Έφυγε… Έφυγε ρε φίλε, πάει. Δεν άντεξε. Πόσο ν’αντέξει κι αυτή; Πόσα ν’αντέξει, βασικά;

Ήμουν φορτικός, έλεγε. Και γκρινιάρης. Και πιεστικός. Μα πώς να μην είμαι; Από την ημέρα εκείνη του καταραμένου meeting στη δουλειά της, γύρισε ο κόσμος μου τούμπα. Αναθεμάτισε τις ώρες που γυρνούσε σπίτι κι έκλαιγε από την πίεση, τα deadlines και τους μπάσταρδους, κακοπροαίρετους συναδέλφους της πού της έλεγαν πόσο άχρηστη είναι κι ότι δεν θα τα καταφέρει. Κι εγώ ο ηλίθιος την παρηγορούσα, της έδινα κουράγιο, της έλεγα να πεισμώσει και να προσπαθεί για την καριέρα της.

Δεν δάγκωνα τη γλώσσα μου καλύτερα; Δεν της έλεγα να παραιτηθεί; Αυτή η σκατοδουλειά της μου κόστισε εκείνη την ίδια. Τριάντα χρονών και είχε αρχίσει να γκριζάρει ήδη ρε συ. Το ήξερες ότι τα βάφει τα μαλλιά της; Κι όμως, ναι. Από το άγχος γκρίζαρε.

Ήμουν το καταφύγιό της, έλεγε. Ανοησίες! Καταφύγιό της ήμουν όσο τη συνέφερε. Μετά, ξαφνικά, δεν την χωρούσε ο τόπος! Άρχισαν τα ταξίδια στο εξωτερικό, meeting από εδώ, meeting από εκεί, γνώρισε άλλο κόσμο, άλλες χώρες και νοοτροπίες και ξάφνου η Ελλάδα της ήταν μικρή κι οι Έλληνες ασυνείδητοι, άξεστοι, αγροίκοι! Εμ, βέβαια. Η Ελλαδίτσα σου είναι μικρή. Κι ο σύντροφός σου ακόμη μικρότερος.

Δύο λέξεις δεν θέλω να ξανακούσω: προαγωγή και μετάθεση. Ιδίως στην ίδια πρόταση. Τις σιχάθηκα και τις δυο τη στιγμή που τις ξεστόμισε μ’ εκείνη την παγερά αδιάφορη χροιά στη φωνή της. «Πήρα προαγωγή και η μετάθεση θα είναι στα γραφεία στη Δανία. Θέλουν απάντηση μέχρι το τέλος της εβδομάδας. Τους απάντησα ότι θα το σκεφτώ.» Θα το σκεφτεί! Η ζωή μας μαζί, τα όνειρά μας, το μέλλον που είχαμε σχεδιάσει; Όλα στον βρόντο ρε φίλε, λόγια του αέρα όλα. Ξαφνικά μου προέκυψε μία γυναίκα καριέρας που δεν λογαριάζει τίποτα άλλο.

Ναι, έγινα πολύ πιεστικός, τ’ ομολογώ. Αλλά μέσα σε μία εβδομάδα που ήθελε εκείνη να σκεφτεί το μέλλον ΤΗΣ, έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Σου το είπα και πριν, ήμουν φορτικός, πιεστικός και γκρίνιαζα. Γιατί όμως; Γιατί δεν με υπολόγιζε. Καθόταν και σκεφτόταν για το άλμα της αυτό και δεν αναλογίστηκε καθόλου το «εμείς». Το τελευταίο βράδυ ξέρεις τι της είπα; Ότι δεν είχα κανένα πρόβλημα να παραιτηθώ από τη δουλειά μου και ν’αρχίσουμε τη ζωή μας εκεί. Ξέρεις ρε φίλε τι μου απάντησε; Ότι δεν χωράω στη ζωή της. Ότι την τραβάω πίσω. Ότι θα της θυμίζω πάντα την Ελλάδα που τόσο θέλει να αφήσει. Αυτό ήμουν για εκείνη αυτά τα 7 χρόνια. Ένας τόπος. Ένα δεκανίκι μέχρις ότου σταθεί στα πόδια της.

Γονυπετής, έκλαιγα ρε φίλε, έκλαιγα και την παρακαλούσα να μην πετάξει έτσι 7 χρόνια σχέσης επειδή μία εβδομάδα ήμουν πιεστικός. Τα είχα χάσει κι εγώ, τι να έκανα; Όταν βλέπεις το μέλλον σου να σου γλιστράει από τα χέρια και να ανυπομονεί να αποδεσμευτεί από εσένα, κάπου τα χάνεις… Τι άλλο μπορούσα να κάνω; Τίποτα. Δεν μπορούσα να κάνω απολύτως τίποτα.

Κι έτσι έφυγε. Λέγοντας μου ξανά ότι δεν χωράω στη ζωή της και πως την εμπόδιζα ν’ ανοίξει τα φτερά της. Ήθελε, λέει, ν’ αντιμετωπίσει μόνη της την πρόκληση αυτή, να είναι εκείνη εναντίον του κόσμου όλου. Δεν ξέρω τι την πείραζε το «εμείς εναντίον του κόσμου όλου» και υποθέτω δεν θα το μάθω και ποτέ. Χαλάλι της, όμως, καλή καρδιά. Γνωρίζει ότι την αγαπώ. Ένα πράγμα δεν γνωρίζει μόνο: ότι είχε την ευκαιρία της και την πέταξε για τα λούσα της Ευρώπης.