TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Η ντουλάπα

Η ντουλάπα

Σάββατο βράδυ. Η Ελένη με την μικρότερη της αδερφή κοιμόντουσαν στο μικρό δωμάτιο τους. Ίσα ίσα χωρούσαν δυο μόνα κρεβάτια και μια μικρή ντουλάπα που την μοιράζονταν στα δυο μια πλευρά της μιας μια της άλλης.Kαι όσο έπεφτε η νύχτα τόσο μεγάλωνε ο φόβος, άραγε θα ταν και τούτο το βράδυ σαν τα αλλά, εκείνα τα δύσκολα…

4 το πρωί, ο ίδιος γνώριμος ήχος. Το κλάμα της μάνας, που σου τρυπούσε πρώτα τα αυτιά και μετά την καρδιά. Καβγάς. Πάλι ο ίδιος καβγάς. Φωνές. Κλάματα. Πάλι φωνές. Η Ελένη στην αρχή κουκουλωνόταν κάτω από τις κουβέρτες, τις έσφιγγε τόσο σφιχτά που πονούσαν οι παλάμες της. Ανάσαινε σιγά . Μην την ακούσουν. Μετά ψιθύριζε «Χρυσουλαααα …» και παρακαλούσε μέσα της να μην απαντήσει να κοιμάται να μην ακούει αλλά η Χρυσούλα πάντα έκλαιγε πρώτη, μετά έκλαιγαν μαζί. Ήξεραν. Πάλι θα ετοίμαζαν το πρωί βαλίτσες. Πάλι θα έφευγαν και πάλι θα γυρνούσαν. – «Μπαμπαααααα σταματααααα» φώναζε κλαίγοντας η Ελένη, «σταμάτα Μπαμπααααααα» όταν πια καταλάβαινε ότι ο καβγάς γινόταν πόνος.

Άραγε κάθε φορά που έφευγαν και οι τρεις τσαλακωμένες, ένιωθε τίποτα εκείνος;

Και να που περνούσαν οι μέρες σε ξένα σπίτια, με λίγα ρούχα, χωρίς σπίτι, χωρίς μπαμπά, χωρίς καρδιά.

Ελάτε τώρα έλεγε η Κυρά Μαρίτσα, η μάνα του Νίκου, η Σμυρνιά, πρέπει να τα βρείτε για τα παιδιά, κάντε μια προσπάθεια ακόμα, πίνοντας μια γουλιά από το κόκκινο κρασί στο ποτήρι της. Και απέναντι η μάνα της μάνας ξεροκατάπινε ανήμπορη και έκοβε με χέρια που τρέμανε το κρέας στο πιάτο της και ήταν σαν να κόβε την ίδια την καρδιά της. Αλλά τα εγγόνια της ήτανε μικρά ποιος θα τα φυλούσε, χιλιόμετρα εκείνη μακριά, σε ένα σπίτι φτωχικό με μια σόμπα.

Η Ελένη κοιτούσε την αδερφή της γεμάτη απορία, μόνο την κοιτούσε και μέσα της ήθελε τόσα να της πει «αντέχεις μικρή μου; Είμαι εδώ μην φοβάσαι…» . Μεγάλο ζιζάνιο η Ελένη, ατίθασο παιδί, φώναζε μέσα της η ελευθερία από μικρή, «έλα» της ψιθύριζε «δεν είσαι εσύ για τέτοια, μια μέρα θα πετάξεις θα βρεις τον τρόπο και θα πετάξεις».

Πρώτη όμως έφυγε η Χρυσούλα μακριά της, να πάει να σπουδάσει και δεν ήθελε τίποτα πια, άλλο η Ελένη – έστω η μια να σωθεί , έλεγε και τραγουδούσε
…and it seems to me you lived your life
Like a candle in the wind
Never knowing who to cling to
When the rain set in
And I would have liked to have known you
But I was just a kid…

Πέρασαν μέρες, μήνες, ο πρώτος χρόνος. Ποσό περίεργο που είχε όλη την ντουλάπα δίκη της. Την ενοχλούσε τόσος χώρος. Καμία φορά τα στρίμωχνε άκρη άκρη στην πλευρά της από συνήθεια, καμία φορά φώναζε σιγά σιγά μέσα στην νύχτα με δάκρυα στα μάτια της «Χρυσουλαααα…» και έβγαζε δειλά δειλά το κεφάλι της κάτω από την κουβέρτα, την έψαχνε το βλέμμα της μέσα στα σκοτάδια, και γέμιζε η καρδιά της μια μικρή χαρά, γιατί δίπλα το κρεβάτι της ήταν άδειο. Έφυγε, δεν ακούει τώρα. Φώναξε πιο δυνατά, φώναξε όσο πιο δυνατά μπορείς… «Μπαμπααααααα σταματαααααα….»

Μακάρι να μοίραζαν τον πόνο όπως την δίφυλλη ντουλάπα τους, στην μέση, αλλά τώρα όλη η ντουλάπα ήταν δίκη της σκεφτόταν ένα απόγευμα η Ελένη. Της άλλαξε και πόμολα μια μέρα, διάλεξε κάτι μικρά λουλούδια κόκκινα να την κάνει πιο όμορφη, μπας και έρθει η μικρή της στις γιορτές για να χαρεί…

 

Ε.Λ

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

TheBluez Guest

Αφήνω εδώ μια ιστορία, λίγες σκέψεις, δυο κουβέντες. Είμαι επισκέπτης, αναγνώστης, ένας φίλος, μια παρέα.
TheBluez Guest

Latest posts by TheBluez Guest (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *