Η μικρή συμμορία του καλοκαιριού

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ήμασταν μια ομάδα νέα παιδιά με όρεξη και ενέργεια να μας σπρώχνει σε κάθε μαλακία και αφεντικά που γερασμένα πια, μας αφήνανε σαν πέσουμε με τα γόνατα στην αλάνα της βιοπάλης. «Θα μάθουνε, μουρμουράγανε μεταξύ τους και πάντα θα θυμούνται το καλοκαίρι που πέρασαν εδώ».

Η Μαρία και ο Δημήτρης, τα δίδυμα που κάνανε τις φάρσες. Ανοίγαμε τις πόρτες να μπούμε σε ένα δωμάτιο και φοβόμασταν μη μας πέσει ξανά ένας κουβάς νερό στο κεφάλι. Η τσάντα μου μόνιμο σπίτι ψεύτικων εντόμων. Το σελοφάν το κολλάγανε στις πόρτες και το τρώγαμε στη μούρη. Την φοβέρα που έφαγε η Μαριγώ με το “τραύμα” του Δημήτρη – στο χωριό μου εμείς αυτό το λέμε κέτσαπ.

Η Μαριγώ, η καημένη η Μαριγώ. Τρόμαξε αλλά ήταν η ψύχραιμη της παρέας. Μόλις είδε το “αίμα” μέχρι να φέρει γάζες πήρε τηλέφωνο το ΕΚΑΒ. Ακολούθησαν επικές κατσάδες. «Υπάρχουν άνθρωποι που όντως το χρειάζονται το ασθενοφόρο Δημήτρη κι εσύ με τις πλάκες σου στερείς την δυνατότητα από κάποιον που έχει πραγματική ανάγκη». Αμίλητος ο Δημήτρης, κοίταζε το πάτωμα και άκουγε. Νοσηλεύτρια η Μαριγώ κανονικά, αλλά τα έφερε έτσι η ζωή που ήρθε στην μικρή μας οικογένεια.
«Ένα διάλειμμα από το λειτούργημά μου κάνω, υποστήριζε. Εμένα ο σκοπός μου είναι να βοηθάω τον κόσμο». Έτσι έλεγε και τον λίγο χρόνο που της είχε εξοικονομήσει αυτή η δουλειά τον πέρναγε διαβάζοντας για τις κατατακτήριες στην Ιατρική. Πάνω στο γραφείο ένα βουνό γραφειοκρατίας και δίπλα ένα άλλο βουνό με βιβλία. Η λεγόμενη “οροσειρά της γνώσης”.

Η Αλεξία ήταν η κολλητή της Μαριγώς και η μαγείρισσα. Μαζί μεγαλώσανε και η Αλεξία σαν ορφανή τη θεωρούσε αδερφή της. Οι γονείς της ήταν καλεσμένοι σε έναν γάμο και η Αλεξία θες από τύχη, θες από ατυχία, ήταν άρρωστη με πυρετό και την άφησαν σπίτι με μια γειτόνισσα. Δυστύχημα. Και επέμενε η Αλεξία ότι τους θέλει δίπλα της, ότι φοβάται. Η μαγειρική ήταν ένα ταλέντο που αναγκάστηκε να αποκτήσει φροντίζοντας από μικρή τον εαυτό της. Έμπαινε στην κουζίνα και όποτε έφτιαχνε παστίτσιο για τους πελάτες, έφτιαχνε κι ένα έξτρα ταψί για εμάς. Και κάθε φορά σφαζόμασταν να φάμε.

Τα κορίτσια είχαμε μια Νέμεση, το Γιώργο. Ο τεντιμπόις της παρέας που μας συμβούλευε σε κάθε ευκαιρία. “Συμβούλευε”, τρόπος του λέγειν δηλαδή. Έβλεπε τη Μαριγώ να πηγαίνει στη βιβλιοθήκη για να διαβάσει και της φώναζε ότι θα πεθάνει μόνη της με σαράντα γάτες. Με τη Μαρία αν μας πετύχαινε να μιλάμε πεταγόταν σαν την πορδή και ρώταγε περιπαιχτικά: «Τι έγινε κορίτσια, βρήκαμε κάνα γκομενάκι; Περάσαμε ωραία και τώρα πέφτει το φτυάρι εεε»; Η Αλεξία πεταγόταν από την κουζίνα με τον πλάστη στο χέρι, απειλούσε ότι δεν θα γλιτώσει το ξύλο και κυνηγώντας τον μια μέρα, ο Γιώργος έπεσε σε μια παγίδα των διδύμων. Καργιόλη, να ξέρεις σου άξιζε το κρασί πάνω στο πουκάμισό σου, αυτό που έλεγες ότι είναι το καλό, για τις γκόμενες. Άφεση αμαρτιών έπαιρνε συχνά. Όταν παρηγόρησε την Μαρία που έφαγε κέρατο από εκείνο το μαλάκα, το Γρηγόρη. Όταν βρήκε εκείνο το σύγγραμμα που απελπισμένα έψαχνε η Μαριγώ αλλά ήταν εξαντλημένο. Όταν σε εκείνη την καταιγίδα που πλημμύρισε ο τόπος όλος, ήρθε άυπνος και βοήθησε ενώ είχε ρεπό και είχε ξημεροβραδιαστεί να αλλάζει γάζες στη μάνα του.

Κι εσύ, εσύ ήσουν το πρότυπό του. Που κάθε πρωί ερχόσουν και μας εξιστορούσες τα καμώματα της προηγούμενης νύχτας, που η αλαζονεία σου ήταν τόση, όση δεν είχα ξαναδεί ποτέ στην ζωή μου συνολικά. Ήθελες πάντα να είσαι ο καλύτερος, ο τοπ εργαζόμενος που είχε βλέψεις στη διοίκηση, είχε στόχο την προαγωγή, την αύξηση, τα μπόνους, τις γκόμενες, τη δόξα, ήσουν εκείνο το μισητό ανθρωπάριο που ήθελε να είναι ο καλύτερους απ’ όλους και να τους το θυμίζει κάθε μέρα.

«Ένα σίχαμα» σκεφτόμουν. Ένα καύκαλο. Ήσουν τόσο ενοχλητικά, επιθετικά, προκλητικά φιλόδοξος, που μου πήρε λίγο παραπάνω καιρό απ’ ότι συνήθως για να δω κάτω από την μάσκα σου. Μια μέρα παρατήρησα για ένα δευτερόλεπτο απελπισία. Αυτό το βλέμμα που γυάλιζε στην παρουσίαση μιας πρόκλησης, είχε μια απελπισία. Να αποδείξει ότι είναι ο καλύτερος. Ότι δεν είναι ένα τίποτα. Κι όταν πήγα να δω καλύτερα την είχες ήδη θάψει.

Μια μέρα είχαμε βρει με τη Μαριγώ στο γραφείο ένα κουτί χάπια. «Κόκκινη συνταγή, είπε η Μαριγώ, δεν μπορείς να τα αγοράσεις χωρίς κόκκινη συνταγή». Μάλλον του Γιώργου ήτανε, όλοι ξέραμε για τη μάνα του αλλά κάναμε πως δεν ξέραμε. Περήφανο πλάσμα ο Γιώργος. Μάλλον θα είχε αγοράσει τη νέα καρτέλα στο δρόμο για τη δουλειά κι απλώς τα είχε ξεχάσει. Δεν του αναφέραμε τίποτα, άλλωστε θα το καταλάβαινε μόνος του.

Το επόμενο πρωί ήσουν ύποπτα ήσυχος. Πρωινό χωρίς να καυχιέσαι και εμάς να σου πετάμε χαρτάκια, δεν ήταν πρωινό. Μας είχες χαλάσει τη ρουτίνα. Και τότε την ξαναείδα. Εκείνη την απελπισία. Μόνο που αυτή τη φορά ήταν αναμεμειγμένη με κάτι άλλο. Με τρόμο; Με πόνο; Με μετάνοια; Κατά τ’ άλλα η μέρα είχε κυλήσει καλά. Ήμουν το θύμα των διδύμων της ημέρας εκείνης. Την πάτησα με το σελοφάν πάλι.

Τα πρωινά που ερχόσουν ήσυχος, είχαν αρχίσει να πολλαπλασιάζονται. «Καλά είμαι, απλά λίγο κουρασμένος» επέμενες. Μόνο που εσύ δεν κουραζόσουν ποτέ, δεν σταματούσες ποτέ και πουθενά. Στόχευες ψηλά. Τώρα γιατί κοιτούσες το πάτωμα;

Μια μέρα είχε χαλάσει το αμάξι σου και πέρασε ο πατέρας σου να σε πάρει. «Μπες γρήγορα άχρηστε», σου φώναξε νομίζοντας ότι είστε μόνο εσείς γύρω. Σε εκείνο το δευτερόλεπτο που διασταυρωθήκανε τα βλέμματά μας το είδα. Το παρελθόν σου. Τη ζώνη, την πείνα, τη γύμνια. Τη μάνα σου παγωμένη στο πάτωμα και τον ήλιο που χάραζε να φωτίζει σιγά-σιγά τις μελανιές στον λαιμό της. Τις αλυσίδες, τα ματωμένα σεντόνια, τις δικαιολογημένες απουσίες στο σχολείο. Άκουσα με τα ίδια μου τα αυτιά το «τώρα που ψόφησε η πουτάνα η μάνα σου θα πάρεις τη θέση της». Σ’ άκουσα που έκλαιγες.

Τα δίδυμα ήταν οι φαρσέρ. Η Μαριγώ η ψύχραιμη. Η Αλεξία η μαγείρισσα. Ο Νίκος το κακό παιδί κι εσύ το ψώνιο.

Εγώ ήμουν η μόνη που ήξερε, πως σκότωσες τον πατέρα σου.

Το κουτί με τα χάπια είναι ακόμα ανέγγιχτο πάνω στο κομοδίνο σου.

 

 

Πράσινη Μέντα

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook