TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Η νεράιδα και ο πολεμιστής

Η νεράιδα και ο πολεμιστής

Σήμερα, θα σου μιλήσω για την ιστορία μιας νεράιδας. Η νεράιδα αυτή, δεν ήταν φτιαγμένη από όμορφα, παιδικά παραμύθια. Ήταν από αλήθειες, που δεν άντεχε κανείς να βλέπει.

Δεν έλουζε τα μαλλιά της σε ποτάμια. Όμως ήταν διάφανη, σαν τα κρυστάλλινα νερά τους. Ούτε μαράζωνε τις καρδιές των περαστικών. Γιατί είχε χαραγμένο, πάνω στο μέρος της καρδιάς, ένα σημάδι βαθύ, που δεν την άφηνε να ξεχάσει τι σημαίνει πόνος. Τα φτερά της, είχαν γίνει γκρίζα και βαριά, από τη σκόνη του κόσμου, που είχε καθίσει πάνω τους. Όμως εκείνη, βάζοντας όλη της τη δύναμη, κατάφερνε ακόμα να πετά μέσα στο πυκνό δάσος. Και, όπως πετούσε, άπλωνε το χέρι της και έκανε να φυτρώνουν όμορφα, πολύχρωμα λουλούδια, κάτω από τα τεράστια δέντρα. Και, χαμογελώντας σαν παιδί, ονειρευόταν να τα δούνε οι άνθρωποι και να χαμογελάσουν κι’ εκείνοι. Αλλά οι άνθρωποι, περνούσαν από πάνω τους βιαστικοί, χωρίς να τα προσέξουν καν και τα έλιωναν. Και η νεράιδα, κρυμμένη ανάμεσα στις φυλλωσιές, περίμενε να φύγουν και ύστερα κατέβαινε και με την ανάσα της τους φυσούσε ξανά ζωή. Για τους επόμενους περαστικούς.

Ώσπου ένα μεσημέρι, καθισμένη καθώς ήταν σε ένα κλαδί, είδε από ψηλά να ξαποσταίνει στη ρίζα του δέντρου, ένας πληγωμένος πολεμιστής. Αυτός δεν φαινόταν σαν τους άλλους ανθρώπους. Δεν έλιωσε τα λουλούδια της. Απλά καθόταν δίπλα τους, με το κεφάλι του γερμένο από την άλλη.

Η νεράιδα κατέβηκε λίγα κλαδιά πιο χαμηλά, για να τον παρατηρήσει καλύτερα. Και τότε το αναγνώρισε! Ακριβώς πάνω στο μέρος της καρδιάς, είχε κι’ εκείνος το ίδιο σημάδι. Η καρδιά της χτύπησε τόσο δυνατά, που ο πληγωμένος πολεμιστής την άκουσε.
“Ποιος είναι;” φώναξε και πετάχτηκε όρθιος.

Διστακτικά, κατέβηκε από το δέντρο και στάθηκε μπροστά του. Από κοντά, πρόσεξε πως ήταν γεμάτος πληγές. Κάποιες από αυτές, αιμορραγούσαν ακόμη. Χωρίς να το καλοσκεφτεί, άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε μία από τις πληγές του. Και τότε, ένιωσε το σημάδι της να ζωντανεύει και να την καίει.
“Ποια είσαι;” της είπε αυστηρά ο πληγωμένος πολεμιστής και πισωπάτησε.
Η νεράιδα χαμήλωσε το βλέμμα της.
Σε παρακαλώ, μην τρομάξεις! Είμαι νεράιδα.”
Εκείνος, την κοίταξε θυμωμένα, σίγουρος πως τον κοροϊδεύει.
Δεν είσαι νεράιδα! Δεν υπάρχουν νεράιδες!”
Και η νεράιδα, χαμογέλασε και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια.
“Αλήθεια σου λέω! Να, αν θες, μπορώ να σου δανείσω τα φτερά μου και να σου δείξω πώς να πετάς!”
Όμως, πριν προλάβει να τελειώσει τις λέξεις της, ο πληγωμένος πολεμιστής, της είχε γυρίσει την πλάτη και άρχισε να τρέχει μακριά.

Και τότε, συνέβη κάτι πολύ παράξενο! Η σκόνη από τα φτερά της σκορπίστηκε και άρχισαν να παίρνουν ξανά χρώμα!
Δεν πίστευε στα μάτια της! Για πρώτη φορά, μετά από καιρό, σηκώθηκε πολύ ψηλά και άρχισε να πετάει χαρούμενα και γρήγορα, για να τον προλάβει! Αλλά εκείνος ήταν πιο γρήγορος.

Λίγο πριν τον φτάσει, τον είδε να μπαίνει σε ένα ψηλό πέτρινο κάστρο και να κλειδώνει πίσω του μια βαριά σιδερένια πόρτα. Η νεράιδα, περίμενε υπομονετικά, για μέρες, έξω από το κάστρο του πληγωμένου πολεμιστή, όμως η πόρτα δεν άνοιγε. Ήθελε τόσο να γιατρέψει όλες του τις πληγές, σαν αντάλλαγμα για το όμορφο δώρο που της έκανε! Και ήξερε πως το πιο δυνατό φάρμακο για τις πληγές, είναι η αγάπη. Αφού, λοιπόν, η πόρτα παρέμενε κλειστή και άλλο τρόπο δεν είχε, άρχισε να του τραγουδάει ακούραστα και δυνατά την αγάπη της. Μα η φωνή της, γινόταν θρύψαλα πάνω στους πέτρινους τοίχους του κάστρου. Και η νεράιδα, αγκάλιαζε τους τοίχους και δάκρυζε. Και εκεί που έσταζε το δάκρυ της, φύτρωναν όμορφα, πολύχρωμα λουλούδια, που εκείνος δεν μπορούσε να δει.

Μα κάποιες νύχτες, το κλάμα του πληγωμένου πολεμιστή, ράγιζε τους τοίχους και έφτανε στα αυτιά της. Ήταν οι νύχτες που ο πολεμιστής πάλευε να νικήσει τις μαύρες σκιές από το παρελθόν, που του επιτίθονταν. Και τότε, άκουγε την βαριά πόρτα να ξεκλειδώνει και την φωνή του να την καλεί.
“Έλα μέσα, φοβάμαι μόνος”

Και αποφάσισε, εκείνες τις νύχτες, να μεταμορφώνεται σε ότι εκείνος είχε ανάγκη, για να ξορκίσει τις σκιές που τον περικύκλωναν. Άφηνε, λοιπόν, τα φτερά της στην πόρτα και κατέβαινε τα σκαλιά, για να βρεθεί στο σκοτεινό του δωμάτιο. Και δεν την πείραζε που γινόταν θνητή. Εκείνες τις στιγμές που βρισκόταν στην αγκαλιά του, μπορούσε να πετά και χωρίς τα φτερά της…
Και όταν ξημέρωνε, την έδιωχνε πάλι έξω από το κάστρο του.

Κι’ έτσι, η νεράιδα, συνήθισε πάλι να περιμένει υπομονετικά, τη στιγμή που θα ξανάκουγε το τρίξιμο της βαριάς, σιδερένιας πόρτας.
Όμως, μια από ‘κείνες τις νύχτες δεν άντεξε. Φόρεσε τα φτερά της και αποφάσισε να κατέβει μ’ αυτά. Θα του έδειχνε, επιτέλους, πως ήταν μια νεράιδα! Και, αν το ήθελε, θα του έδινε το ένα της φτερό, θα του κρατούσε το χέρι και θα τον έπαιρνε μακριά από εκείνο το σκοτεινό κάστρο!

Κατέβηκε με θάρρος τα σκαλιά και στάθηκε μπροστά του. Μα μόλις την είδε ο πληγωμένος πολεμιστής, που δεν πίστευε στις νεράιδες, θύμωσε πολύ και την έσπρωξε με τόση δύναμη έξω από το κάστρο του, που τα φτερά της σκίστηκαν, καθώς σερνόταν πάνω στα πέτρινα σκαλιά. Και το σημάδι της ζωντάνεψε ξανά και άρχισε να αιμορραγεί ασταμάτητα. Έμεινε μέρες πολλές πεσμένη στο έδαφος, αδύναμη και κομματιασμένη. Η πόρτα δεν ξανάνοιξε.

Ώσπου ένα βράδυ, σηκώθηκε, πήρε τα σκισμένα και κατακόκκινα πια φτερά της και τα άρχισε να τα ράβει. Και όσο τα έραβε, οι πέτρινοι τοίχοι, γέμιζαν όμορφα, πολύχρωμα λουλούδια. Τότε φύσηξε την ανάσα της για να μη μαραθούν ποτέ. Κάποια μέρα, ίσως ο πληγωμένος πολεμιστής, να τα έβλεπε και να χαμογελούσε.

Κι’ ύστερα, άνοιξε τα μπαλωμένα της φτερά και πέταξε μακριά. Έτσι κι’ αλλιώς, ποτέ δεν πίστευε πως ανήκε σ’ εκείνο το σκοτεινό δάσος.

Ίσως, η νεράιδά μου, να σου φάνηκε υπερβολική. Στα συναισθήματά της… Στις πράξεις της…
Μα άραγε, αυτός ο κόσμος δεν είναι υπερβολικός, στη σκληρή του πραγματικότητα;

 

Πώς σ’ αγαπώ, αν το ‘ξερες,
πόσο σε συλλογιέμαι,
βράχος να ‘σουν, θα ράγιζες,
κάστρο, θα γκρεμιζόσουν..

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Μαρία Κεσόγλου

Νομίζω πως γεννήθηκα με ένα κομμάτι χαρτί και ένα μολύβι στα χέρια. Αυτή ήταν και παραμένει η πιο δυνατή μου φωνή. Όταν μεγαλώσω, ονειρεύομαι να γίνω ξανά παιδί.
Μαρία Κεσόγλου

Latest posts by Μαρία Κεσόγλου (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *