένη με την μελωδία, μια απογοήτευση διαγραφόταν στους κροτάφους της, θαρρείς πως έδειχναν την δυσαρέσκειά της που δεν έγινε αποδεκτή η μουσική της παρέμβαση.
Ταυτόχρονα, όλοι από το ακροατήριο, με αργά κοφτά βήματα, σαν αυτά που κάναμε παιδιά παίζοντας «στρατιωτάκια ακούνητα αμίλητα» πλησίαζαν όλο και περισσότερο.

Άκου, πάλι, στην έβδομη οκτάβα αυτή την φορά, δυο δάκτυλα, το ένα μετά το άλλο επέλεξαν από ένα πλήκτρο και το πίεσαν λίγο πιο δυνατά.
Με τέτοιο τρόπο που ακούστηκε φυσιολογικό μα δεν ήταν ο ρυθμός του. Δεν του ανήκε, ήταν ένα «σώμα» ξένο, πλασμένο από άλλα χέρια.
Το ίδιο επαναλήφθηκε πολλές φορές, κάθε πρόσωπο, κάθε ξεχωριστός ακροατής, ερχόταν πρόσθετε τις «νότες» του και έφευγε δυσαρεστημένος. Ξανά και ξανά, τόσες που μια μελωδία τόσο ονειρικά πλασμένη, κατέληξε να παραμορφώνεται. Σωστή, μελωδική, μα δεν είχε τον ίδιο ρυθμό, δεν είχε την ίδια μαγεία, δεν την συνόδευαν τα ίδια όνειρα, δεν έβγαζε τα ίδια χρώματα.
Ο πιανίστας μας, μάταια προσπαθούσε να κρατήσει ζωντανό τον ρυθμό τους, γιατί, δικός του δεν ήταν, ανήκε και σε εκείνη και στο μικρό παιδί, στον κύριο με τα γκρίζα μαλλιά, στο μικρό καφετί σκυλάκι, ακουγόταν για όλους. Ένα ξεχωριστό μέτρο για τον καθένα δεμένα με την αρμονία της ψυχής του.
Ήταν ο ίδιος ρυθμός που «τράβηξε» κοντά του οικειοθελώς όλους εκείνους τους ακροατές, τους κράτησε παρέα, τους έκανε να εμφανιστούν μπροστά του, να τον ακολουθήσουν, μα όλοι ήθελαν στο τέλος να τον παραμορφώσουν.
Ο πιανίστας μας, μάταια πάλευε να κρατήσει την όμορφο αποτέλεσμα άρτιο, σύμφωνο με την δική του παρτιτούρα.
Μα πως είναι δυνατόν να θέλουν να τον αλλάξουν; Αν δεν τους άρεσε γιατί ήρθαν; Γιατί άκουγαν τόση ώρα μαγεμένοι και τώρα… τώρα; Παρενοχλούν, εμποδίζουν, παραποιούν.
Κάθε ένας που ερχόταν, χτύπαγε ένα πλήκτρο, πρόσθετε ένα δικό του μέτρο. Άλλοι προσπαθούσαν να κουρδίσουν το πιάνο, άλλοι πείραζαν το σώμα του. Όλοι ήθελαν να έχουν λόγο σε αυτό που αρχικά είχαν εγκρίνει.
Όλο και έπαιρναν και λίγο παραπάνω χώρο στο βελούδινο σκαμπό του, τριβόντουσαν επάνω στο κόκκινο βελούδο, τόσο, που σιγά σιγά άρχιζε να ξεθωριάζει.
Τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν, να γίνονται νευρικά. Ο ρυθμός, παραμορφωμένος πια, δεν θύμιζε σε τίποτα την αρχική του αίγλη και ομορφιά. Ακόμα και όσοι από το ακροατήριο δεν είχαν προλάβει να παρέμβουν στο μεγαλείο του, σιγά σιγά άρχιζαν να απομακρύνονται με εκείνο το μειδίαμα της πρώτης κοπέλας στο πρόσωπο. Το μειδίαμα της απογοήτευσης για το μουσικό αποτέλεσμα.

Εκείνος, σχεδόν να ακροβατεί στο σκαμπό του, ήδη συνέπαιζε με άλλους 2… 4… 5… Άλλος ένα ανέβηκε στο πανέμορφο σώμα του πιάνου, χαράζοντας με τα νύχια του το λούστρο και κάνοντας υπόκωφους θορύβους με τα άκρα του καθώς σκαρφάλωνε.
Ξαφνικά, μια παράφωνη δυνατή συγχορδία και η μουσική σταμάτησε.
Ο χρόνος παγώνει.
Ο πιανίστας μας, σε εμβρυϊκή στάση στο έδαφος, δίπλα από το κάποτε φανταχτερό σκαμπό του και τα δάκρυα σαν δροσοσταλίδες αιωρούνται έτοιμες να αγγίξουν το ασπρόμαυρο δάπεδο.
Τέσσερις στο κάθισμά του, ο καθένας σε διαφορετικά πλήκτρα, για τον δικό του ρυθμό.
‘Άλλοι δύο προσπαθούν να κόψουν τα πόδια του πιάνου γιατί ήταν πολύ ψηλά για το γούστο τους, δυο κάνουν προσπάθειες να το κουρδίσουν γιατί ξαφνικά τους φαινόταν παράφωνη η μελωδία, ενώ άλλοι τρεις ξηλώνουν τα ανάγλυφα γράμματα.
ΚΑΝΕΝΑΣ, κανένας δεν ενδιαφέρεται πια για τον πιανίστα.
Αυτός που άλλοτε τους «τράβηξε» κοντά του με την μελωδία του, δεν υπήρχε πια για αυτούς, ούτε αυτός, ούτε η μελωδία του.
Όλα έμοιαζαν ξένα, μόνο το δωμάτιο ήταν ίδιο. Το ίδιο παλαιωμένο, το ίδιο κρύο, το ίδιο … άδειο!

Ο χρόνος ξεπαγώνει και η σκιά του, από το φως του διαδρόμου που του χαϊδεύει το πρόσωπο, σβήνει στο σκοτεινό δωμάτιο καθώς κλείνει την πόρτα πίσω του.
Δεν ακούγεται τίποτα, μόνο τα βήματά του και το κλικ του διακόπτη.
Παντού σκοτάδι, «γαμώτο, έπεσε πάλι ο γενικός», και εκείνος ξανά μόνος.
Πάλι, το ίδιο μόνος, χωρίς ακροατήριο μα το κυριότερο, ξανά χωρίς μελωδία!!
Ίσως, ίσως την επόμενη φορά βρεθεί εκείνο το ακροατήριο, έστω και ένας, που θα απολαύσει την μελωδία του χωρίς να την διαστρεβλώσει, χωρίς να προσπαθήσει να την κάνει δική του, απλά θα τον συνοδεύει με την δική του και που και που, όταν εκείνος συνεπαρμένος από τον ρυθμό δεν θα ακούει τον ήχο του πιάνου αλλά μόνο τον ήχο της καρδιάς του, θα τον σκουντάει απαλά να του λέει πως το πιάνο θέλει κούρδισμα.
Θα κάθονται μαζί να το κουρδίσουν και θα ξεκινάνε να παίζουν εναλλάξ ή ταυτόχρονα ο καθένας τον δικό του ρυθμό αλλά σε πλήρη αρμονία.
Χωρίς να προσπαθούν να αλλοιώσουν, μόνο να συνυπάρξουν.

Και εσύ, αν δεν έχεις σκοπό να ακούσεις την μελωδία του μουσικού σου, να προσπαθήσεις να ταιριάξεις το δικό σου πεντάγραμμο στο δικό του, μην πιάσεις χώρο στο σκαμπό του. Μην εμφανιστείς καθόλου ή έλα, αλλά εξαφανίσου ξανά αθόρυβα, όπως ακριβώς ήρθες.
Κάτσε σε μια γωνιά, απόλαυσε την μουσική και το ποτό σου και όταν βαρεθείς, μην ψάξεις να πληρώσεις, απλά απομακρύνσου.
Η μελωδία της ευτυχίας δεν έχει αντίτιμο, μόνο αντίβαρο.