[…Οι ειδικοί ψυχικής υγείας αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι όταν ένας ασθενής εμφανίζει συμπτώματα άγχους και ψυχιατρικά συμπτώματα, ενδέχεται να προκαλούνται από τη συνεχιζόμενη έκθεση του σε ναρκισσιστική ή υπόγεια κακοποίηση…]

2006
Με εκνευρίζουν οι “ιδιαιτερότητές” σου και σε πειράζω, για να μην τσακωθούμε. Όπως, π.χ. έχουμε ντουζίνες κούπες αλλά εσένα, όχι, δεν σου κάνουν. Πήγες και πήρες μια με “λεπτό χείλος” γιατί δεν μπορείς να πίνεις το τσάι σου σε κούπα χοντρή.

Περνάω τους πάγκους της κουζίνας με βετέξ και έρχεσαι από πίσω μου και τους ξαναπερνάς. Προχτές είχαμε φίλους για φαγητό και καθώς αλάτιζα τη σαλάτα έπεσε αλάτι στον γρανίτη. Εκεί μπροστά σε όλους είπες “έτσι θα μείνει το αλάτι;”. Ναι αγόρι μου έτσι θα μείνει. Όχι αγόρι μου δεν το σκούπισα. Εκεί είναι το βετεξάκι, εκεί και η βρύση.

Τα σκυλιά πρέπει να φάνε σε συγκεκριμένη ώρα. Ούτε μισή ώρα πριν ούτε μισή ώρα μετά. Κοιτάω το ρολόι, να τα ταίσω τώρα πριν έρθεις απ’ έξω, θα μου κάνεις την συνηθισμένη ερώτηση “ταΐστηκαν τα σκυλιά;”. Ναι ταΐστηκαν, πήραν τα μπωλ τους από το πλυντήριο, μοίρασαν το φαγητό τους, πλύναν και τη μούρη τους μετά, αλληλοχτυπήθηκαν και στην πλάτη να ρευτούν.

Αυτό που με τρελαίνει όμως είναι όταν ανοίγω την εξώπορτα. Δεν έχω προλάβει να την ανοίξω 20 δευτερόλεπτα “ΚΛΕΙΣΕ την πόρτα σου έχω πει 100 φορές, παγώνει το σπίτι”. Το καλοκαίρι είναι “φεύγει η ψύξη”. Δεν πρόλαβα χρυσέ μου να την κλείσω. Θα την έκλεινα, αλλά αν την έκλεινα όσο είχα το κεφάλι μου απ’ έξω θα είχες ξαφνικά την Μαρία Αντουανέτα για γυναίκα. ΜΕΤΑ την επανάσταση.

Είναι και τα σκουπίδια. Έχουμε καλαθάκι με καπάκι, μέσα στο ντουλάπι της κουζίνας, κάτω από τον νεροχύτη. Έχουμε κι έναν μεγάλο κάδο έξω στον κήπο, κρυμμένο πίσω από κάτι φυτά, διακριτικά βαλμένο για να μην τον βλέπουμε. Το καλαθάκι είναι για τα καθημερινά του νεροχύτη, καθώς μαγειρεύω, καθώς καθαρίζω λαχανικά. Το καλαθάκι είναι για να παίρνουμε τη σακουλίτσα στο τέλος της ημέρας και να την πετάμε έξω στον κάδο. Για να μη μυρίζει η κουζίνα, όλα καλά μέχρι εδώ. Εκνευρίζεσαι όταν με βλέπεις να πετάω σκουπίδια στο καλαθάκι επειδή δεν κάνω τον κόπο να πάρω τα τρία φλούδια από την πατάτα, να ανοίξω την πόρτα, να περπατήσω μέχρι τον φράχτη που είναι ο κάδος και να πετάξω εκεί τα τρία σκουπιδάκια. Τι το έχουμε το μαμημένο το καλαθάκι τότε;

Δεν σου κάνουν τα κουταλάκια του καφέ που έχω πάρει. Θέλεις συγκεκριμένο μέγεθος, συγκεκριμένο πάχος. Πήρες δύο να τα έχεις για τον καφέ σου. Ούτε τα ποτήρια του κρασιού και του νερού σου κάνουν. Έχουμε μπαλούν για το κόκκινο και ασορτί μικρότερα για το λευκό. Πήρες δύο σε σχήμα τουλίπας για το δικό σου κρασί – και του νερού είναι πολύ μεγάλα για το γούστο σου. Έχεις δύο που πίνεις μόνο εσύ, που είχε για δώρο ένα μπουκάλι Jack Daniels που αγόρασες. Με τρελαίνει που δεν παίρνεις οκτώ. Έχουν γεμίσει τα ντουλάπια με μονά ποτήρια γιατί το ένα έσπασε κάποια στιγμή κι έμεινε το άλλο σαν κούτσουρο. Λίγο σαν εμένα.

Όταν μας μαγειρεύω δεν κάνω τα φαγητά που αρέσουν σε μένα, γιατί θα φάω μόνη μου κι εσύ θα φας τυρί και μπισκότα νταιτζέστιβ. Φτιάχνω ό,τι αρέσει σ’ εσένα. Ζεσταίνω τα πιάτα για να μην κρυώσει η μερίδα, στρώνω τα σουπλά, τα μαχαιροπίρουνα και προγραμματίζω το πιάτο σου να βγει από τη φωτιά την τελευταία στιγμή που θα καθίσουμε στο τραπέζι. Σε φωνάζω πάντα 5 λεπτά νωρίτερα. Για να προλάβεις να πλύνεις χέρια, να σερβίρεις το κρασί σου, να πάρεις μια ανάσα πριν μπει το πιάτο σου μπροστά σου. Χρόνια σε φωνάζω 5 λεπτά νωρίτερα. Χρόνια έρχεσαι αφού έχω σερβίρει, αφού έχω καθίσει, αφού έχω αρχίσει. Το κάνεις επίτηδες; Δεν μπορώ να πιστέψω πως ναι. Γιατί βρε αγάπη μου;

Θα ήθελα να ξαπλώσεις μια φορά το κεφάλι σου στα πόδια μου όταν καθόμαστε στον καναπέ. Να σου χαϊδεύω τα μαλλιά. Δεν υπάρχει περίπτωση. Μισείς να σου πιάνουν τα μαλλιά. Αν δω τρίχα η χνούδι στο σακάκι σου και προσπαθήσω να στο τινάξω βάζεις τις φωνές σαν να σε δέρνω. Είμαστε σοβαροί; Σου ζητούσα καμιά φορά να μου χαϊδέψεις την πλάτη για να με πάρει ο ύπνος. Δεν με έπαιρνε γιατί μέτραγα τα 10 δευτερόλεπτα που ήταν το όριό σου και θα σταματούσες γιατί “χαλαρώνεις και σε παίρνει ο ύπνος”. Το έκοψα.

Όταν αρρωσταίνεις σε κάνω το “παιδί” μου. Σου παίρνω την θερμοκρασία και σου φτιάχνω τσάι με ουίσκι και μέλι, σε τυλίγω μέσα στο πάπλωμα να μην μπαίνει κρύο από πουθενά και σου φτιάχνω την αγαπημένη σου σούπα. Σε χαϊδεύω και σε φιλάω. Σου βάζω κρύες κομπρέσες να πέσει ο πυρετός σου. Και το απολαμβάνεις. Μου λες “σ’ αγαπάω”. Όταν μπήκα στο νοσοκομείο για 9 μέρες, βλέποντας πόσο άβολα αισθανόσουν μέσα στις μυρωδιές και στις εικόνες, σου είπα να μην έρχεσαι. Σε έδιωχνα στα 10 λεπτά. Μου έψηνες πατάτα στο αλουμινόχαρτο, που ήταν το μόνο που μπορούσα να φάω. Την έφερνες και έφευγες με φανερή ανακούφιση.

Με επικρίνεις συνέχεια. Καθημερινά. Ποτέ με φωνή, ποτέ με νεύρα. Πάντα γλυκά και ήρεμα. Πάντα έχεις τον τρόπο να με πονέσεις εκεί ακριβώς που υπάρχει προηγούμενη πληγή. Σε ρώτησα μια φορά αν πάχυνα. Είπες όχι και χάρηκα. Μετά συμπλήρωσες “έχει αλλάξει το σχήμα του σώματός σου επειδή πέρασαν τα χρόνια”. Δεν σε ξαναρώτησα ποτέ. Ούτε αν σ’ αρέσω όπως είμαι ντυμένη σε ρωτάω πια. Ξέρω ότι χωρίς να κοιτάξεις προς το μέρος μου θα μου πεις “πάντα είσαι κούκλα”.

Έχω βάλει σε σημεία που να τα βλέπω συνέχεια, αγαπημένα διακοσμητικά, συλλογές από κρυστάλλινα μπουκάλια, μικρά ποτηράκια του λικέρ που τα έχω μαζέψει από αντικερί σε ταξίδια. “Συλλέκτες σκόνης” τα χλευάζεις.

Είμαι επισκέπτρια στο σπίτι μας. Μερικές φορές αισθάνομαι επισκέπτρια ανεπιθύμητη. Κι ας λες ότι χωρίς εμένα είναι σπίτι και όχι σπιτικό.

Έχεις και τα καλά σου. Μου φέρνεις καφέ στο κρεβάτι το πρωί. Στα πολλά τα κέφια μου φέρνεις και φρυγανισμένο λεπτοκομμένο ψωμάκι βουτυρωμένο, που ξέρεις ότι μ΄ αρέσει. Στα γενέθλιά μου δεν έχει κοσμήματα, απαπαπα. Μου αγοράζεις ακριβά εργαλεία για τον κήπο, για να γίνει η ζωή μου πιο εύκολη. Τελευταία λέξη της τεχνολογίας, είναι ελαφριά για να μην πονάει η μέση μου. Βέβαια μου λείπουν καμιά φορά οι αγκαλιές λουλούδια που μου έφερνες πριν χρόνια. Όμως έχω μάθει να ενθουσιάζομαι που νοιάζεσαι να μην πονάει η μέση μου. Και όταν ζητήσω κάποια δουλειά να γίνει στο σπίτι, στον κήπο, την κάνεις τέλεια. Αμέσως. Μεθοδικά. Άριστα τελειωμένη. Αφήνεις άλλες δουλειές και κάνεις την δική μου. Όταν σου ζητάω κάποια κατασκευή για την δουλειά μου, μου παραδίδεις τις τελειότερες κατασκευές που έχω δει ποτέ. Τέτοιες που δεν θα βρω ποτέ στο εμπόριο.

*

2018
Έσπασαν τα ποτήρια σου, σπάσαμε κι εμείς. Έμειναν εκείνα τα δύο από το Jack Daniels και παίρνω το ένα πάντα μαζί μου γεμάτο νερό το βράδυ όταν θα πάω για ύπνο. Έχω ακόμη τις χοντρές κούπες γιατί είναι σετ με το σερβίτσιο, αλλά το τσάι μου το πίνω στην δική σου, με το “λεπτό χείλος”. Κάθε φορά που θα ανοίξω το ντουλάπι και θα πάρω την κούπα σε σκέφτομαι. Πίνω τσάι κάθε μέρα.

Το ψάρι μου άρεσε λίγο ψημένο, ροζ στο κέντρο. Εσένα σου άρεσε λίγο καρβουνάκι και καραμελωμένο στον φούρνο. Έτσι το τρώω τώρα. Κάθε φορά που το φτιάχνω σε σκέφτομαι.

Τους πάγκους της κουζίνας τους περνάω δύο φορές. Μια με βετέξ και μια με πετσέτα.

Αν ξεχαστώ και περάσει η ώρα που τρώνε τα σκυλιά, τρέχω με άγχος που τα καθυστέρησα τα καημένα. Τα σκυλιά είναι διαφορετικά από αυτά που είχαμε μαζί. Μα κάθε φορά που κοιτάω την ώρα για το γεύμα τους σε σκέφτομαι και ναι, “ταΐζονται”.

Πέρυσι, στα γενέθλιά, μου έκαναν δώρο σκουλαρίκια με διαμαντάκια. Δεν τα φοράω.

Τον μεγάλο κάδο των σκουπιδιών τον έχω τώρα στο μπαλκόνι της κουζίνας. Καθώς μαγειρεύω, μαζεύω τα σκουπίδια και τα πετάω εκεί. Στον μεγάλο. Έξω από την κουζίνα. Κάθε φορά που κάνω την κίνηση σε σκέφτομαι. Δεν δουλεύω πια τον κήπο. Έχω προσλάβει κηπουρό. Δεν έχει νόημα γιατί δεν είναι ο κήπος μας, είναι απλά ένας κήπος.

Αγοράζω ακόμα τα ποτήρια σε οχτάδες. Δεν αγοράζω πια διακοσμητικά. Το σπίτι μου είναι πολύ πιο λιτό. Εκείνο το “άλλαξε το σώμα σου επειδή πέρασαν τα χρόνια” το ακούω κάθε φορά που ντύνομαι. Μου αρέσω όμως, έτσι όπως είμαι ακριβώς και αισθάνομαι απόλυτα κυρία του σπιτιού μου. Οι κατασκευές όμως για τη δουλειά μου τώρα αγοράζονται από το εμπόριο. Δεν είναι το ίδιο καλές.

Έχει μείνει κι ένα ποτήρι τουλίπα, του κρασιού, μόνο του. Λίγο σαν εμένα.

 

Ο πίνακας που συνοδεύει το κείμενο είναι έργο της  Lillian Levi