Το τηλέφωνο χτύπησε για πολλοστή φορά και ο ήχος του αντήχησε στο μεγάλο διαμέρισμα στο κέντρο της Λωζάννης στην Ελβετία. Πάλι δεν θα το σήκωνε γιατί δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με την Ελλάδα, όμως φαινόταν πως αυτή τη φορά είχε προκύψει κάτι πολύ συνταρακτικό γιατί οι δικηγόροι της προσπαθούσαν μανιωδώς να την εντοπίσουν.
Άκουσε το μήνυμα με απορία:
– Κυρία Λορεντζάτου, πρέπει οπωσδήποτε να έρθετε το ταχύτερο στην Ελλάδα. Έχουν προκύψει νέα στοιχεία κατά την διάρκεια των εργασιών στο αρχοντικό στην Κέρκυρα. Πρόκειται για κάποιο εύρημα.. Λυπάμαι, δεν μπορώ να σας εξηγήσω με λεπτομέρειες τηλεφωνικά, είναι απολύτως απαραίτητη η φυσική σας παρουσία στο νησί.

Που αγάπησε την Γιαννούλα ήταν η πιο ηρωική πράξη της ζωής του, η μεγάλη και μοναδική επανάσταση που έκανε ενάντια στους τυραννικούς γονείς του. Λες και η ατολμία και ο φόβος 25 χρονών, είχαν μετατραπεί σε μάγμα που έβραζε. Όλη η καταπιεσμένη οργή, οι προσβολές και η βία είχαν μετατραπεί σε ένα επικίνδυνο ηφαίστειο που εξερράγη και κατέστρεψε τον παλιό δειλό του εαυτό για χάρη του μεγάλου του έρωτα. Δεν ήξερε ούτε ο ίδιος πως τόλμησε την επική αυτή ατάκα που ξεστόμισε στην μάνα του όταν στάθηκε μπροστά της, κρατώντας την εύθραυστη κοπέλα, έγκυο δυο μηνών και μπροστά στον ανέκφραστο, σκληρό σαν γρανίτη, πατέρα του:
“Σας σέβομαι απόλυτα, μα σας θάβω και τους δυο, τρία μέτρα κάτω από τη γη προκειμένου να ζήσω με την γυναίκα που αγαπώ”

Έτσι είναι οι επαναστάσεις, φαίνεται. Τις πυροδοτεί είτε το μεγάλο θάρρος, είτε η μεγάλη απελπισία. Και για τον πατέρα της, το να χάσει την μητέρα της ισοδυναμούσε με τέλος της ζωής του. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Η γιαγιά της σηκώθηκε, έστρωσε το φόρεμα της, τους πλησίασε με βήμα αργό, τους κεραυνοβόλησε και τους δυο μ’ ένα βλέμμα αποδοκιμασίας κι ύστερα σήκωσε το χέρι της και του έδωσε ένα χαστούκι που τον πόνεσε πιο πολύ κι από μαχαίρι κατευθείαν στην καρδιά.
“Αν την παντρευτείς, δεν έχεις θέση στην οικογένειά μας! Δεν είσαι γιος μας πλέον” αντήχησε σε ολόκληρο το σπίτι η αυστηρή, μπάσα φωνή της κοντέσας.
Εκείνος απόλυτα ήρεμος, όπως όλοι αυτοί που έχουν πάρει την απόφασή τους οριστικά και αμετάκλητα, της απάντησε:
“Δεν περίμενα τίποτα άλλο από ανθρώπους σαν κι εσάς” και τα μάτια του έκρυβαν πολλή περιφρόνηση αλλά και βαθύ πόνο.

Όμως, υποχώρησαν. ‘Η καλύτερα, κέρδιζαν χρόνο για να ανασυνταχθούν. Δεν ετίθετο θέμα ασφαλώς για γάμο. Μόνο ως προς το στο να μείνει η Γιαννούλα στο σπίτι μέχρι τη γέννα. Ίσως, ήταν και το μωρό στα σπλάχνα της “ξεβράκωτης” πλύστρας που γλύκανε λίγο την ψυχή τους, σκεφτόταν ρομαντικά ο πατέρας της, αν και μέχρι τότε δεν ήταν καν σίγουρος πως είχαν ψυχή. Μπορεί η ευγενική καταγωγή τους, το πρωτόκολλο, τόσοι αιώνες γενεές ολόκληρες, φυλακισμένοι μέσα σε κανόνες και νόρμες που απαγόρευαν τις υπερβολικές εκδηλώσεις, σχεδόν όλες τις εκδηλώσεις συναισθημάτων ως αναξιοπρεπείς συμπεριφορές κατωτέρων κοινωνικών στρωμάτων είχαν μετατρέψει την ψυχή τους σε μάρμαρο.

Και γεννήθηκε τελικά ένα παχουλό κοκκινομάλλικο κοριτσάκι, τόσο όμορφο και γελαστό, όπως θέλουμε να φανταζόμαστε τα μωρά που είναι καρποί μεγάλης αγάπης. Κι η ευτυχία που έφερε το μωρό αυτό ήταν τεράστια και σφράγισε την ήδη μεγάλη ευτυχία των γονιών του. Την μόνη ευτυχία που θα ζούσαν, τουλάχιστον ο πατέρας, γι αυτό ήταν πια σίγουρη. Ο κόντες και η κοντέσα δεν καταδέχτηκαν καν να επισκεφτούν το νεογέννητο, μια ντροπή για αυτούς, ήταν ελάχιστες οι φορές που το είδαν ακόμα και μεγαλύτερο, κρυμμένο ανάμεσα στα φουστάνια της μητέρας του, πάντα τρομοκρατημένο όταν χρειαζόταν να τους συναντήσει τις σπάνιες φορές που ερχόταν στο νησί από την Ιταλία.

Γύρισε και κοίταξε το τεράστιο αρχοντικό, παρατημένο, μαραζωμένο, σωστό ερείπιο. Ακριβώς όπως και η ζωή όλων αυτών που το κατοίκησαν, των ιδιοκτητών του. Κι ας είχε μια απερίγραπτη ομορφιά που σε μάγευε ακόμα. Μια μεγαλόπρεπη μαρμάρινη σκάλα από παριανό λευκό μάρμαρο, όμοια μ αυτό που συναντούσες στα ανάκτορα και τα παλάτια! Σαν περνούσες δεν γινόταν να μην στρέψεις το κεφάλι να το χαζέψεις, ακόμα και τώρα, τον καιρό της παρακμής του. Τόσα χρόνια μετά, οι τουρίστες κι οι επισκέπτες φωτογράφιζαν το έργο τέχνης τούτο που μαχόταν με τη φθορά του χρόνου και νικούσε ακόμα! Κι είχε ο κήπος κάποτε λουλούδια και φυτά και δέντρα απ’ όλα τα μέρη του κόσμου, φερμένα από περισπούδαστους γεωπόνους με ψηλά καπέλα και σακάκια ακριβά, έτσι ώστε να υπάρχει βλάστηση πλούσια κι άνθη όλη την διάρκεια του χρόνου! Και να είναι ο κήπος μέσα στις μυρωδιές και τα χρώματα, ένας παράδεισος να χαθείς μέσα του και να χάσεις το μυαλό σου! Κι όλα αυτά, κι άλλα τόσα πλούτη ήρθαν στα χέρια της κι όμως τα κοίταζε σαν ξένη, όλα την έδιωχναν μακριά και τις πάγωναν την καρδιά. Γιατί δεν ήταν ο πλούτος που γέμιζε και ζέσταινε ένα σπίτι, αλλά οι καρδιές των ανθρώπων που το κατοικούν και η αγάπη που τους δένει.

Οι ντόπιοι της έριχναν κάτι πλάγιες, ψυχρές ματιές, προσπάθησαν να την “μετρήσουν” και έβγαλαν γρήγορα την ετυμηγορία. “Ψυχρή κι ανέκφραστη σαν την κοντέσα, τη γιαγιά της” “Κρίμα, κρίμα μόνο την ομορφιά πήρε της μάνας της και τα κόκκινα μαλλιά”, “Πάει η κληρονομιά, πάνε όλα, όλα θα τα πουλήσει!”, “Αχ, αχ σκληρό παιδί, τι να πονέσει απ όλα τούτα που έχτισαν οι δικοί της;”, “Τόσα χρόνια και πρώτη φορά πάτησε ποδάρι στην Ελλάδα!”.

Αν μπορούσε να τους πει, θα τους έλεγε πως δεν ένιωθε απλά ξένη στο ζαφειρένιο τούτο πετράδι του Ιονίου, ένιωθε μίσος κι αποστροφή για το τόπο της οικογένειάς της. Γιατί θα έπρεπε δηλαδή ν αγαπά την πηγή της δυστυχίας της; Γιατί αυτό ήταν αυτό το αρχοντικό! Η αρχή όλων των δεινών! Για τους νησιώτες ήταν καμάρι και περηφάνια κι ανάμνηση φωτεινών και χαρούμενων χρόνων. Που το νησί έσφυζε από ζωή κι ανθρώπους και παράδες!

Έστρεψε το κεφάλι της στην μαρίνα με τα κότερα που έλαμπαν κάτω από το καυτό ήλιο του μεσημεριού κι είδε να γίνονται όλα ξύλινα καΐκια και βάρκες κι η προβλήτα η τσιμεντένια να ναι καμωμένη από πέτρες και το τραγούδι από τα τζιτζίκια έγινε φωνές κι αναμπουμπούλα από το μεγάλο καΐκι που έφτανε από την απέναντι ακτή και ξεφόρτωνε κόσμο κι εμπορεύματα, και να οι σπρωξιές από τους ανθρώπους του λιμανιού και τους αχθοφόρους, και να τα παραγγέλματα των ναυτών μέχρι να «δέσει» το καΐκι και να που στόμα με στόμα έφτασε και στα αυτιά της μια βουή:
«Έφτασε η κοντέσα κι ο κόντες”

Και να που όλοι παραμέρισαν κι εμφανίστηκε η μεγαλόπρεπη φιγούρα της γιαγιάς της! Όμορφη και ψυχρή και κατάλευκη σαν πορσελάνη κάτω από το μεγάλο καπέλο της με τις κορδέλες και στριμωγμένη μέσα στο αυστηρό φόρεμα των αρχών του αιώνα να δίνει εντολές να φορτώσουν τις κάσες και τα μπαούλα στα γαϊδουράκια που περίμεναν γραμμή μπροστά στην προβλήτα. Η επιβλητική της παρουσία, με την βροντερή φωνή ενέπνεε το σεβασμό σ’ όλους τους παρευρισκόμενους, δεν μπα να ‘ταν κι άντρες ψημένοι στην αλμύρα της θάλασσας, και βαρκάρηδες και καπεταναίοι. Όλοι στεκόταν προσοχή στα προστάγματα της γιαγιάς! Κι ύστερα ακολούθησε με το βλέμμα της όλη την περίεργη πομπή που κατευθύνονταν προς το αρχοντικό!

Κι ύστερα νύχτωσε ξαφνικά, και το αρχοντόσπιτο με τα παράθυρα ορθάνοιχτα κι ολόφωτα, έμοιαζε με τεράστιο καράβι έτοιμο να σαλπάρει! Ένα μελίσσι από υποτακτικούς και υπηρέτες υπό τις εντολές της οικονόμου να τρέχουν παντού, από τα σαλόνια μέχρι την κουζίνα κι από τα κελάρια μέχρι το υπόγειο να ετοιμάσουν τα πάντα στην εντέλεια, για την βεγγέρα. ‘Ένα σκανταλιάρικο κόκκινο κεφαλάκι έχει ξεφύγει από την φούστα της μάνας του και σέρνει μια πάνινη κουκλίτσα, ακολουθώντας μια κοπέλα μ’ έναν ασημένιο δίσκο και βρίσκεται στην πελώρια κουζίνα, οπού όλοι κρατούν την ανάσα τους περιμένοντας την στρουμπουλή μαγείρισσα να ετοιμάσει την μαγιονέζα για κάτι τεράστια ψάρια! Φαίνεται πως το εγχείρημα έχρηζε ιδιαιτέρας προσοχής, γιατί η μικρή ούτε τριών χρονών καλά, καλά, ένιωθε την ένταση της στιγμής, έβλεπε γύρω της πρόσωπα σοβαρά, συνοφρυωμένα, άλλοι έκαναν τον σταυρό τους μην “κόψει η μαγιονέζα” ενώ η κάθιδρη μαγείρισσα μ’ ένα τεράστιο κάδο αγκαλιά, άναβε και κόρωνε κι αγκομαχούσε η κακομοίρα να ανακατεύει με ταχύτητα κι όλο να στέλνει φιλιά – σε ποιον δεν καταλάβαινε η μικρή- αλλά θα ορκιζόταν πως τα έστελνε στην μαγιονέζα. Κάπου εκεί που τα ορθάνοιχτα, έκπληκτα ματάκια της προσπαθούσαν να λύσουν το μυστήριο, τα χέρια της μαμάς της την αγκάλιασαν τρυφερά και την σήκωσαν ψηλά. Γλυκιά σαν μέλι η μάνα της την φίλησε και την πήρε να δει που θα έφταναν τα «όργανα» όταν εκείνη τη στιγμή στην σκάλα εμφανίστηκε η γιαγιά της! Όλοι πάγωσαν, άνθρωποι και πράγματα και σίγουρα – σκέφτηκε η μικρή και η μαγιονέζα- γιατί η γιαγιά της σπάνια κατέβαινε εκεί. Ζήτησε από την μάνα της να αφήσει την μικρή σε μια νταντά ξένη που είχε φέρει μαζί της και να την ακολουθήσει γιατί κάτι είχε να της πει.

Ήταν η τελευταία φορά που είδε την μητέρα της. ‘Ήταν η τελευταία φορά που οποιοσδήποτε είδε την μητέρα της. Την επόμενη μέρα κιόλας το νησί βούιζε από το καυτό νέο πως η Γιαννούλα κλέφτηκε με έναν θαλασσινό κι έφυγαν με βάρκα κρυφά το ίδιο βράδυ της βεγγέρας για τον Πρέβεζα. Το βράδυ εκείνο έχασε και τον πατέρα της. Αφού άρχισε έναν απελπισμένο, φρενήρη αγώνα να βρει τα ίχνη της γυναίκας του χωρίς αποτέλεσμα, αποφάσισε κι αυτός να χαθεί μαζί της και μαζί με τα ερωτηματικά που τον στοίχειωναν χρόνια. Καμιά από τις επιχειρήσεις με τις οποίες καταπιάστηκε δεν γλύτωσαν την χρεοκοπία, καμιά στιγμή της ζωής του από εκείνη την νύχτα και μετά δεν ήταν ευτυχισμένη και μοιραία αφού η καρδιά του είχε νεκρωθεί, ο φυσικός θάνατος δεν άργησε να τον λυτρώσει. Δεν δέχτηκε ποτέ να συναντήσει τους γονείς του κι ούτε την κόρη του. Ο πατέρας της τελείωσε τη ζωή του με το μυαλό του παγιδευμένο στα λιγοστά εκείνα χρόνια ευτυχίας που πέρασε με την μοναδική γυναίκα που αγάπησε κι εκείνη έζησε όλη της τη ζωή εσωτερική σε ιδιωτικά πανάκριβα κολέγια στην Ελβετία, σαν να ήταν ένα παιδί ορφανό.

Ο εργολάβος την έβγαλε από τις σκέψεις της και το ταξίδι της στο παρελθόν κάπως απότομα, κάνοντας μια ύστατη προσπάθεια να σώσει το αρχοντικό.
– Επιμένετε να γκρεμιστεί αυτό το νεοκλασικό; Ξέρετε υπάρχει εξαιρετικό ενδιαφέρον από πολλούς αγοραστές, ακόμα και από τον Δήμο και θα ήταν τόσο κρίμα…

Δεν τόλμησε να συνεχίσει. Υπέθεσε πως είχε πάρει το απότομο ύφος και βλέμμα της γιαγιάς της γιατί δεν χρειάστηκε καν να το ξανασυζητήσει. ‘Ήταν κάθετη στην απόφασή της.

Σύμφωνα με την επιθυμία της, το σπίτι γκρεμίστηκε συθέμελα και μαζί του μια ολόκληρη εποχή. Το μόνο που απέμεινε ήταν ο κήπος και στην άκρη του ένας πολύ ταπεινός τάφος με τον σκελετό που βρέθηκε χτισμένος σε κάποιο τοίχο στο κελάρι του αρχοντικού κατά την διάρκεια των επισκευών. Μετά τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν άνηκε σε νεαρή γυναίκα που δεν είχε φυσικό θάνατο. Βάση των εξετάσεων DNA που η ίδια ζήτησε, αποδείχτηκε πως άνηκε στην χαμένη της μητέρα.